a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Η τραπεζική Απάτη

Αποκαλύπτουμε την ... τραπεζική απάτη

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

H 3η Μαρτίου 2003

αποτελεί ημερομηνία σταθμό για την ελληνική αστική δημοκρατία.
Με την έναρξη της δίκης της 17Νοέμβρη άρχισε ο θρίαμβος της τρομοκρατίας,
έστω και ερήμην των τρομοκρατών.
Τρείς ημέρες αυτής της δίκης ήταν αρκετές,
για να δικαστεί και να καταδικαστεί το ελληνικό κράτος...
το διεφθαρμένο και σάπιο μέχρι το "μεδούλι" κράτος της μεταπολίτευσης. 

Ξεκινάμε το κείμενό μας μ' αυτόν τον περίεργο τίτλο, γιατί μόνον αυτός μπορεί να περιγράψει με απόλυτο τρόπο τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί, άσχετα με το τι θα κάνουν οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες, προκειμένου να υπερασπιστούν είτε τους εαυτούς τους είτε την όποια ιδεολογία τους —αν βέβαια έχουν τέτοια—, η τρομοκρατία έχει επιτύχει τον στρατηγικό της στόχο. Αυτός ο στρατηγικός της στόχος είναι η αρχή του θριάμβου της. Όμως, για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει ποιος είναι αυτός ο στόχος. Ο μόνιμος στόχος της τρομοκρατίας δεν είναι η βιολογική εξόντωση κάποιων από τους ανθρώπους, τους οποίους θεωρεί εχθρούς της. Ο μόνιμος στόχος της τρομοκρατίας είναι ν' αποδείξει στον λαό ότι έχει δίκιο στις "καταγγελίες" της. Ότι το σύστημα εξουσίας, το οποίο η ίδια "καταγγέλλει" —έστω και με το πιστόλι—, λειτουργεί αυθαίρετα, αντιδημοκρατικά και υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών της κοινωνίας. Μ' αυτόν, ως βασικό στόχο, ξεκινάει πάντα η τρομοκρατία κι απλά —για να το καταφέρει αυτό— συνήθως στρέφεται εναντίον των προσώπων που στελεχώνουν το σύστημα εξουσίας. Με μέσον τις δολοφονίες, που τυγχάνουν μεγάλης δημοσιότητας, "προβάλει" τα αιτήματά της, τα οποία είναι σταθερά.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, πέρα από τα πρόσωπα, μόνιμος στόχος τής τρομοκρατίας είναι το σύστημα εξουσίας και η συμπεριφορά του. Εκ των δεδομένων δηλαδή, αν οι τρομοκράτες αναγκάσουν το σύστημα να εμφανίσει δημόσια το άθλιο και αντιδημοκρατικό του πρόσωπο, καταφέρνουν αυτό που εξ αρχής έχουν ως στόχο. Ν' αποκαλύψουν στον κόσμο πώς λειτουργούν οι εξουσιαστές. Ν' αποκαλύψουν την αθλιότητά τους, τη διαφθορά τους και την ανηθικότητά τους.
Ο σημερινός θρίαμβος της τρομοκρατίας στην Ελλάδα σ' αυτό το σημείο αποκαλύπτεται. Ανάγκασε το ελληνικό σύστημα εξουσίας ν' αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Ανάγκασε το σύστημα εξουσίας να παραβεί το Σύνταγμα. Ανάγκασε το σύστημα να παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ανάγκασε το κράτος ν' αποκαλύψει στους ιδιοκτήτες του το πραγματικό του πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο είναι αυτό το οποίο θα "δικαστεί".
Ό,τι και να γίνει λοιπόν με τους τρομοκράτες που σήμερα δικάζονται, ό,τι και ν' αποδειχθεί εις βάρος τους στη δίκη, η τρομοκρατία έχει νικήσει, γιατί έχει επιτύχει τον αντικειμενικό της στόχο. Ακόμα δηλαδή κι αν αποδειχθεί ότι οι φερόμενοι ως τρομοκράτες είναι άθλια υποκείμενα, προβοκάτορες, δολοφόνοι, κλέφτες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος, η τρομοκρατία έχει νικήσει. Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι οι φερόμενοι ως τρομοκράτες ήταν κοινά αιμοβόρα κτήνη —χωρίς καμία ιδεολογία—, που χρησιμοποιούσαν την έννοια της τρομοκρατίας για να επωφεληθούν προσωπικά, η τρομοκρατία έχει νικήσει. Γιατί; Γιατί ανάγκασε το σύστημα ν' αποκαλυφθεί. Ανάγκασε τους ανθρώπους της εξουσίας να παραβούν το Σύνταγμα και άρα να την δικαιώσουν. Να κάνουν δηλαδή αυτό που κατηγορούνται από τους τρομοκράτες ότι κάνουν, κάθε φορά που θέλουν να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.
Αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει στην περίπτωση αυτήν δεν είναι το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης. Δεν μας ενδιαφέρει να διερευνήσουμε αν είναι ή δεν είναι ένοχοι οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες. Δεν μας ενδιαφέρει, γιατί απλούστατα δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Εμείς είμαστε πολίτες και όχι δικαστές. Εμάς μας ενδιαφέρει να δούμε πώς λειτουργούν οι εξουσίες απέναντι στους πολίτες. Πόσο τους λογαριάζουν και πόσο τους υπολήπτονται αυτούς που το Σύνταγμα περιγράφει ως κυρίαρχους. Αυτό είναι που μας ενδιαφέρει, γιατί όλοι εμείς είμαστε πολίτες, που έχουμε δοσοληψίες με το κράτος. Πολίτες, που ερχόμαστε σε καθημερινή τριβή με το κράτος και μας ενδιαφέρει να μάθουμε τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων του. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πόσο μας υπολογίζουν, όταν διεκδικούμε τα όσα διεκδικούμε. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πώς λειτουργούν και πώς σκέφτονται πίσω από τα κλειστά για τους πολίτες γραφεία τους.
Υπό αυτό το πρίσμα η τρομοκρατία πέτυχε αυτό το οποίο ήθελε. Κάθισε επιτέλους στο "σκαμνί" το κράτος της μεταπολίτευσης. Το άθλιο, νεποτικό και διεφθαρμένο μέχρι το "μεδούλι" κράτος. Αυτό είναι που κάθεται σήμερα στο "σκαμνί" και κρίνεται. Αυτό είναι κάτι που αποτελεί δική μας υποκειμενική εκτίμηση. Είναι το λογικό συμπέρασμα, που θα εξάγει ένας κοινός παρατηρητής. Αυτός ο οποίος κάθεται στο "σκαμνί" δεν είναι αυτός που κρίνεται; Ποιος κρίνεται σήμερα και θα κρίνεται μέχρι να τελειώσει η δίκη; Ο Γιωτόπουλος ή οι Ξηροί; Ποιον Έλληνα πολίτη τον απασχολεί το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης αυτών που κατηγορούνται; Κανέναν. Αυτό που απασχολεί όλους τους Έλληνες —και αυτό το αποδεικνύουν τα καθημερινά γκάλοπ— είναι η στάση του κράτους απέναντι σ' αυτούς που κατηγο­ρούνται. Οι Έλληνες συζητούν μεταξύ τους για το αν θα πρέπει η δίκη να είναι δημόσια ή όχι. Αν θα πρέπει δηλαδή μέσω της τηλεόρασης να βλέπουν τη δίκη οι ίδιοι και να βγάζουν μόνοι τους τα συμπεράσματά τους ή αν θα εμπιστευτούν το κράτος και τους θεσμούς του.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι ενδιαφέρονται και κρίνουν το κράτος για το κατά πόσο σέβεται τους νόμους και μάλιστα τον "νόμο των νόμων", που είναι το Σύνταγμα. Ενδιαφέρονται να κρίνουν το κράτος, το οποίο προφανώς δεν εμπιστεύονται. Το κράτος, που τους κοστίζει πανάκριβα και δεν τους προστατεύει. Το κράτος, που ξεπούλησε τη δημόσια περιουσία. Το κράτος, που δεν τους προστάτευσε από την "παγίδα" του χρηματιστηρίου. Το κράτος, που γίνεται συνένοχος των ιμπεριαλιστών στους φόνους εις βάρος των λαών. Αυτό το κράτος δεν το εμπιστεύεται ο Έλληνας και σήμερα έχει την ευκαιρία να το κρίνει και άρα να το "δικάσει".
Αυτή είναι η δίκη που σήμερα απασχολεί τον Έλληνα πολίτη. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η "δίκη των δικών". Σ' αυτήν τη δίκη ο πραγματικός και μεγάλος κατηγορούμενος είναι το κράτος και όχι οι τρομοκράτες. Οι τρομοκράτες έγιναν απλά το "μέσο", για να φτάσει το κράτος ως κατηγο­ρούμενος στα δικαστήρια. Θα μπορούσε δηλαδή ένα διεστραμμένα ευφάνταστο μυαλό να σκεφτεί ότι πρόκειται περί μιας κολοσσιαίας παγίδας. Ότι δηλαδή οι τρομοκράτες, αφού είδαν κι απόειδαν ότι με τις τρομοκρατικές τους ενέργειες δεν μπορούν να σύρουν το κράτος στη λαϊκή κρίση και στην καταδίκη, αποφάσισαν να παραδοθούν, ώστε μέσω της δικής τους δίκης να δικαστεί και το κράτος. Θυσίασαν τους εαυτούς τους, ώστε να επιτύχουν τον στρατηγικό στόχο της τρομοκρατίας.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του φαινομένου της τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία είναι κατά γενική πεποίθηση ένα δυσάρεστο κοινωνικό φαινόμενο. Ένα φαινόμενο, που όλοι απεύχονται να εκδηλωθεί. Ένα φαινόμενο όμως το οποίο, όταν εκδηλώνεται —όπως συμβαίνει και με τα άλλα μεγάλα κοινωνικά φαινόμενα—, βάζει το κράτος στη θέση του κρινόμενου. Ένα φαινόμενο, που βάζει στο "σκαμνί" το κράτος, άσχετα με το αν σε κάποιο άλλο "σκαμνί" καθίσουν κι αυτοί που την ασκούν. Ως φαινόμενο, ανεξάρτητα από το πώς θα το διαχειριστεί η εξουσία, είναι ικανό να την βάλει στη θέση του κατηγορουμένου. Γιατί; Γιατί οι τρομοκράτες δεν είναι άνθρωποι που ξαφνικά κι αναίτια τρελάθηκαν και πήραν τα πιστόλια. Οι τρομοκράτες είναι άνθρωποι που κάποιοι τους "τρέλαναν" και αυτοί είναι οι εξουσιαστές. Αυτοί είναι, γιατί απλούστατα δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος. Δεν τον "τρέλανε" τον τρομοκράτη η ασυδοσία του λιμενεργάτη ή η κλοπή του γεωργού. Τον τρομοκράτη τον "τρέλανε" η ασυδοσία της εξουσίας. Τον "τρέλανε" η κλοπή και ο νεποτισμός των "μανδαρίνων" της.
Αυτή η δίκη ξεκίνησε σήμερα. Ο κυρίαρχος πολίτης, που οι εξουσιαστές τον "δουλεύουν", είναι ο ύψιστος κριτής σ' αυτές τις δίκες. Γιατί; Γιατί οι δίκες αυτές είναι πολυεπίπεδες. Μέσα σ' αυτές δεν κρίνονται μόνον οι φυσικοί κατηγορούμενοι. Κρίνονται ιδεολογίες ολόκληρων παρα­τάξεων, που δημιουργούν τέτοιου είδους κατηγορούμενους. Κρίνονται συλλογικές συμπεριφορές και νοοτροπίες, που προκαλούν εγκλήματα αυτού του είδους. Όμως, εκτός από τους εγκληματίες και τα εγκλήματα, κρίνονται και οι νόμιμες εξουσίες που δημιουργούν αυτές τις ιδεολογίες με τις παράξενες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν κρίνονται μόνον τα φαινόμενα, αλλά κι αυτοί που τα προκαλούν. Δεν κρίνονται μόνον οι παράνομοι πιστολάδες, αλλά και οι νόμιμοι "σωτήρες" μας.
Αυτά όλα τα κρίνει ο λαός κι αποφασίζει για το τι μέλει γενέσθαι με βάση αυτήν την κρίση του. Αυτή η δυνατότητά του τον κάνει κυρίαρχο. Γιατί; Γιατί αυτός είναι που ψηφίζει. Είναι ο πραγματικός ανώτατος "άρχων". Είναι αυτός που με την ψήφο του γκρεμίζει το οποιοδήποτε "κατεστημένο" της εξουσίας. Γι' αυτόν τον λόγο συμμετέχει υποχρεωτικά σε μία δίκη σαν κι αυτήν που παρακολουθούμε σήμερα. Είναι ο ύψιστος παράγοντας αυτής της δίκης, επειδή κρίνει στο ύψιστο επίπεδό της. Μπορεί, ως παράγοντάς της, να μην είναι στη δυνατότητά του να καταδικάσει ή να αθωώσει τους κατηγορουμένους, αλλά μπορεί να κάνει τα χειρότερα εις βάρος των ισχυρών της κοινωνίας. Εις βάρος αυτών που στην πραγματικότητα προκαλούν την τρομοκρατία με την αυθαιρεσία τους.
Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της δίκης είναι εκ των ουκ άνευ, γιατί μέσα στο δικαστήριο υπάρχουν ανεπτυγμένα πλήρως και τα λαϊκά συμφέροντα. Η δίκη της τρομοκρατίας δηλαδή δεν αφορά μόνον τους δικαστές και τους διαδίκους. Δεν αφορά μόνον το κράτος και τους οπλοφόρους εχθρούς του. Αφορά και τον ίδιο τον λαό. Γιατί; Γιατί οι οπλοφόροι είναι μέλη του λαού αυτού και το κράτος ιδιοκτησία του. Γιατί οι οπλοφόροι είναι πολίτες και οι κρατικοί λειτουργοί "υπηρέτες" του. Έχει άμεσο συμφέρον να γνωρίζει γιατί η ιδιοκτησία του προκαλεί βίαια κοινωνικά φαινόμενα. Έχει άμεσο συμφέρον να γνωρίζει πώς χειρίζονται την περιουσία του οι υπηρέτες του και ποια "παράπλευρα" φαινόμενα προκαλούν με τους χειρισμούς τους. Έχει το δικαίωμα μαζί με τους δικαστές να πάρει κι αυτός αποφάσεις. Αποφάσεις σημαντικές, που απλά ανήκουν σε άλλο επίπεδο. Οι δικαστές μπορεί ν' αποφασίσουν να κλείσουν για πάντα τους κατηγορούμενους στη φυλακή, αλλά ο λαός μπορεί ν' αποφασίσει ν' αποκλείσει από τη δημόσια ζωή επίσης για πάντα αυτούς που δεν σέβονται τους νόμους και το Σύνταγμα.
Ο λαός είναι τόσο ισχυρός, που είναι επίφοβος ακόμα κι όταν δεν έχει δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα. Τόσο ισχυρός, που κανένας εξουσιαστής δεν γνωρίζει ποια θα είναι η τύχη του, αν για τον οποιονδήποτε λόγο αυτός "ξυπνήσει" κι αντιδράσει. Τόσο ισχυρός, που ακόμα και φασιστικά καθεστώτα τον φοβούνται, όταν για τον άλφα ή βήτα λόγο μπαίνουν στη θέση του κρινόμενου. Η ισχύς του λαού ήταν αυτή που τρόμαξε τη Χούντα, όταν ήρθε και η ίδια αντιμέτωπη με το φαινόμενο της τρομοκρατίας και έπρεπε να το χειριστεί.
Δεν τρόμαξε τη Χούντα η απόπειρα του Παναγούλη κατά του δικτάτορα. Δεν την τρόμαξε η πράξη του από την αστυνομική της πλευρά. Τη Χούντα την τρόμαξε αυτό το οποίο αντιπροσωπεύει αυτή η πράξη. Την τρόμαξε αυτό το οποίο μπορεί να προκαλέσει αυτή η μεμονωμένη πράξη βίας. Η πράξη, που μπορεί ν' αποτελέσει το "φυτίλι" και να οδηγήσει στη γενικευμένη αντίδραση. Η πράξη, που μπορεί να "ξυπνήσει" τον λαό και να τον βάλει να κρίνει το σύστημα. Τη Χούντα την τρόμαξε η τρομοκρατία ως φαινόμενο. Την τρόμαξε σε σημείο που την ανάγκασε να τη διαχειριστεί με τρόπο τέτοιο, που δεν θα προκαλούσε τον λαό. Αυτόν, που εκείνη την εποχή θεωρητικά δεν την απειλούσε, εφόσον δεν ψήφιζε. Αυτός όμως ο λαός και η ισχύς του ήταν μια διαρκής απειλή για τη Χούντα και το σύστημά της. Η τρομοκρατία —που εκδηλώθηκε μέσω της πράξης του Παναγούλη— ήταν αυτή που κάθισε στο "σκαμνί" τη Χούντα. Η ισχύς του λαού ήταν αυτή που έδωσε "χάρη" στον Παναγούλη. Ο λαός "έκρινε" τη δίκη, άσχετα αν ήταν αξιωματούχοι της Χούντας αυτοί οι οποίοι κάθονταν στα έδρανα του δικαστηρίου. Η τρομοκρατία έβαλε τη Χούντα στο "σκαμνί" και ο λαός την έκρινε.
Η τρομοκρατία σήμερα βάζει στο "σκαμνί" τη δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η δίκη είναι σημαντικότερη από τη δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά. ’σχετα με το γεγονός ότι εμείς διαφωνούμε κάθετα με την ένοπλη βία, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι αυτή η βία γέννησε εκ νέου το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Το φαινόμενο, δηλαδή, που απειλεί το κάθε σύστημα. Το φαινόμενο, που αναγκάζει ακόμα και την πιο λαμπρή δημοκρατία να δώσει "εξετάσεις". Το φαινόμενο, που δοκιμάζει τις αντοχές των θεσμών ενός συστήματος. Αυτό είναι δεδομένο για ένα φαινόμενο αυτού του είδους. Κρίνεται το σύστημα για τη συμπερι­φορά του, ακόμα κι όταν πρόκειται για τη συμπεριφορά του απέναντι στους εχθρούς του. Κρίνεται για το κατά πόσο σέβεται τους νόμους, που αντιπροσωπεύουν κατακτήσεις του λαού. Κρίνεται για το κατά πόσο υπολήπτεται τον κάθε πολίτη, άσχετα με το ποιόν του, το οποίο και θα κριθεί στα δικαστήρια. Η δικαιοσύνη δεν είναι διαπραγματεύσιμο αγαθό. Είτε υπάρχει είτε όχι. Αυτό είναι που κρίνεται σήμερα στη μεγάλη δίκη της 17 Νοέμβρη.
Γι' αυτόν τον λόγο είναι πιο σημαντική από τη δίκη του 89. Τότε —στη δυσμενέστερη των περιπτώσεων— κάθισε στο "σκαμνί" μια κυβέρνηση. Δεν κάθισε στο "σκαμνί" το κράτος. Κρίθηκαν διαχειριστές από διαχειριστές. Κατηγορήθηκαν διαχειριστές για κακοδιαχείριση. Αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε οποτεδήποτε. Συμβαίνει και στις καλύτερες "οικογένειες". Συμβαίνει και στις καλύτερες δημοκρατίες να βρεθεί αξιωματούχος κοντά στη δημόσια "τσέπη" και να βάλει μέσα σ' αυτήν το "χέρι" του. Αυτό συνέβη με το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ήταν βέβαιον ότι σ' εκείνη τη δίκη οι διαχειριστές δεν θα απειλούσαν τους θεσμούς του κράτους και δεν θα δοκίμαζαν τις αντοχές του. Ήταν βέβαιον ότι οι αλληλοκατηγορίες θα κινούνταν σε κάποιο αυστηρά συγκεκριμένο επίπεδο, στο οποίο δεν θίγονταν τα προνόμια των διαχειριστών. Δεν θα θιγόταν το ίδιο το κράτος, που τους "τάιζε" όλους αυτούς. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σήμερα το ίδιο το κράτος κρίνεται εξαιτίας ενός φαινομένου που το τοποθετεί στο "σκαμνί".
Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης γιατί δώσαμε στο κείμενο τον συγκε­κριμένο τίτλο. Μέχρι την έναρξη της δίκης το κράτος δεν κρινόταν. Δεν κρινόταν, γιατί δεν μπορούσε να κριθεί. Είχε κι αυτό ως μηχανισμός το "τεκμήριο της αθωότητας". Μπορεί να είδαμε αθλιότητες από την πλευρά των διωκτικών αρχών, αλλά αυτές οι αθλιότητες δεν ήταν δυνατόν ν' αποδοθούν στο κράτος και να το χαρακτηρίσουν στο γενικό επίπεδο. Υπάρχει η ατομική ευθύνη των στελεχών του και αυτή η ευθύνη ήταν το "άλλοθί" του. Μπορεί κάποιος να υποπτευόταν ότι πίσω από όλες αυτές τις αθλιότητες κρυβόταν το κράτος, αλλά δεν μπορούσε να το αποδείξει. Δεν χαρακτηρίζεται ολόκληρο το κράτος, εξαιτίας των μεμονωμένων πράξεων των μεμονωμένων προσώπων που βρίσκονται στις τάξεις του. Δεν χαρακτηρίζεται ολόκληρο το κράτος από έναν διεφθαρμένο αξιωματούχο, που "διαρρέει" υλικό της προανάκρισης. Δεν χαρακτηρίζεται ολό­κληρο το κράτος από έναν διεφθαρμένο αστυνομικό, που "διαρρέει" ονόματα υπόπτων κλπ.. Το κράτος είναι υπεύθυνο γι' αυτούς, αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτούς. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να διερευνήσει τις υποθέσεις και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους, αλλά αυτές οι ενέργειες δεν το χαρακτηρίζουν και ως εκ τούτου δεν το καταδικάζουν.
Από τη στιγμή όμως που ξεκινάει η δίκη, τα πάντα αλλάζουν. Γιατί; Γιατί το κράτος, ως σύνολο πλέον, είναι ο εγγυητής της δίκης. Της "δίκαιης δίκης", όπως αρέσκονται να "πιπιλίζουν" οι "μανδαρίνοι" του. Αυτό αποφασίζει για το εάν θα τηρηθούν οι νόμοι και οι διατάξεις του Συντάγματος. Τι είδαμε σήμερα που ξεκίνησε η δίκη; Ένα κράτος φοβισμένο και θρασύδειλο. Ένα κράτος που φοβάται να δώσει τον λόγο στους τρομοκράτες, τους οποίους το ίδιο υποτίθεται θεωρεί ανεγκέφαλους κακοποιούς του κοινού εγκλήματος. Ένα κράτος "σκληρό" απέναντι σ' αυτούς που μπορεί να φοβίζει και "δειλό" απέναντι στις ευθύνες του. Ένα κράτος αντι­δημο­κρα­τικό, που δεν σέβεται κανέναν και τίποτε.
Όλα αυτά είναι φυσικό να συμβαίνουν, γιατί το κράτος δεν είναι "καθαρό". Ο λόγος; Η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Το κράτος σήμερα βρίσκεται σε δεινή θέση. Γιατί; Γιατί σήμερα θα φανούν οι επιλογές του. Σήμερα θα φανούν οι διαπλοκές του. Σήμερα θα φανούν τα ανοσιουργήματα αυτών που μας κυβερνούν και οι οποίοι υποτίθεται προστατεύουν τη δημοκρατία και το Σύνταγμα.
Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης τι συνέβη και γιατί το ελληνικό κράτος εμφανίζεται στην κυριολεξία τρομοκρατημένο. Αυτήν τη στιγμή κυρίαρχος στον κόσμο είναι ο αγγλοσαξονικός ιμπεριαλισμός. Αυτός είναι που δίνει τη "συχνότητα" στα κράτη και λειτουργούν. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα κρατικά συστήματα δεν είναι όλα όμοια μεταξύ τους. Το ελληνικό σύστημα είναι ένα σοβαρό αστικό σύστημα, του οποίου η λειτουργία διέπεται από ένα επίσης σοβαρό Σύνταγμα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της "καταγωγής" του και της ιστορικής του "πορείας". Το ελληνικό κράτος ξεκίνησε την πορεία του μετά από μια βίαιη εθνικοαπελεθερωτική επανάσταση και στη διάρκεια της πορείας αυτής αντιμετώπισε το σύνολο των εχθρών της κοινο­βουλευτικής δημοκρατίας. Αντιμετώπισε τον βασιλικό θεσμό και δεκάδες πραξικοπήματα. Πρώην "τρομοκράτες" ήταν αυτοί οι οποίοι το θεμελίωσαν καί ως κράτος καί ως δημοκρατία. Οι αρχικά "τρομοκράτες" για τους Τούρκους ήταν οι μετέπειτα "πατέρες" του ελληνικού κράτους. Οι αρχικά "τρομοκράτες" για τους Χουντικούς ήταν οι μετέπειτα "πατέρες" της δημοκρατίας της μετα­πολίτευσης. Αυτή του η "εμπειρία" ήταν το αίτιο εξαιτίας του οποίου απέκτησε στο πρόσφατο παρελθόν έναν σοβαρό και απόλυτα θωρακισμένο Συνταγματικό Νόμο.
Έναν νόμο, που, έχοντας υπόψη του όλους τους πιθανούς κι απίθανους εχθρούς τής κοινο­βου­λευτικής δημοκρατίας, απέκτησε το σύνολο των αμυνών. Έναν νόμο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν εχθρό της δημοκρατίας να "ευδοκιμήσει" στη χώρα. Έναν νόμο, που συντέθηκε από πρώην "τρομοκράτες" και που λογικό είναι ν' ανέχεται μέχρι και τη βία, προκειμένου να τον βοηθήσει στην άμυνά του. Οι βασικές διατάξεις, που καθιστούν αυτό το ελληνικό Σύνταγμα ως ένα σοβαρό νομικό μόρφωμα, είναι οι εξής: Πρώτον, προβλέπει την απόλυτη κυριαρχία του λαού. Τα πάντα γίνονται εξαιτίας των αναγκών του και πάντα με στόχο την απόλυτη εξυπηρέτησή του. Δεύτερον, διαχωρίζονται οι εξουσίες μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί κάποιος να το καταλύσει εξαιτίας της επαφής του με την εξουσία. Οι εξουσίες είναι τρεις και με βάση το Σύνταγμα απόλυτα ίσες και απόλυτα διαχωρισμένες μεταξύ τους. Τρίτον —και επίσης σημαντικό— είναι ότι το Σύνταγμα αυτό προβλέπει και την αυτοάμυνά του, δίνοντας στον κάθε πολίτη το δικαίωμα να αυτοδικεί εναντίον αυτών που επιχειρούν να το καταλύσουν.
Όλα αυτά όμως, που προβλέπουν τον σημαντικό ρόλο του πολίτη μέσα στην ελληνική δημο­κρατία, θα έπρεπε να διασφαλιστούν. Θα έπρεπε να δημιουργηθεί η κατάλληλη νομολογία, που θα προστατεύει από την αδικία τον πολίτη, όταν αυτός ενεργεί ή όταν θέλει να ενεργήσει με τον οποιονδήποτε τρόπο. Τον κυρίαρχο πολίτη, που πρέπει να εξασφαλίσει την προστασία του ακόμα κι όταν κινείται εναντίον του ίδιου του κράτους και άρα της εξουσίας. Τον κυρίαρχο πολίτη, που πρέπει να εξασφαλίσει δίκαιη δίκη, ακόμα κι όταν κινείται εναντίον της εξουσίας με λάθος τρόπο. Γι' αυτόν τον λόγο συντάχτηκε ολόκληρη η νομολογία, που περιγράφει όχι μόνον τον τρόπο διεξαγωγής των δικών, αλλά διαχωρίζει και τα εγκλήματα μεταξύ τους. Από το ελληνικό Σύνταγμα προκύπτει ο όρος "πολιτικό έγκλημα".
Αυτού του είδους το έγκλημα το Σύνταγμα το διαχωρίζει από το κοινό έγκλημα και περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο εκδίκασής του. Το διαχωρίζει από το κοινό έγκλημα, αλλά, ως χαρακτηρισμός, δεν αποτελεί ελαφρυντικό γι' αυτόν που το διέπραξε. Δεν το συγχωρεί, επειδή το αντιλαμβάνεται διαφορετικό από το κοινό έγκλημα. Δεν το εκλαμβάνει ως πολιτική πράξη, που δικαιούται την ατιμωρησία, αλλά ως έγκλημα, που πρέπει να τιμωρηθεί αυτός ο οποίος το διέπραξε. Έγκλημα, που, αν καταδικαστεί αυτός ο οποίος το διέπραξε, τιμωρείται με την ίδια τιμωρία μ' αυτήν που επιβάλλεται σ' εκείνον που έκανε το ίδιο πράγμα για λόγους που άπτονται του κοινού ποινικού δικαίου. Αν για το έγκλημά σου τιμωρία είναι η ισόβια κάθειρξη, αυτήν θα είναι η τιμωρία, είτε είσαι κοινός εγκληματίας και τιμωρήθηκες από κοινό δικαστήριο είτε είσαι πολιτικός εγκληματίας και τιμωρήθηκες από κάποιο άλλο δικαστήριο.
Ιστορικά, αν το εξετάσει κάποιος, μόνον κατά την περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση το πολιτικό έγκλημα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης. Κάπου στο 1893 άλλαξε η στάση της εξουσίας απέναντι σ' αυτόν τον τύπο του εγκλήματος. Αυτό έχει τη λογική του. Γιατί; Γιατί οι αστοί, που διεκδικούσαν την εξουσία από την κεφαλαιοκρατία, ήταν αυτοί οι οποίοι ασκούσαν τρομοκρατία και στην ουσία εφεύραν το πολιτικό έγκλημα. Μόλις κατάφεραν και βολεύτηκαν στην εξουσία, δεν την ήθελαν την τρομοκρατία. Μόλις έγιναν οι ίδιοι εξουσία και πλήρωναν αυτοί —ως εξουσιαστές— το κόστος της τρομοκρατίας, άλλαξαν στάση απέναντί της. Για όσο διάστημα η τρομοκρατία τους βόλευε στις διεκδικήσεις τους, την ευνοούσαν. Όταν έπαψε να συμβαίνει αυτό, την έβαλαν στη μαύρη "λίστα". Ιστορικά δηλαδή το πολιτικό έγκλημα από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα κι έπειτα όχι απλά δεν τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης, αλλά ήταν απόλυτα δυσμενές γι' αυτόν που χαρακτηριζόταν πολιτικός εγκληματίας. Μπορούσε κάποιος, για ένα ασήμαντο ποινικά έγκλημα, να ταλαιπωρείται για όλη του τη ζωή, επειδή ακριβώς το διέπραξε για πολιτικούς λόγους. Επί χούντας, για παράδειγμα, κάποιος, που έγραφε στους τοίχους, για να διαφημίσει την επιχείρησή του, πλήρωνε ένα ασήμαντο πρόστιμο κάποιων λίγων "μεταλλικών" δραχμών, ενώ κάποιος άλλος, που διέπραττε το ίδιο "έγκλημα", για να διαφημίσει την ιδεολογία του, πήγαινε στα ξερονήσια.
 Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η συνταγματική διάταξη, που ορίζει το πολιτικό έγκλημα, δεν έχει ως στόχο την εύνοια. Το Σύνταγμα δεν συγχωρεί τίποτε και κανέναν. Το Σύνταγμα απλά προσπαθεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του λαού. Το πολιτικό έγκλημα δεν είναι λιγότερο έγκλημα από το κοινό έγκλημα. Είναι απλά διαφορετικό και ευνοεί τα συμφέροντα του λαού το να κριθεί αυτού του είδους το έγκλημα διαφορετικά. Είναι πολιτικό, γιατί η εκδίκασή του ενδιαφέρει τους πολίτες, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το κοινό έγκλημα, που ενδιαφέρει μόνον τους άμεσα εμπλεκόμενους σ' αυτό. Είναι πολιτικό, γιατί η εκδήλωσή του επηρεάζει τη λειτουργία της κοινωνίας. Επειδή είναι πιο σύνθετο στην ανάλυσή του και επειδή έχει πολλά επίπεδα αναφοράς, θεωρείται ανώτερου τύπου έγκλημα. Το έγκλημα βέβαια είναι αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται "ανώτερο" και δεν είναι ο εγκληματίας "ανώτερος" άνθρωπος από τον απλό άνθρωπο. Η διερεύνηση του εγκλήματος είναι αυτή που απαιτεί ειδική μεταχείριση και όχι ο εγκληματίας. Όμως, ανώτερο έγκλημα σημαίνει ότι απαιτεί για την εκδίκασή του ανώτερα δικαστήρια. Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο είναι ανώτερο από το τακτικό δικαστήριο και αυτό είναι, με βάση το Σύνταγμα, το αρμόδιο να κρίνει αυτού του είδους το έγκλημα.
Ο Γκοτζαμάνης, για παράδειγμα, έκανε πολιτικό έγκλημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν λιγότερο κτήνος από έναν κοινό εγκληματία. Έπρεπε όμως να κριθεί σε διαφορετικό δικαστήριο και υπό καθεστώς απόλυτης δημοσιότητας, γιατί εκτός από τους δικαστές, που θ' αποφάσιζαν για τον ίδιο, έπρεπε ν' αποφασίσει και ο λαός για τα "αφεντικά" του. Η τύχη του κτήνους δεν ενδιέφερε κανέναν. Είτε τον φυλάκιζαν ισοβίως είτε τον κρεμούσαν, ελάχιστα απασχολούσε τον μέσο πολίτη. Όλους όμως τους ενδιέφερε η τύχη αυτών που τον δημιούργησαν και τον έστειλαν να σκοτώσει. Όλους τους ενδιέφερε να μάθουν τι κάνουν ποιοι εις βάρος της δημοκρατίας. Έπρεπε να μάθουν, για να "μεριμνήσουν" στις εκλογές γι' αυτούς. Γι' αυτόν τον λόγο είναι υποχρεωτικό από το Σύνταγμα να είναι οι δίκες αυτές δημόσιες. Η ισχύς των δικαστών τελειώνει στην πόρτα της φυλακής, που κλείνει πίσω από τον Γκοτζαμάνη. Η ισχύς του λαού κλείνει την πόρτα της "ιστορίας" στα "αφεντικά" του.
Επιπλέον υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα με τα διαφορετικού τύπου εγκλήματα. Πρέπει να κριθούν πολίτες για τις ενέργειές τους και θα πρέπει να κριθούν δίκαια. Η δικαιοσύνη της εξουσίας δεν πρέπει πάντα να θεωρείται δεδομένη. Αν για παράδειγμα μια εξουσία, που έχει προκύψει από δημοκρατικές διαδικασίες, σταδιακά έχει "εκτροχιαστεί" και έχει μετατραπεί σε "χούντα", υπάρχει πρόβλημα. Αν αυτή η "χούντα" με την αθλιότητα και την ασυδοσία της αναγκάσει έναν πολίτη ν' ασκήσει τρομοκρατία εναντίον της, δεν είναι δυνατόν να παραδοθεί ο πολίτης στη "δικαιοσύνη" της. Το Σύνταγμα, αντιλαμβανόμενο τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εξουσίας και πολιτικών εγκληματιών, παραδίδει την κρίση τους σε ένορκα δικαστήρια και δεν επιτρέπει στο κράτος να τους δικάσει με τους δικούς του ανθρώπους. Βάζει τους εγκληματίες μέσα στα ένορκα δικαστήρια, για να δικαστούν από τον λαό.
 Αυτό το κάνει, για να μπορεί πάντα να δίνει τη δυνατότητα στους απλούς πολίτες —όταν το απαιτεί η ανάγκη— ν' απειλούν την εξουσία και κατ' αυτόν τον τρόπο να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις. Η εξουσία, όταν δεν είναι "καθαρή", πάντα φοβάται τα ορκωτά δικαστήρια. Τα φοβάται, όχι γιατί μπορεί να αθωώσουν έναν ένοχο, αλλά γιατί μπορούν να καταδικάσουν την ίδια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί, μπαίνοντας ο λαός μέσα στο δικαστήριο, μπορεί να "δηλώσει" τη θέση του με μια απόφαση. Μπορεί στο όνομα των κολοσσιαίων κοινωνικών συμφερόντων να υποβαθμι­στούν τα ατομικά συμφέροντα των θυμάτων των πολιτικών εγκλημάτων. Μπορεί το πολιτικό μέρος της δίκης να επισκιάσει το αντίστοιχο ποινικό. Αυτό μπορεί να είναι σπάνιο, αλλά, επειδή υπάρχει θεωρητικά ως πιθανότητα, είναι αρκετό για να τρομοκρατήσει την εξουσία. Ακόμα κι αν δεν έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο στην ιστορική πορεία ενός συστήματος, την απειλεί, γιατί υπάρχει ως θεωρητική πιθανότητα.
Φοβάται η εξουσία μια αθώωσή των κατηγορουμένων, που θα αποτελεί δική της καταδίκη. Φοβάται η κάθε "χούντα" τη "δικαίωση" των εγκληματιών που "γέννησε" η ίδια με την αθλιότητά της. Οι "χούντες" πάντα φοβούνται τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια σε αντίθεση με τις πραγματικές δημοκρατίες, οι οποίες επιδιώκουν να κρίνονται τα πολιτικά εγκλήματα στα δικαστήρια αυτά. Γιατί; Γιατί η πραγματική δημοκρατία "παράγει" πολιτική μέσα στα δικαστήρια αυτά. "Διαφημίζεται" η ίδια και ταυτόχρονα διαπαιδαγωγεί τους πολίτες της. Αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Γιατί; Γιατί, αν η δημοκρατία με την ποιότητά της ικανοποιεί τους πολίτες, μπορεί να επιβραβευτεί μέσα στα μεικτά δικαστήρια. Μπορεί να επιβραβευτεί εις βάρος των κατηγορουμένων και βέβαια εις βάρος αυτών που κρύβονται πίσω τους και είναι οι εχθροί της δημοκρατίας. Μπορεί οι πολίτες ένορκοι δικαστές να τιμωρήσουν πιο σκληρά απ' ό,τι προβλέπεται τον πολιτικό εγκληματία, που απειλεί τη δημοκρατία τους. Μπορεί οι πολίτες ένορκοι δικαστές να θελήσουν μέχρι και να "λυντσάρουν" αυτούς που θεωρούν εχθρούς της δημοκρατίας τους. Όπως στέλνουν με τις αποφάσεις τους "μήνυμα" στην εξουσία που δεν τους ικανοποιεί, έτσι στέλνουν "μήνυμα" και σ' αυτούς τους οποίους απειλούν τη δημοκρατία που τους ικανοποιεί. Το Σύνταγμα με τον τρόπο αυτόν βάζει τον κυρίαρχο λαό μέσα στα δικαστήρια και άρα του δίνει τον ρόλο που δικαιούται. Τον βάζει μάλιστα ως "υπερέχοντα", εφόσον η ψήφος του είναι πιο ισχυρή από αυτήν των τακτικών δικαστών. Των δικαστών, που ανήκουν στο σύστημα εξουσίας και ως εκ τούτου το Σύνταγμα των πρώην "τρομοκρατών" δεν τους εμπιστεύεται απόλυτα σ' αυτό το επίπεδο του εγκλήματος.
Αυτό λοιπόν το σοβαρό Σύνταγμα μιας δημοκρατικής χώρας, που πέφτει θύμα ιμπεριαλισμού, ήρθε σε επαφή με τις "εντολές" των ιμπεριαλιστών. Οι ιμπεριαλιστές, για δικούς τους λόγους, αποφάσισαν ερήμην των κρατών να θέσουν ως υπ' αριθμόν ένα εχθρό τους τούς τρομοκράτες και την τρομοκρατία. Για ν' αντιμετωπίσουν λοιπόν τον εχθρό τους, δημιούργησαν ένα νομικό μόρφωμα, το οποίο γνωρίζουμε ως "τρομονόμο". Ένα μόρφωμα, που το παρέδωσαν στις "Μπανανίες", για να το εντάξουν αναλλοίωτο μέσα στο δικό τους νομοθετικό πλαίσιο. Από αυτό το σημείο ξεκινούν τα προβλήματα. Γιατί; Γιατί τα νομοθετικά πλαίσια των διαφόρων κρατών έχουν διαφορετική νομική "ιδιοσυχνότητα". Μπορεί ένα μόρφωμα σαν τον "τρομονόμο" να μην διαταράσσει την "ιδιοσυχνότητα" ενός αγγλοσαξονικού τύπου συστήματος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διαταράσσει κάποια άλλα. Ανάμεσα σ' αυτά που διαταράσσονται είναι και το ελληνικό.
Αυτό όμως σημαίνει πρόβλημα. Γιατί; Γιατί η ελληνική εξουσία ήταν βέβαιο ότι θ' αντιμετώπιζε προβλήματα, όταν θα προσπαθούσε να το εφαρμόσει. Προβλήματα, που δεν φαινόταν σε όλη τους τη διάσταση, όταν κάποιοι αποφάσιζαν να πουν "yes" στα αφεντικά τους. Η προβληματικότητα της κατάστασης ήταν σταδιακή. Για παράδειγμα, όταν ήταν να "περάσει" αυτό το μόρφωμα μέσα από τη βουλή, αυτή δεν είχε πρόβλημα, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε πρακτική αξία σ' αυτό που έκανε. Σήμερα όμως έχει πρόβλημα, γιατί πρέπει να δικάσει με βάση αυτό το μόρφωμα κάποιους πολίτες από αυτούς που —είτε αθώοι είτε ένοχοι— ανήκουν στο σώμα των κυρίαρχων. Με παρασκηνιακές πιέσεις και εκβιασμούς βουλευτών "πέρασε" από τη βουλή αυτή η νομολογία. Σήμερα όμως πρέπει κάποιοι να δικάσουν με βάση αυτήν τη νομολογία κι αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολο. Σήμερα όλα φαίνονται και είναι επικίνδυνα για το κράτος, γιατί κάποιοι δεδηλωμένοι εχθροί του αγωνίζονται για τη ζωή τους.
Μέχρι τώρα η ελληνική εξουσία ήταν ασύδοτη και διεφθαρμένη, άσχετα με το τι προβλέπει το Σύνταγμα. Ποτέ δεν σεβάστηκε την ανεξαρ­τη­σία των εξουσιών και πάντα η εκτελεστική εξουσία "καπέλωνε" τις υπόλοιπες. Έχοντας οι κυβερνώντες τη δυνατότητα να κλέβουν, χωρίς να ελέγχονται και προπαντός χωρίς να τιμω­ρούν­ται, δημιούργησαν τις συνθήκες της διαφθοράς. Αυτή η διαφθορά δημιούργησε το φαινόμενο της τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Αυτό το πρόβλημα η ελληνική εξουσία το έλυνε με πολύ απλό τρόπο. Αδιαφορούσε επιδεικτικά γι' αυτό το φαινόμενο και όταν μπορούσε διέβρωνε τις τρομοκρατικές οργανώσεις με δικούς της ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτόν είχε ...καί τον σκύλο χορτάτο καί την πίτα ολόκληρη. Η τρομοκρατία όχι μόνον δεν απειλούσε την εξουσία, αλλά αντίθετα της έδινε τη δυνατότητα να "παράγει" και πολιτική. Όποτε ήθελε την εκμεταλ­λευόταν για την πολιτική της. Όταν αντιλαμβάνονταν ότι οι τρομοκράτες κέρδιζαν "πόντους" στην κοινή γνώμη, "έσφαλε" σε μια ενέργειά τους, για να δημιουργήσει την κακή εικόνα των τρομοκρατών, που απειλούν την κοινωνία. Το κόστος που πλήρωνε ήταν κάποιοι λίγοι άνθρωποί της, που βρίσκονταν ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατίας. Ένα κόστος μεγάλο, που όμως ήταν αναλογικά μικρό, αν σκεφτεί κάποιος ότι εξαιτίας της τρομοκρατίας και της πολιτικής που αυτή "παρήγαγε" έτρωγαν και έπιναν σαν βασιλείς μιλιούνια κρατικοδίαιτων κάφρων.
Εύλογα ο αναγνώστης θ' αναρωτηθεί για το πώς είναι δυνατόν ν' ανέχεται το σύστημα ένα τέτοιο φαινόμενο με τόσο μεγάλο κόστος. Κόστος ηθικό, πολιτικό αλλά και οικονομικό. Πώς είναι δυνατόν να έχει ζημιά από ένα φαινόμενο, να του κοστίζει η "καταδίωξή" του και ταυτόχρονα να μην θέλει να το εξαλείψει. Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να "μπει" στη θέση του κράτους. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε μια κατάσταση όμοια μ' αυτήν όπου ένας παντρεμένος παιδεραστής βιάζει ένα παιδάκι της γειτονιάς. Το βιασμένο παιδάκι, επειδή είναι αδύναμο να έρθει σε απευθείας σύγκρουση με τον βιαστή του, αντιδρά σε ένα επίπεδο χαμηλό. Παίρνει πέτρες και σπάει καμιά φορά τα τζάμια του σπιτιού του βιαστή. Η σύζυγος αυτού του βιαστή αντιλαμβά­νεται τη ζημιά και ζητά επίμονα από τον άντρα της να βρει τον υπεύθυνο. Είναι δυνατόν όμως αυτός να τον βρει; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί αν τον πιάσει, θα πρέπει να του δώσει τον λόγο. Θα τον ρωτήσουν οι πάντες γιατί τα έσπαζε τα τζάμια. Ο εφιάλτης δηλαδή του βιαστή. Θα μάθει η σύζυγός του, αλλά και όλη η γειτονιά τον ρόλο του. Εξαιτίας αυτού του φόβου ο βιαστής, παρ' όλο που έχει ζημιά από το θύμα του και παρ' όλο που τον γνωρίζει, δεν τον συλλαμβάνει.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με το κράτος. Το ελληνικό κράτος με τη συμπεριφορά του προκαλεί την τρομοκρατία, αλλά μέχρι τώρα την αγνοούσε, "καταδιώκοντάς" την, γιατί απλούστατα δεν το συνέφερε να αποκαλυφθούν τα "γιατί" της. Προτιμούσε να "κλαίει" γύρω από τα θύματα και να μην δίνει απαντήσεις στις "καταγγελίες" της. Προτιμούσε να καταριέται τους δολοφόνους, αλλά να μην κάνει την αυτοκριτική του. Δεν το συνέφερε ν' ανοίξει "διάλογο" με την τρομοκρατία. Δεν το συνέφερε να δώσει απαντήσεις και να "κλείσει" το θέμα της τρομοκρατίας, έστω και χωρίς τη σύλληψη των τρομοκρατών. Έκλαιγε τον Περατικό, αλλά δεν αποκάλυπτε τα στοιχεία που αφορούσαν τις σχέσεις του με το ελληνικό κράτος. Έκανε ό,τι θα έκανε ο βιαστής του παρα­δείγμα­τός μας. Έλεγχε διακριτικά το θύμα του, αλλά δεν το συλλάμβανε. Το παρακολουθούσε, αλλά δεν το περιόριζε. Γιατί; Για να παριστάνει το ίδιο το κράτος και οι άνθρωποί του τα θύματα της τρομοκρατίας. Τα θύματα, που ο λαός έπρεπε να τα "αποζημιώνει" με την ψήφο του.
Για όλους αυτούς τους λόγους η ελληνική εξουσία ποτέ δεν κινούνταν πραγματικά εναντίον της τρομοκρατίας. Όχι μόνον δεν την συνέφερε η αποκάλυψή της, αλλά ταυτόχρονα την εκμεταλλευόταν. Ήταν ένα πολύτιμο "εργαλείο" της πολιτικής της. Ακριβό στη λειτουργία του, αλλά πολύτιμο. Όλοι βολεύονταν με τον άλφα ή βήτα τρόπο από την τρομοκρατία. Ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης έγιναν πρωθυπουργοί εξαιτίας της τρομοκρατίας. Η Ντόρα έγινε δήμαρχος και διεκδικεί την ηγεσία της ΝΔ εξαιτίας του "αγώνα" της για την πάταξη της τρομοκρατίας. Η σημερινή κυβέρνηση χωρίς καμία αντίδραση έδωσε "γη και ύδωρ" στους ιμπεριαλιστές εξαιτίας της τρομοκρατίας. Οι κρατικοδίαιτοι "μανδαρίνοι" γνώριζαν μεγαλεία "υψηλών προσώπων", που συνοδεύονται από οπλισμένες φρουρές εξαιτίας της τρομοκρατίας. Αύξησαν τους μισθούς τους εξαιτίας του επικινδύνου του "λειτουργήματός" τους.
Όλοι αυτοί οι "μανδαρίνοι" της εξουσίας επωφελούνταν από την τρομοκρατία. Κάθε φορά που οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, έστρεφαν την προσοχή του λαού όπου ήθελαν εξαιτίας της τρομοκρατίας. Αποκτούσαν "άλλοθι" εξαιτίας της τρομοκρατίας. "’λλοθι" για να περικόψουν δικαιώματα, για να μειώσουν συντάξεις, για να πάρουν προμήθειες από νέους εξοπλισμούς ή για ν' ανοίξουν "πόρτες" στους ιμπεριαλιστές. Οι ίδιοι οι τρομοκράτες να παρουσιάζονταν μπροστά στις διωκτικές αρχές, δεν θα συλλαμβάνονταν. Ας ψάξει κάποιος να δει πόσο πολύ βοήθησε στην εξάρθρωσή της η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση ενός ανθρώπου που υποτίθεται θρήνησε δικό του άνθρωπο από την τρομοκρατία. Θα βρεθεί προ εκπλήξεων αν το κάνει. Γιατί; Γιατί θα δει ότι εκείνη η κυβέρνηση του "κλαίοντος" Πρωθυπουργού δεν έκανε  τίποτε απολύτως εναντίον της τρομοκρατίας.
Ο περίφημος "τρομονόμος" δεν στρεφόταν εναντίον της τρομοκρατίας, αλλά εναντίον του λαού. Στην υπόθεση εξάρθρωση της τρομοκρατίας εκείνη η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτε απολύτως. Αυτό είναι και το λογικό. Οι Μητσοτάκηδες έτρωγαν "ψωμί" από την τρομοκρατία και δεν ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν την "κότα" με τα "χρυσά αυγά". Οι Μητσοτάκηδες εξυπηρετούσαν τα αφεντικά τους με μέσον την τρομοκρατία. Οι Μητσοτάκηδες εξυπηρετούσαν τα οικογενειακά τους συμφέροντα με μέσον την τρομοκρατία. Πρωθυπουργός έγινε ο πατέρας, βουλευτής η κόρη, μεγαλοστέλεχος της εθνικής τράπεζας ο γιος. Κάθε φορά που "βούρκωναν" τα μάτια τους, εκατομμύρια πλήρωνε ο λαός. "Εργοστάσιο" βολέματος έγινε για το "μητσοτακαίηκο" το περίφημο σαρανταπεντάρι της τρομοκρατίας.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης η ασυδοσία της εξουσίας λειτουργούσε απρόσκοπτα και δεν της δημιουργούσε προβλήματα. Τα κοινωνικά προβλήματα που εμφάνιζε —μεταξύ των οποίων και η τρομοκρατία— δεν την απειλούσαν. Η τρομοκρατία κινούνταν πολύ "χαμηλά" για να μπορέσει —ως φαινόμενο— να την αποκαλύψει. Για να μπορέσει να την καθίσει στο "σκαμνί". Ό,τι και να έκανε η εξουσία, ό,τι και να κατήγγειλε εις βάρος της η τρομοκρατία, τίποτε δεν άλλαζε. Το ελληνικό σύστημα εξουσίας είχε βρει την τέλεια λύση. Έκλεβε πολλά και "έκλαιγε" πολύ. Δεν κινδύνευε ούτε από τους ορκισμένους εχθρούς του. Ούτε από αυτούς που τολμούσαν να πάρουν τα όπλα και να καταδιώξουν αυτούς που θεωρούσαν κοινωνικούς τους εχθρούς.
Όμως, όλα αυτά τα εξόχως συμφέροντα άλλαξαν ξαφνικά. Γιατί; Γιατί άλλαξαν οι ανάγκες των ιμπεριαλιστών. Η ιδιομορφία, που κάνει τα πράγματα για την εξουσία επικίνδυνα, είναι η εξής: Η καλή μας τύχη ήθελε τους ιμπεριαλιστές να είναι παραπάνω βλάκες από ότι συνήθως είναι και ταυτόχρονα την εθνική μας ηγεσία να είναι παραπάνω δουλική από όσο επίσης συνήθως είναι. Αυτό το "κοκτέιλ" είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί οι πρώτοι, εξαιτίας της βλακείας τους, θα αξίωναν ν' αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος το οποίο δεν γνώριζαν και το οποίο μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε με απόλυτη "επιτυχία" και οι δεύτεροι θα ήταν πολύ τρομαγμένοι για ν' αντιδράσουν στην "παραγγελία" των ιμπεριαλιστών.
Γι' αυτόν τον λόγο μιλάμε για βλακεία των ιμπεριαλιστών. Όσο ωφελημένη ήταν η ελληνική εξουσία από την τρομοκρατία, άλλο τόσο ήταν και οι ιμπεριαλιστές. Ό,τι επιθυμούσαν να πετύχουν το κατάφερναν με την υποβοήθηση της τρομοκρατίας. Ήθελαν τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό, τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με την εκτέλεση του Μπακογιάννη. Ήθελαν να περάσουν τον "τρομονόμο", τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με τον θάνατο του Αξαρλιάν. Ήθελαν να μοιραστούν τα δισεκατομμύρια της ασφάλειας των ολυμπιακών αγώνων και να ελέγξουν τις υπηρεσίες ασφαλείας της "Μπανανίας", τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με την εκτέλεση του Σόντερς.
Όλα αυτά δεν τα εκτίμησαν στη σωστή τους βάση. Δεν εκτίμησαν ότι ένα μοντέλο, που αποδεδειγμένα λειτουργεί απροβλημάτιστα, δεν το πειράζεις. Αποφάσισαν ότι πρέπει ν' αλλάξουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σε κάποια φαινόμενα και την άλλαξαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν κατάλαβαν ότι η "παραγωγή" πολιτικής ήταν το ζητούμενο και όχι η σύλληψη των προσώπων. Δεν κατάλαβαν ότι ο "τρομονόμος" ήταν πολύτιμος για να μπορεί να ελέγχεται εύκολα η κοινωνία και όχι για να επιτύχουν μεγάλες καταδίκες των τρομοκρατών.
Οι Αγγλοσάξονες είδαν την "πατάτα" της ελληνικής τρομοκρατίας πάνω στη "φωτιά" και θεώρησαν ότι η ελληνική εξουσία έπρεπε να την πιάσει για να την εξαφανίσει. Αυτό όμως που για την αγγλοσαξονική εξουσία είναι μια ακίνδυνη καθημερινή πρακτική δεν είναι το ίδιο για την ελληνική εξουσία. Γιατί; Γιατί τα αγγλοσαξονικά συστήματα είναι "Μπανανίες" ακόμα και στο θεσμικό επίπεδο. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν καν συνταγματικούς νόμους και όταν έχουν αποτελούν "παπαρολογίες" και ευχολόγια, χωρίς να αγγίζουν την "ταμπακέρα" των δικαιω­μάτων των πολιτών. Αυτά τα κράτη έχουν εξουσίες, που με την "άδεια" του νόμου δεν σέβονται τίποτε και κανέναν. Όλοι είδαμε τους νόμους τύπου "patriot" των ΗΠΑ. Αυτά δεν γίνονται σε μια ευνομούμενη δημοκρατία. Νόμοι, που επιτρέπουν στην εξουσία να συλλαμβάνει όποιον θέλει, για όποιον λόγο θέλει, να τον κρατάει όσο θέλει και να μην το ανακοινώνει σε κανέναν. Νόμοι, που επιτρέπουν στην εξουσία να αφαιρεί υπηκοότητες και να γεμίζει τα παράνομα "Γκουαντανάμο" της όποτε θέλει. Νόμοι, που δίνουν τη δυνατότητα στην εξουσία ακόμα και να σκοτώνει πολίτες.
Αυτά είχαν προφανώς στο μυαλό τους οι "θεματοφύλακες" της παγκόσμιας δημοκρατίας και γι' αυτό επέβαλαν στην ελληνική εξουσία να "λύσει" άπαξ το πρόβλημα της τρομοκρατίας. Η "πατάτα" όμως της ελληνικής τρομοκρατίας ήταν καυτή και αυτό το γνώριζαν οι εξουσιαστές μας. Το γνώριζαν και γι' αυτό δεν την έπιαναν επί τριάντα χρόνια. Ως υπάκουοι δούλοι όμως άπλωσαν τα χέρια τους να την πιάσουν και σήμερα δυστυχώς την έχουν στα χέρια τους. Το θέμα είναι ότι δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Τα πράγματα δεν είναι απλά γι' αυτούς. Ήρθε η ώρα της κρίσης. Ο "παιδεραστής" έπιασε τον "βάνδαλο" και τώρα θα πρέπει αναγκαστικά να του δώσει τον λόγο. Αυτό όμως είναι πρόβλημα. Γιατί; Γιατί η ελληνική εξουσία, ακόμα κι αν δεν είχε άμεση σχέση με την τρομοκρατία, είναι βέβαιον ότι επωφελήθηκε από αυτήν και εν πολλοίς την κατεύθυνε. Είναι βέβαιον ότι θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις γι' αυτά που καταγγέλλουν οι τρομοκράτες και μέχρι σήμερα απέφευγε να απαντήσει.
Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα το κράτος είναι τρομοκρατημένο με τη δίκη. Φοβάται γι' αυτά που θα ακουστούν μέσα στη δίκη. Φοβάται μήπως αυτά τ' ακούσει κι αυτός που δεν πρέπει και είναι ο λαός. Ο απατημένος από όλες τις απόψεις λαός. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θέλει την τηλεόραση μέσα στην αίθουσα, όπου διεξάγεται η δίκη.
Τι φοβάται το ελληνικό κράτος; Την αποκάλυψη της αθλιότητάς του. Την αποκάλυψη των σχέσεων της εξουσίας του με τους ιμπεριαλιστές. Την αποκάλυψη του εσωτερικού ιμπεριαλισμού που ασκούν κάποιες οικογένειες "μανδαρίνων" εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Την απο­κάλυψη του ιμπεριαλισμού που ασκεί η εκτελεστική εξουσία απέναντι στις δύο άλλες. Τα πάντα λειτουργούν αλυσιδωτά κι αυτό κάνει τον φόβο του κράτους ακόμα πιο μεγάλο. Μία και μόνον "θηλιά" να ξηλωθεί στο δικαστήριο και θα γκρεμιστεί το κατεστημένο που μας κυβερνά. Το σύνολο των προβλημάτων ξεκινούν από το γεγονός ότι πολύ συγκεκριμένα άτομα διαχειρίζονται μια κρατική εξουσία, η οποία δεν λειτουργεί με τον τρόπο που προβλέπει το Σύνταγμα. Από τη μία πλευρά έχουμε δηλαδή ιδιωτικά συμφέροντα, που νέμονται τα πάντα μεταξύ τους και από την άλλη μια διαπλοκή εξουσιών, που δημιουργεί τις συνθήκες οι οποίες απειλούν το Σύνταγμα και βέβαια τη δημοκρατία.
Τα πάντα ξεκίνησαν στην "αυγή" της μεταπολίτευσης. Οι ιμπεριαλιστές "έτρεμαν" στην ιδέα ότι μετά την πτώση της Χούντας και τον έντονο αντιαμερικανισμό του ελληνικού λαού θα έχαναν τον έλεγχο του ελληνικού κράτους. Επέτρεψαν στους Έλληνες να δημιουργήσουν το Σύνταγμα που ήθελαν, αλλά κατάφεραν και το "ακύρωσαν" με τις επιλογές τους. Αυτό έγινε μέσω των προσώπων που κατά παραγγελία των Αμερικανών ανέλαβαν να μας "σώσουν" τη μεταπολιτευτική περίοδο. Τι έγινε τότε; Εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα ο κομματισμός, που καταστρατηγεί κάθε έννοια δημο­κρατίας. Γιατί; Γιατί δημιουργεί συνθήκες ολιγοπωλίου στη διαχείριση της εξουσίας. Από τότε μέχρι σήμερα δύο στην κυριολεξία ιδιόκτητα κόμματα κυβερνούν τον τόπο. Η ιδιοκτησία του Καραμανλή την οποία σφετερίζεται ο Μητσοτάκης και η ιδιοκτησία του Παπανδρέου. Αυτά τα κόμματα-ιδιοκτησίες και οι "χορηγοί" τους μονοπωλούν τα πάντα. Υπό την αιγίδα των ιμπερια­λιστών και χάρη στην άγνοια των πολιτών πήραν τα πνευματικά δικαιώματα των ιδεολογιών τις οποίες υποτίθεται πρεσβεύουν. Η ΝΔ πήρε τα δικαιώματα του φιλελευθερισμού και το ΠΑΣΟΚ τα δικαιώματα του σοσιαλισμού. "Φιλελεύθερο" στην Ελλάδα έγινε μόνο ό,τι έχει license από την ΝΔ και το αντίστοιχο συμβαίνει και με το ΠΑΣΟΚ.
Αυτές οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, αγνοώντας παντελώς το Σύνταγμα, γρήγορα άρχισαν τα εγκλήματα. Ανέπτυξαν θηριώδεις μηχανισμούς χάρη στα χρήματα του λαού. Εξασφαλίζοντας παράνομη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, έγιναν τα μονοπώλια στους χώρους τους οποίους υποτίθεται εξέφραζαν. Γρήγορα έγιναν μηχανισμοί διαχείρισης της κοινωνικής προβληματικότητας. Έγιναν μηχανισμοί, όπου κυρίαρχοι ήταν τα "τρωκτικά", οι "κηφήνες" και όλα τα υπόλοιπα άγρια "ζώα" της ανθρώπινης ζούγκλας. Εκμεταλλεύτηκαν τις ιδεοληψίες και τους φόβους του λαού και του πρόσφεραν τα ιδιωτικά τους "καταφύγια". Εκμεταλλεύτηκαν την αγωνία και τη φτώχια του λαού και έγιναν μηχανισμοί βολέματος για τους πιστούς τους. Μεγάλα "μαντριά", που μέσα τους περιφέρονταν τα φοβισμένα "πρόβατα", αναζητώντας είτε την ασφάλεια είτε την κρατική "ταΐστρα". Το θηριώδες του μεγέθους τους, καθώς και η μόνιμη σχέση τους με την εξουσία, δημιούργησαν τη λεγόμενη "διαπλοκή". Το κάθε κόμμα πήρε τους "χορηγούς" της προτίμησής του και δημιούργησαν το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης.
Στην κυριολεξία μετρημένες στα δάκτυλα είναι οι οικογένειες που αυτήν τη στιγμή ελέγχουν τα πάντα στην Ελλάδα. Είτε μιλάμε για το επίπεδο της πολιτικής είτε γι' αυτό της οικονομίας. Στην Ελλάδα της δημοκρατίας ελάχιστοι άνθρωποι λυμαίνονται τα πάντα και η συντριπτική πλειοψηφία του λαού βρίσκεται στα όρια της αθλιότητας. Καραμανλήδες, Μητσοτάκηδες, Παπανδρέου και μερικοί άλλοι είναι οι ιδιοκτήτες των κομμάτων που έχουν μετατρέψει το ίδιο το κράτος σε κομματική ιδιοκτησία και κατ' επέκταση σε προσωπική τους ιδιοκτησία. Κοντά σ' αυτούς και κάποιες οικογένειες οικονομικών μεγαλοπαραγόντων, που "αρμέγουν" ελέω κομμάτων το σύνολο του εθνικού κεφαλαίου. Το κάθε κόμμα θεριεύει τους δικούς του παράγοντες, οι οποίοι στη συνέχεια μετατρέπονται σε "χορηγούς" του και το "ευεργετούν", ενώ στην πραγματικότητα μοιρά­ζονται με τους συνενόχους τους τη "λεία" των κλοπών τους.
Όλα αυτά όμως δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, αν δεν υπήρχε επέμβαση στον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του συστήματος. Έπρεπε να νικηθεί ο μεγάλος τους εχθρός κι αυτός ήταν το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα, που είχε τα αντίμετρα για τον οποιονδήποτε θα επιχειρούσε να το καταλύσει. Ποιος ήταν ο κίνδυνος εξαιτίας του Συντάγματος; Ο διαχωρισμός των εξουσιών μεταξύ τους. Τα κόμματα και οι ιδιοκτήτες τους μπορούσαν να μονοπωλούν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αλλά είχαν ένα τεράστιο πρόβλημα. Δεν μπορούσαν να ελέγχουν τη δικαστική εξουσία, που από το ίδιο το Σύνταγμα ορίζεται ως ο βασικός θεματοφύλακάς του. Τα κόμματα μπορούν να γίνουν "αφεντικά" των δύο εξουσιών, αλλά δεν μπορούν να γίνουν "αφεντικά" της εξουσίας που έχει "αφεντικό" της το ίδιο το Σύνταγμα. Δεν μπορούσαν να ελέγχουν μια εξουσία, που στελεχώνεται με τρόπους οι οποίοι δεν ευνοούν τα κόμματα.
Γιατί ήταν γι' αυτούς θεμελιώδες να ελέγξουν αυτήν την εξουσία; Γιατί η εξουσία αυτή είναι ιδιόρρυθμη. Δεν παράγει πολιτική, αλλά μπορεί να ακυρώσει πολιτική. Δεν σου λέει προς τα πού να "πάς", αλλά μπορεί να σου απαγορεύσει να "πάς" εκεί όπου αποφάσισες, αν το κρίνει αντισυνταγματικό. Δεν συμμετέχει σε νομές "λείας" και άρα σε εύνοιες, αλλά μπορεί να τιμωρήσει αυτούς που νέμονται τις "λείες" κι ευνοούν τους εκλεκτούς τους. Αυτή η εξουσία έχει το "μέτρο" του Συντάγματος και αυτή μπορεί να "μετρήσει" το τι κάνουν οι υπόλοιπες εξουσίες.
Τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η δικαστική εξουσία, οι ιδιοκτήτες των κομμάτων, που ήθελαν ελέω ΗΠΑ να μονοπωλούν την εξουσία, τη διέβλεψαν εγκαίρως. Εκμεταλλεύτηκαν δύο πράγματα προκειμένου να την ελέγξουν. Την άσχημη σχέση που είχε η εξουσία αυτή με τον λαό και τη σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαστική. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το εξής: Η δικαστική εξουσία, όπως και άλλοι μηχανισμοί του κράτους, συνεργάστηκε με τη Χούντα. Ως μηχανισμός, που στελεχώνεται από ισόβιους και μη αιρετούς λειτουργούς, ήταν δεδομένο ότι συνεργάστηκε και άρα είχε πολύ πιο άσχημη εικόνα από τις δύο άλλες εξουσίες. Ενώ δηλαδή η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία "ανανέωσαν" το δυναμικό τους μετά τη Χούντα, η δικαστική εξουσία δεν το έκανε, γιατί απλά ήταν αδύνατον να το κάνει. Δεν είναι δυνατόν να "ξηλωθεί" ολόκληρο το δικαστικό σώμα, για να ανανεωθεί στον βαθμό που ανανεώνεται μία κυβέρνηση ή μία βουλή. Επιπλέον, ο ρόλος της και η φύση της, που έχει σχέση με την έννοια της τιμωρίας, την έκανε αντιπαθητική στον λαό. Οι πονηροί αυτό εκμεταλλεύτηκαν. Δεν έκαναν ένα βασικό "ξεκαθάρισμα" μέσα στους κόλπους της εκ του πονηρού. Δεν την "αποχουντοποίησαν" στον απαραίτητο βαθμό, για να μπορούν να την κατηγορούν και να την διαβάλουν εύκολα.
Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να παραστήσουν τους "προστάτες" του λαού και να την "καπε­λώσουν". Πώς; Με το να δώσουν υπερεξουσίες στον υπουργό δικαιοσύνης. Στον "δημο­κράτη" υπουργό, που είχε τον "αέρα" της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Δεν επέτρεψαν στο Σύνταγμα να "κηδεμονεύει" αυτήν την εξουσία, αλλά έδωσαν αυτόν τον ρόλο σε κάποιο πρόσωπο αμφιβόλου ποιότητας. Μετέτρεψαν ένα αιρετό και άσχετο "τίποτε" σε κυρίαρχο παράγοντα μιας από τις τρεις θεμελιώδεις εξουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν τρομερό. Η φυσική ηγεσία της δικαστικής εξουσίας δεν βρισκόταν υπό την εξουσία του Συντάγματος, αλλά υπό την εξουσία ενός κοινού παραγοντί­σκου της εκτελεστικής εξουσίας. Παραβιάστηκε το Σύνταγμα, που προβλέπει το εξής θεμελιώδες. ’ρθρo 87.2. Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τoυς υπόκεινται ΜΟΝΟ στo Σύνταγμα και στoυς νόμoυς και σε καμία περίπτωση δεν υπoχρεoύνται να συμμoρφώνoνται με διατάξεις πoυ έχoυν τεθεί κατά κατάλυση τoυ Συντάγματoς.
Το αποτέλεσμα αυτής της παραβίασης; Εγκληματικό για τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. ’λλαξε ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας και μειώθηκε η ισχύς της. Μετατράπηκε σε ένα "δεκανίκι" της εκτελεστικής εξουσίας. Ένα "δεκανίκι", που έδινε νομιμοφάνεια στις παρανομίες της. Η δικαστική εξουσία έπαψε να έχει ανεξάρτητο λόγο. Δεν μπορούσε να έχει λόγο ούτε καν στην εσωτερική της λειτουργία και στις αρχαιρεσίες της. Αυτό "αποτυπώνεται" και στο τυπικό της όλης λειτουργίας της. Η φυσική ηγεσία μιας από τις τρεις θεμελιώδεις εξουσίες δεν ορκίζεται ενώπιον του προέδρου της δημοκρατίας, όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά της. Δεν ορκίζεται όπως ο πρωθυπουργός ή ο πρόεδρος της βουλής, που τίθενται επικεφαλείς των άλλων δύο εξουσιών. Αυτό κάτι σημαίνει. Όταν ορκίζεται ένας ασήμαντος παράγοντας της εξουσίας, όπως είναι ο διοικητής της τράπεζας της Ελλάδας —που είναι ένας κοινός υπάλληλος—, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ύποπτο —αν όχι εγκληματικό— να μην ορκίζεται η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας.
Η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας "προάγεται" και δεν "αναλαμβάνει" καθήκοντα. Προάγεται όπως προάγεται ένας λοχίας σε επιλοχία. Γιατί έγινε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Για να μπορεί η εκτελεστική εξουσία να απειλεί όποιον δικαστικό δεν την εξυπηρετεί. Για να μπορεί να απειλεί όποιον θα έχει τη φαεινή ιδέα να διερευνά ό,τι δεν πρέπει να διερευνάται. Για να μπορεί να διώχνει από τον σώμα όποιον δικαστή την ενοχλεί. Για να μπορεί να σέρνει τους "λοχίες" τής δικαιοσύνης στο γραφείο του εκάστοτε υπουργού δικαιοσύνης. Του απόλυτου κυρίαρχου μιας από τις κυρίαρχες εξουσίες. Αν σ' αυτό προστεθεί και η σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ των εξουσιών, ο αναγνώστης παίρνει μια πλήρη εικόνα της "ανεξάρτητης" δικαιοσύνης. Ο υπουργός δικαιοσύνης δεν αποφασίζει μόνον για τις αρχαιρεσίες, αλλά και για τους μισθούς τους. Γίνεται ο κορυφαίος και μοναδικός "συνδικαλιστής" των δικαστών, που θ' αναλάβει να μεταφέρει τα αιτήματά τους στον πρωθυπουργό. Κατ' αυτόν τον τρόπο η εκτελεστική εξουσία γίνεται ο "εργοδότης" της δικαστικής εξουσίας. Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορεί εύκολα ένας υφιστάμενος να πάει "κόντρα" στον προϊστάμενο. Πώς θα πάει την επομένη να ζητήσει παροχές; Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβει κάποιος πώς οι ισχυροί παράγοντες του τόπου εξασφαλίζουν απαλλακτικά βουλεύματα κάθε φορά που κινδυνεύουν.
Αν υπήρχε σεβασμός προς το Σύνταγμα, τα πράγματα θα έπρεπε να ήταν διαφορετικά. Θα έπρεπε το σώμα των δικαστών να είναι ανεξάρτητο από κάθε παρέμβαση. Να αποφάσιζε μόνο του για την εσωτερική λειτουργία του και πολύ περισσότερο για τις αρχαιρεσίες του. Οι μισθοί των δικαστών να συνδέονταν με σταθερά μεγέθη, που δεν θ' ανάγκαζαν τους δικαστές να "κρυπτο­συνδικαλίζονται" και να "σέρνονται" στα γραφεία της εκτελεστικής εξουσίας. Τι σημαίνει σταθερά μεγέθη; Να εισπράττουν αυτά που εισπράττουν άλλοι δημόσιοι λειτουργοί, στους οποίους δεν απαγορεύεται ο συνδικαλισμός. Να εισπράττουν οι αρεοπαγίτες ίσα με τους βουλευτές. Οι εφέτες ίσα με τους περιφερειάρχες και οι κοινοί δικαστές ίσα με τους ομοβάθμιούς τους του δημοσίου. Ποιος θα τολμούσε να παρενοχλήσει τη δικαιοσύνη σε μια τέτοια περίπτωση; Σε μια περίπτωση που κανένας δεν θα μπορούσε ν' απειλεί κανέναν, είτε σε επίπεδο εξέλιξης είτε σε επίπεδο παροχών;
Θα τολμούσε ο υπουργός δικαιοσύνης να καλέσει στο γραφείο του τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για να τον συγχαρεί για την προαγωγή του; Γιατί τον καλεί; Για να τον συγχαρεί για το "δώρο" που ο ίδιος του χάρισε; Τον καλεί, για να του δείξει ποιος είναι το "αφεντικό". Από το ποιος πηγαίνει σε ποιον στις εθιμοτυπικές συναντήσεις μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο ισχυρός. Γι' αυτό τον καλεί στο γραφείο του ο υπουργός δικαιοσύνης. Τον καλεί, για να ελέγξει τη νομιμοφροσύνη του ως προς το πρόσωπό του. Τον καλεί ως "αφεντικό", για να του ζητήσει να "μεριμνήσει" για μια "ειδική" περίπτωση. Όταν παίρνεις δώρα, ανταποδίδεις δώρα. Όταν δεν περιμένεις δώρα, κάνεις τη δουλειά σου. Πώς θα κάνει τη δουλειά της η ηγεσία της δικαιοσύνης, όταν ως πρόσωπα "χρωστάνε" στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία; Πώς θα ελέγξουν τους νόμους που επιβάλει η εκτελεστική εξουσία στην νομοθετική σ' ό,τι αφορά τη συνταγματικότητά τους; Το Σύνταγμα είναι σαφές σ' αυτόν τον τομέα. ’ρθρo 93 4. Tα δικαστήρια ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ να μην εφαρμόζoυν νόμo πoυ τo περιεχόμενό τoυ είναι αντίθετo πρoς τo Σύνταγμα.
Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, αυτός ο απλός νόμος είναι που κάνει την εξουσία της δικαιοσύνης πανίσχυρη και της διασφαλίζει την ανεξαρτησία της. Γιατί; Γιατί απλούστατα της δίνει το δικαίωμα να κρίνει το σύνολο των νόμων με το "μέτρο" του Συντάγματος. Γιατί της δίνει το δικαίωμα να "αντινομοθετεί", όταν αυτοί οι οποίοι νομοθετούν είναι παράνομοι, είτε λόγω βλακείας είτε λόγω ανικανότητας είτε λόγω διαφθοράς. Της δίνει το δικαίωμα να κρίνει τις άλλες δύο εξουσίες. Τις εξουσίες, οι οποίες είναι πιθανόν να παραβούν το Σύνταγμα. Τις εξουσίες, που, πάνω στην αγωνία των διαχειριστών τους να παραμείνουν στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, δεν θα διστάσουν να εξυπηρετήσουν πολυποίκιλα έκνομα συμφέροντα.
Αυτή είναι η ιδιομορφία της δικαστικής εξουσίας. Η εξουσία αυτή δεν κυβερνάει τον λαό. Προστατεύει τον λαό από κακούς κυβερνήτες. Αυτός ο οποίος κυβερνάει αποφασίζει προς τα πού θα "πάμε". Αυτός όμως ο οποίος μας προστατεύει αποφασίζει πού δεν πρέπει να "πάμε". Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου τυπικό το θέμα της ορκωμοσίας της ηγεσίας της δικα­στικής εξουσίας. Όταν ορκίζεσαι δίνεις λογαριασμό μόνον στον λαό με βάση την πίστη σου στο Σύνταγμα. Όταν προάγεσαι δίνεις λογαριασμό μόνον στον εκάστοτε υπουργό δικαιοσύνης.
Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό ήταν παντελώς "σάπιο". Τα δύο μεγάλα ιδιόκτητα κόμματα κατάφεραν και με τη μόνιμη επαφή τους με την εκτελεστική εξουσία μπόρεσαν και έλεγξαν τα πάντα. Έλεγξαν την νομοθετική εξουσία και στη συνέχεια έλεγξαν τη δικαστική εξουσία. Στην κυριολεξία τρεις οικογένειες μονοπωλούν τα πάντα. Μπό­ρεσαν κι εξυπηρέτησαν το σύνολο των συμφερόντων που είχαν "υποχρέωση" να εξυπηρετήσουν. "Εξυπηρέτησαν" τους ιμπεριαλιστές, που ήταν τα "αφεντικά" τους. "Εξυπηρέτησαν" τους χορηγούς, που ήταν οι ευεργέτες τους. "Εξυπηρέτησαν" και τα οικογενειακά τους συμφέροντα. Τρεις οικογένειες όλες κι όλες. Τρεις οικογένειες και κάποιοι λίγοι "δορυφόροι" τους. Οι Παπανδρέου, οι Καραμανλήδες και οι Μητσοτάκηδες. Οι διορισμένοι λακέδες των Αμερικανών, που μετα­τρέπουν σε λακέδες όχι μόνον τους βουλευτές και τους δικαστές, αλλά και τον υπόλοιπο λαό.
Κατάλαβε τώρα ο αναγνώστης γιατί είναι τρομοκρατημένο το κράτος; Κατάλαβε γιατί "καίγεται" από την καυτή "πατάτα" της τρομοκρατίας; Τρέμουν οι μεγαλοπαράγοντες της ελληνικής κοινωνίας για τις εξελίξεις που μπορούν να δρομολογηθούν εξαιτίας της δίκης της υποτιθέμενης 17 Νοέμβρη. Γιατί; Γιατί αυτοί οι οποίοι διαχειρίζονται το κράτος το κάνουν "ένοχο". "Ένοχο" απέναντι στο Σύνταγμα κι απέναντι στον λαό. Κινδυνεύουν αυτοί οι μεγαλοπαράγοντες όχι απλά να δικαστούν δίπλα-δίπλα με τους τρομοκράτες, αλλά να εκτελεστούν στις πλατείες για εσχάτη προδοσία. Τώρα, εξαιτίας της βλακείας των ιμπεριαλιστών, είναι υποχρεωμένοι να "λουστούν" τους Κουφοντίνες και τους Ξηρούς. Είναι υποχρεωμένοι να τους δώσουν τον λόγο κι αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί θ' αρχίσει να ξετυλίγεται το "κουβάρι" που οδηγεί σ' αυτές τις οικογένειες. Θ' αρχίσει να εξασθενεί ο "γόρδιος δεσμός", που συνδέει το σύνολο των εξουσιών με τις οικογένειες αυτές. Μέσω της δίκης θα οδηγηθούμε σε κάποιους λίγους πολίτες, που αντι­λαμβά­νονται τους εαυτούς τους πιο "ίσους" απ' όσο ανέχεται το εκ των δεδομένων βίαιο Σύνταγμά μας.
Πού "συναντώνται" οι Παπανδρέου, οι Μητσοτάκηδες και οι Καραμανλήδες με τους Κουφο­ντίνες, τους Ξηρούς και τους Σερίφηδες; Στην αίθουσα του δικαστηρίου; Απλά ο καθένας καταλήγει εκεί από διαφορετική αφετηρία. Αν όμως γνωρίζει κάποιος την "πορεία" των ισχυρών προς το δικαστήριο, εύκολα τους καταστρέφει. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Αυτές οι οικογένειες έγιναν ελέω ΗΠΑ οι κυρίαρχοι πολιτικοί παράγοντες της χώρας. Αυτοί μονοπωλούν το δικαίωμα στη διεκδίκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Με μέσον αυτούς οι Αμερικανοί ελέγχουν όχι μόνον την κυβέρνηση, αλλά και την αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση κυβερνάει με "ραβασάκια" των Αμερικανών και η αντι­πολίτευση "εμφανίζεται" μόνον όταν το αντιπολιτευτικό της "έργο" δεν θίγει τις βασικές στρατηγικές των ιμπεριαλιστών. Η κυβέρνηση ελέγχει τη βουλή και η αντιπολίτευση περιορίζει τις αντιδράσεις της μόνον όταν δεν ενοχλεί τους Αμερικανούς. Γιατί; Γιατί τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση βρίσκονται υπό την εξουσία αυτών των οικογενειών.
Από εδώ ξεκινάει ο πρώτος "κόμπος", που συνδέει μόνιμα αυτές τις συγκεκριμένες οικο­γένειες με την εκτελεστική εξουσία η οποία ελέγχει τα πάντα. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι αλληλένδετα. Ο πρώτος "κόμπος" συνδέει αυτές τις οικογένειες με την εκτελεστική εξουσία και ο δεύτερος συνδέει την εκτελεστική εξουσία με τις άλλες δύο εξουσίες. Το αποτέλεσμα είναι μερικές οικογένειες ιδιωτών να ελέγχουν το σύνολο των εξουσιών.
Θα εξετάσουμε την περίπτωση του "τρομονόμου", για να καταλάβει ο αναγνώστης πώς λειτουργούν τα πράγματα στη "Μπανανία". Η εκτελεστική εξουσία πήρε από τους ιμπεριαλιστές υπό μορφή "ραβασακίου" έτοιμο τον "τρομονόμο". Έναν νόμο προφανώς αντισυνταγματικό. Με την κομματική της δύναμη μπόρεσε να επιβάλει την επιλογή της στη νομοθετική εξουσία. Μπορεί να εκβιάζει τους βουλευτές και άρα μπορούσε να τον περάσει από τη βουλή. Είτε στο όνομα της ιδεολογίας είτε στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας είτε εξαιτίας ενός κοινού εκβιασμού, είναι εύκολο να ελεγχθεί το σώμα των βουλευτών.
Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν απλά. Το "ραβασάκι" θα περνούσε από τη βουλή και θα παραδιδόταν στο σύστημα δικαιοσύνης. Ο υπουργός δικαιοσύνης ήταν εκείνος ο οποίος προφα­νώς ανέλαβε να ελέγξει το σύστημα δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να μην αντιδράσει απέναντι στο νομοθετικό αυτό "έκτρωμα". Σε περίπτωση που θα υπήρχε αντίδραση, θα ξεκινούσε τη διαδικασία των προαγω­γών και των συνταξιοδοτήσεων. Αυτό γίνεται πάντα. Όποιος φιλόδοξος δικαστικός "πλειοδοτήσει" σε πίστη απέναντι στον υπουργό, θα "προαχθεί". Όποιος διατυπώσει αντιρρήσεις, θα συνταξιοδοτηθεί. Από τη στιγμή που θα περάσει ο κάθε "τρομονόμος" τα "φίλτρα" της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας, θα παραδοθεί στους κοινούς δικαστές για να δικάσουν. Στους δικαστές, που από το Σύνταγμα έχουν το δικαίωμα ν' αμφισβητήσουν την επιλογή της ηγεσίας τους και ν' αρνηθούν να εφαρμόσουν τον αντισυνταγματικό νόμο.
Αυτή είναι η "πορεία" των Μητσοτάκηδων, των Παπανδρέου και των Καραμανλήδων μέχρι το σημερινό δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν οι τρομοκράτες. Αυτοί, για δικούς τους λόγους, ξεκίνησαν έναν ένοπλο αγώνα εναντίον του συστήματος. Θεώρησαν το σύστημα ένοχο και θέλησαν να το "καταγγείλουν" με τις εγκληματικές πράξεις που διέπραξαν. Η πορεία αυτών των ανθρώπων είναι σχετικά απλή και σύντομη. Εξοργίστηκαν, εγκλημάτησαν, συνελήφθησαν και έφτασαν κι αυτοί στο ίδιο δικαστήριο. Στη δικαστική αίθουσα οι μεν "σπρώχνουν" του δε, βάζοντας στη "μέση" τους δικαστές. Οι ισχυροί της εξουσίας "σπρώχνουν" μέσω των δικαστών τους αντι­δραστικούς, οι οποίοι κατηγορούνται για τρομοκρατία και το αντίστροφο. Γιατί; Γιατί ο καθένας έχει δικά του συμφέροντα να υπερασπιστεί. Καί οι δύο αυτές ομάδες αγωνίζονται με πάθος, γιατί είναι θέμα επιβίωσης γι' αυτούς να επιβληθεί η δική τους εκδοχή ως προς τη διεξαγωγή της δίκης.
Γιατί είναι θέμα επιβίωσης; Γιατί όποιος καταφέρει να επιβάλει τη δική του άποψη, θα καταστρέψει τον άλλο. Όποιος καταφέρει και "πείσει" τους δικαστές να υιοθετήσουν τη δική του άποψη περί του νόμου, θα νικήσει. Αν εφαρμοστεί ο "τρομονόμος" και δικαστούν οι φερόμενοι ως τρομοκράτες σαν κοινοί κακοποιοί, καταστρέφονται. Καταστρέφεται η επιλογή της ζωής τους, άσχετα με το αν εμείς συμφωνούμε με την επιλογή αυτήν ή όχι. Δικάζονται με τους νόμους που αφορούν τους σωματέμπορους, τους κλέφτες και τους εμπόρους ναρκωτικών. Η δίκη τους θα χάσει τον δημόσιο χαρακτήρα που της αρμόζει και ο λαός δεν θα έχει τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει. Η άποψή τους δεν θα δημοσιοποιείται και στην ουσία "φιμώνονται". Ο κόσμος στο επίπεδο που κρίνει δεν μπορεί είτε να τους "δικαιώσει" είτε να τους "καταδικάσει" για τον αγώνα τους και ταυτόχρονα οι ίδιοι αισθάνονται ότι απέτυχαν σ' αυτό που έκαναν, εφόσον ο κόσμος δεν θα μάθει τι ακριβώς κατήγγειλαν και γιατί έβαλαν τους εαυτούς σ' αυτήν τη διαδικασία. Είναι θέμα επιβίωσης γι' αυτούς να δικαστούν για πολιτικά εγκλήματα και άρα δημόσια από μεικτό ορκωτό δικαστήριο και άρα από τον ίδιο τον λαό.
Στο τακτικό δικαστήριο αυτοί εύκολα καταστρέφονται, γιατί είναι απόλυτα μόνοι τους. Είναι κατηγορούμενοι πολίτες μέσα σ' έναν χώρο όπου κυριαρχούν "υπηρέτες". Βρίσκονται στο "μέσον"  μιας εξαιρετικά δύσκολης κατάστασης. Από τη μία τους δικάζουν δικαστές, που είναι υπάλληλοι του κράτους και από την άλλη υπάρχουν οι συγγενείς των θυμάτων των ενεργειών τους, που ζητάνε σκληρή τιμωρία και οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν διαφέρουν ταξικά και οικονομικά από τους δικαστές. Γιατί; Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς είναι κρατικοδίαιτοι και έχουν κοινά συμφέροντα μ' αυτούς που δικάζουν. Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς είναι συγγενείς θυμάτων, που έχουν "καταγ­γελθεί", είτε για επιορκία είτε για άνομες σχέσεις με ανθρώπους του κράτους.
Ανατρίχιασε λέει η Ντόρα, όταν αντίκρισε τον Ξηρό. Οι τρομοκράτες, εκατομμύρια πολίτες και ο γράφων μεταξύ αυτών, ανατριχιάζουν ακόμα περισσότερο, όταν αυτή και το σόι της πλησιάζουν κάθε μήνα τα γκισέ των δημόσιων ταμείων. Μήπως ανατρίχιασε κι ο Πέτσος; Ο Πέτσος, που κατά την άποψη πολλών πολιτών θα έπρεπε να είναι φυλακή; Ο Πέτσος, που είναι ελεύθερος εξαιτίας της απόφασης ενός δικα­στη­ρίου, του οποίου ο ίδιος ο πρόεδρος είπε το τρομερό: "…μέσα από αυτό το δικαστήριο πέρασαν οι πάντες, εκτός από την αλήθεια". Μήπως ανατρίχιασε κι ο Κατσαντώνης; Ο "καθηγητής" της Χούντας, που από ένα "ψέλλισμα" του Κουφοντίνα κατάλαβε τον ηγετικό του ρόλο, αλλά δεν κατάλαβε ότι ο "τρομονόμος" είναι αντισυνταγματικός;
Απλά είναι τα πράγματα. Δεν είναι δυνατόν να δικάζεσαι για εγκλήματα που διέπραξες κατά κρατικών υπαλλήλων που τους θεωρούσες διεφθαρμένους και να εμπιστεύεσαι την κρίση κρατικών υπαλλήλων. Δεν είναι δυνατόν να εμπιστεύεσαι ένα δικαστήριο τακτικών δικαστών και από πίσω σου να βρίσκεται η κόρη του Μητσοτάκη, στον πατέρα της οποίας μπορεί ο δικαστής να οφείλει την προαγωγή του. Απαιτείς να δικαστείς από ενόρκους πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν κοινά συμφέροντα ούτε με τον Μητσοτάκη ούτε με τον τακτικό δικαστή. Απαιτείς το στοιχειώδες που διασφαλίζει μια δίκαιη δίκη. Δεν είναι δυνατόν αυτός ο οποίος θεωρείς ότι σε προκάλεσε να τον χτυπήσεις, να σε δικάσει για το χτύπημα. Δέχεσαι να δικαστείς από αυτόν που θεωρείς ότι μπορεί, λόγω φύσης και θέσης, να είναι ουδέτερος. Αυτός είναι ο λόγος που το Σύνταγμα προβλέπει τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και τις δημόσιες δίκες. Προφανώς οι "πατέρες" του Συντάγματός μας γνώριζαν από τις δικές τους περιπτώσεις ότι υπάρχει το ασυμβίβαστο σ' αυτήν την περίπτωση. Υπάρχει ασυμβίβαστο, όταν αυτός ο οποίος "καταγγέλλεται" δικάζει μόνος του τους "καταγγέλοντες".
Γι' αυτόν τον λόγο οι τρομοκράτες "σπρώχνουν" τους δικαστές μέσα στο δικαστήριο. Απαιτούν "ανώτερο" δικαστήριο, γιατί θεωρούν τα εγκλήματά τους "ανώτερου" τύπου. Αυτό όμως αναγκάζει καί τους Μητσοτάκηδες καί τους ομοίους τους να "σπρώχνουν" προς την αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί; Γιατί αν καταφέρουν οι κατηγορούμενοι να "σπρώξουν" το δικαστήριο, τους εκθέτουν και "ακυρώνουν" τον "τρομονόμο". Η ακύρωση του "τρομονόμου" εύκολα μας οδηγεί σ' αυτούς που τον επέβαλαν στα δικαστήρια. Εύκολα αποδεικνύεται ότι αυτός ο νόμος ήταν ένα "ραβασάκι" των αφεντικών τους.
Όμως, από εκεί και πέρα αρχίζουν και "ξετυλίγονται" αυτά που πρέπει και συμφέρει τους πονηρούς να είναι μπερδεμένα. Τα πάντα λειτουργούν αλυσιδωτά. Γιατί; Γιατί αν αποδειχθεί ο "τρομονόμος" αντισυνταγματικός, αυτόματα πρέπει όχι απλά ν' αντικατασταθούν οι τακτικοί δικαστές, αλλά να παραιτηθούν από το δικαστικό σώμα. Γιατί; Γιατί αν δεν κατηγορηθούν για επιορκία, θα κατηγορηθούν για ανικανότητα. Γιατί ανέλαβαν να εκδικάσουν μόνοι τους μια υπόθεση, που δεν ήταν στην αρμοδιότητά τους. Μόνοι τους έπρεπε να καταλάβουν την αντι­συνταγματικότητα του νόμου και όχι να περιμένουν από τους κατηγορούμενους να τους το καταγγείλουν. Έπρεπε μόνοι τους να καταλάβουν ότι η δίκη αυτή αφορά πολιτικά εγκλήματα.
Εδώ πρέπει να πούμε το εξής σημαντικό πράγμα. Πολλοί αμφισβητούν την πολιτική διάσταση των εγκλημάτων, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Μιλάνε για ληστές, κοινούς κακοποιούς κλπ.. Προσπαθούν ν' "ανιχνεύσουν" την πολιτική διάσταση των εγκλημάτων και υποτίθεται δεν βρίσκουν τέτοια. Αν όλοι αυτοί δεν το κάνουν από κοινή βλακεία, είναι απλά πονηροί. Γιατί; Γιατί σ' ό,τι αφορά την ιδιότητα των κατηγορουμένων συμβαίνει το εξής: Ένας εγκληματίας μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολυεγκληματίας. Μπορεί δηλαδή να υποπέσει ταυτόχρονα σε πολλές εγκληματικές πράξεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να πάει να φονεύσει κάποιον και ταυτόχρονα να κάνει φασαρία και άρα να διαταράσσει την κοινή ησυχία. Μπορεί, στην πορεία του προς τον φόνο, να κλέψει κι ένα περίπτερο. Όταν τον συλλάβεις αυτόν τον άνθρωπο, τον χαρακτηρίζεις πάντα με την ιδιότητα που του προσδίδει το βαρύτερο έγκλημά του. Συλλαμβάνεις έναν φονιά. Δεν συλλαμβάνεις ούτε έναν ταραξία ούτε έναν κλέφτη περιπτέρων. Τον εγκληματία τον χαρακτηρίζει πάντα η βαρύτερη κατηγορία.
Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί το σύστημα και οι "μανδαρίνοι" του θα μας τρελάνουν με τη βλακεία τους. Επιμένουν εκ του πονηρού να χαρακτηρίζουν τους συλληφθέντες σαν ληστές και κοινούς κακοποιούς. Αυτό είναι λάθος. Οι συλληφθέντες είναι πάνω απ' όλα κατηγορούμενοι για φόνους. Αυτή τους η ιδιότητα επικαλύπτει τις υπόλοιπες. Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί θέλουν να περάσουν στον κόσμο την ιδέα ότι πρόκειται περί κοινών κακοποιών. Γιατί θέλουν στο δικαστήριο να ρωτάνε ληστές γιατί έκαναν τις ληστείες. Θέλουν δηλαδή να κάνουν ερωτήσεις, που θα τους δώσουν απαντήσεις τις οποίες μπορούν να τις χειρίζονται. Δεν τους συμφέρει να τους αποκαλούν δολοφόνους, γιατί δεν τους συμφέρει να ρωτάνε μέσα στο δικαστήριο γιατί δολοφόνησαν αυτούς που κατηγορούνται ότι δολοφόνησαν. Δεν ρωτάνε τον δολοφόνο του παραδείγματός μας γιατί σκότωσε αυτόν που σκότωσε, γιατί φοβούνται μήπως αποκαλυφθεί ότι το θύμα ήταν χειρότερο από τον θύτη. Τον ρωτάνε γιατί έκανε φασαρία και γιατί λήστεψε το περίπτερο.
Αυτό το κάνουν εκ του πονηρού και για δύο λόγους. Πρώτον αποφεύγουν τις ανεπιθύμητες αποκαλύψεις και δεύτερον δίνουν νομιμοφάνεια στον "τρομονόμο". Γιατί; Γιατί με διαφορετικούς νόμους δικάζεται κάποιος που ληστεύει μια τράπεζα και με διαφορετικούς νόμους κάποιος που διέπραξε έναν φόνο, χωρίς να υπάρχουν τα στοιχεία που εντάσσουν αυτόν τον φόνο στο κοινό έγκλημα. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Όταν ένας άνθρωπος σκοτώσει έναν άνθρωπο για να του πάρει κάτι και άρα να επωφεληθεί εις βάρος του, είναι κοινός εγκληματίας. Το ίδιον όφελος που προκύπτει για τον εγκληματία από το έγκλημα είναι αυτό το οποίο δίνει στο φόνο τα χαρακτηριστικά του κοινού εγκλήματος. Στην περίπτωση των σημερινών κατηγορούμενων δεν υπάρχει αυτό το χαρακτηριστικό. Οι τρομοκράτες δεν σκότωσαν τον Μπακογιάννη, για να του πάρουν το πορτοφόλι. Δεν σκότωσαν τον Περατικό, για να του πάρουν το καράβι. Δεν σκότωσαν τους Αμερικανούς πράκτορες, για να τους ληστέψουν. Όλους αυτούς τους σκότωσαν για άλλους λόγους. Αυτοί οι "άλλοι" λόγοι κάνουν το έγκλημα όχι απαραίτητα πολιτικό, αλλά σίγουρα "μη κοινό".
Τι σημαίνει αυτό; Ότι το ζητούμενο στην περίπτωση αυτήν δεν είναι ν' αποδείξεις ότι το έγκλημα είναι πολιτικό. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεκινήσεις να κινείσαι στο χώρο του υποκει­μενικού και να προσπαθείς να βρεις τα "μυστικά" και τα "κρυμμένα" όπως περιγράφονται στο 134 άρθρο του ποινικού κώδικα. Αυτά, αν βρεθούν, θα βρεθούν κατά τη διάρκεια της δίκης. Επειδή όμως η δίκη ξεκινάει πριν βρεθούν αυτά, σημαίνει ότι πιθανόν να κάνεις λάθος και άρα να αδικήσεις τους κατηγορούμενους. Η μορφή δηλαδή του δικαστηρίου θα ορισθεί όχι από τη δύσκολη απόδειξη του αν είναι ή δεν είναι πολιτικά εγκλήματα αυτά τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, αλλά από την εύκολη απόδειξη του ότι σίγουρα δεν διέπραξαν κοινά εγκλήματα. Είναι προφανώς πιο εύκολο να συγκρίνεις κάτι σύνθετο κι απροσδιόριστο με ένα απλό —που είναι απόλυτα προσδιορισμένο—, παρά να προσπαθήσεις να προσδιορίσεις το ίδιο το σύνθετο. Όταν ο νόμος διαχωρίζει στην αντιμετώπισή τους τούς "λευκούς" από τους "έγχρωμους", ευνόητα είναι μερικά πράγματα. Δεν προσπαθείς ν' αποδείξεις ότι κάποιος είναι λίγο "ερυθρόδερμος" και λίγο "μαύρος" και απλά είναι λίγο μπερδεμένο το "χρώμα" του. Αρκεί ν' αποδείξεις ότι δεν είναι "λευκός" και ο νόμος από μόνος του τον τοποθετεί εκεί που πρέπει και δικαιούται.
Είναι προφανές ότι τα εγκλήματα των κατηγορουμένων δεν είναι κοινά και άρα πρέπει να εκδικαστούν από μεικτό ορκωτό δικαστήριο. Είναι προφανές ότι τα εγκλήματα είναι ανώτερα των κοινών και άρα υποχρεωτικά θα πρέπει να εκδικαστούν από ανώτερα δικαστήρια. Αν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αποδειχθεί ότι δεν υπήρχε το παραμικρό στοιχείο πολιτι­κής υφής των εγκλημάτων τους, δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, όταν, εξαιτίας μιας λανθασμένης αρχικής εκτίμησης, ένα ανώτερο δικαστήριο εκδικάσει ένα κατώτερο έγκλημα. Πρόβλημα υπάρχει μόνον όταν γίνεται το αντίθετο. Όταν ένα κατώτερο δικαστήριο εκδικάσει παρανόμως ένα ανώτερο έγκλημα. Όταν δηλαδή ένα τακτικό δικαστήριο ξεκινήσει από λάθος εκτίμηση να εκδικάζει ένα έγκλημα, για το οποίο υπήρχαν ενδείξεις ότι ήταν πολιτικό και τις αγνόησε και στη συνέχεια αποδειχθεί ότι το έγκλημα ήταν πράγματι πολιτικό. Γιατί υπάρχει πρόβλημα; Γιατί οι κατηγορούμενοι δεν έτυχαν της μεταχείρισης που προβλέπει το Σύνταγμα για την περίπτωσή τους.
Τα πράγματα με τη δίκη αυτήν είναι ιδιαίτερα εύκολα για τους δικαστές, που έπρεπε να κρίνουν τη φύση των εγκλημάτων των κατηγορουμένων. Ακόμα και με την απλή παρατήρηση μπορεί να το καταλάβει κάποιος. Μακροσκοπικά, όπως θα έλεγε ένας ιατροδικαστής. Χωρίς να εξετάσει καν τη δικογραφία. Οι δικαστές με την εμπειρία τους δεν μπορούν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται; Τους έτυχε σε δίκες κοινών εγκληματιών να περιφέρονται στις αίθουσες των δικαστηρίων πράκτορες των ΗΠΑ; Τους έτυχε σε δίκες κοινών εγκληματιών να παίρνει θέση ο πρέσβης των ΗΠΑ; Ενδιαφέρθηκε ποτέ το CNN για τη δίκη κάποιου κοινού ληστή τραπεζών; Απασχόλησε την κοινή γνώμη και την εξουσία κάποια κοινή δίκη σ' αυτόν τον βαθμό; Πώς εξηγούν τα μιλιούνια των δημοσιογράφων που περιφέρονται μέσα και έξω από την αίθουσα όπου διεξάγεται η δίκη; Πώς εξηγούν το τεράστιο ενδιαφέρον του κόσμου να παρακολουθήσει τη δίκη; Επομένως οι δικαστές γνωρίζουν τι περίπου συμβαίνει. Μπορεί να μην γνωρίζουν γιατί ακριβώς είναι πολιτικά τα εγκλήματα, αλλά είναι σίγουροι ότι δεν είναι κοινά.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σ' ό,τι αφορά το πολυσυζητημένο θέμα της εισόδου της τηλεοπτικής κάμερας μέσα στον χώρο της αίθουσας όπου διεξάγεται η δίκη. Και σ' αυτό το σημείο τα πράγματα είναι απλά. Το ελληνικό Σύνταγμα είναι απόλυτα σαφές. ’ρθρo 93.2. Oι συνεδριάσεις ΚΑΘΕ δικαστηρίoυ είναι ΔΗΜΟΣΙΕΣ, εκτός αν τo δικαστήριo κρίνει με απόφασή τoυ ότι η δημoσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχoυν ειδικoί λόγoι πρoστασίας της ιδιωτικής ή oικoγενειακής ζωής των διαδίκων. Ο σημερινός νόμος, βάση του οποίου απαγορεύεται η τηλεοπτική κάμερα, είναι βέβαιον ότι είναι αντισυνταγματικός. Είναι προφανώς αντισυνταγματικός, εφόσον, αγνοώντας τον συνταγματικό νόμο, υποβιβάζει επιδεικτικά τους διαδίκους και δίνει το δικαίωμα ακόμα και στον εισαγγελέα να θέσει βέτο στην τοποθέτηση κάμερας. Ο νόμος αυτός "κατασκευάστηκε" ειδικά γι' αυτήν τη δίκη λίγους μήνες πριν τη διεξα­γωγή της. Αυτά γίνονται μόνον στις "Μπανανίες".
Επειδή όμως είναι πονηροί κάνουν το εξής: Όπως και στην περίπτωση του χαρακτηρισμού των εγκλημάτων, έτσι και στην περίπτωση αυτήν "παίζουν" με τις έννοιες, ώστε να μην έρθουν απευθείας αντιμέτωποι με τον συνταγματικό νόμο. Τι κάνουν; Το εξής απλό. Δημιουργούν σύγχυση μεταξύ της έννοιας της "μεγάλης δημοσιότητας" ενός γεγονότος με την έννοια "δημόσιο γεγονός". Θεωρούν δηλαδή —εντελώς εσφαλμένα— ότι, από τη στιγμή που επιτρέπουν τη δημο­σιό­τητα της δίκης, καλύπτουν τον συνταγματικό νόμο που απαιτεί δημόσια δίκη. Αυτό είναι λάθος. Γιατί; Γιατί ο συνταγματικός νόμος απαιτεί η δίκη να είναι δημόσια και όχι να τύχει μεγάλης δημοσιότητας.
Η διάφορά αυτή είναι τεράστια και για να την κατανοήσει κάποιος θα πρέπει να σκεφτεί το εξής απλό. Δύο άτομα συζητάνε μεταξύ τους, αλλά αυτή η ιδιωτικού χαρακτήρα πράξη τους τυγχάνει μεγάλης δημοσιότητας. Όλοι δηλαδή γνωρίζουν ότι συζητάνε, αλλά δεν γνωρίζουν τι λένε. Τι σχέση έχει αυτή η κατάσταση με τη δημόσια συζήτηση; Καμία. Το κράτος επιθυμεί μόνον τη μεγάλη δημοσιότητα της δίκης και όχι τις κάμερες, γιατί αυτές την κάνουν δημόσια. Γιατί το επιθυμεί; Γιατί με τον τρόπο αυτόν μπορεί να ελέγχει τι θα μάθει ο λαός. Γιατί έχει τα μέσα να ελέγχει τους "ενδιάμεσους" της ενημέρωσης. Οι δικοί του άνθρωποι θα πουν στον λαό τι γίνεται μέσα στο δικαστήριο. Δεν θα μπορεί ο λαός να είναι αυτόπτης μάρτυρας της δίκης, γιατί αυτό είναι κάτι που τους απειλεί.
Τα πράγματα δηλαδή είναι απλά. Η δίκη, από τη στιγμή που είναι δημόσια, επιβάλει τη χρήση του πιο προηγμένου μέσου που υπηρετεί αυτόν τον στόχο. Αν αυτήν τη στιγμή το πιο προηγμένο μέσο είναι η τηλεόραση, θα μπει αναγκαστικά η κάμερα μέσα στο δικαστήριο. Κάποτε τον "δημό­σιο" χαρακτήρα της δίκης τον εξασφάλιζε ο έντυπος τύπος και το ραδιόφωνο. Αυτά τα μέσα σήμερα ξεπεράστηκαν και το ίδιο μπορεί να συμβεί αύριο μεθαύριο και με την τηλεόραση. Στο μέλλον, για παράδειγμα, μπορεί, μέσω ηλεκτρονικών τρισδιάστατων απεικονίσεων, να "μετα­φέρεται" το δικαστήριο μέσα στο κάθε σπίτι. Να μπορεί δηλαδή ο πολίτης να "κάθεται" δίπλα στους παράγοντες της δίκης. Ό,τι είναι πιο προηγμένο και υπηρετεί την έννοια του δημοσίου χαρακτήρα της δίκης, είναι ευπρόσδεκτο από τον συνταγματικό νόμο.
Ο ίδιος όμως αυτός νόμος προσδιορίζει απόλυτα και το τι ακριβώς θα μεταδίδεται και πώς. Ο νόμος μιλάει για δημόσια δίκη και όχι για δημόσιο δικαστικό "έργο". Είναι άλλο πράγμα το ένα και άλλο πράγμα το άλλο. Το ένα είναι η πραγματικότητα που συμβαίνει μέσα στη δικαστική αίθουσα και το άλλο είναι η "πραγματικότητα" που συμβαίνει μέσα στο μυαλό του δημιουργού του. Ο νόμος δίνει το δικαίωμα στον πολίτη να μπορεί να παρακολουθήσει ελεύθερα μια δίκη και όχι να παρακολουθεί ένα δικαστικό "έργο", που μπορεί να υπηρετεί τα συμφέροντα του δημιουργού του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η δίκη θα πρέπει να δίδεται σε πραγματικό χρόνο. Είτε σε απευθείας μετάδοση είτε με κάποια χρονική καθυστέρηση —για να μπορούν να την παρακολουθήσουν οι εργαζόμενοι πολίτες—, πρέπει να μεταδίδεται σε πραγματικό χρόνο. Ακόμα και οι επαναλήψεις της τηλεοπτικής μετάδοσης πρέπει να δίνονται σε πραγματικό χρόνο. Πρέπει στην εικόνα που μεταδίδεται να υπάρχει πάντα καί η ημερομηνία καί η ώρα. Γιατί; Για να μην μπορεί κάποιος πονηρός να κάνει προσθαφαιρέσεις εικόνων με βάση τα συμφέροντά του. Πρέπει δηλαδή να γίνεται απόλυτη "μεταφορά" των δεδομένων της δίκης.
Όπως όταν μπαίνει ένας πολίτης μέσα στη δικαστική αίθουσα παρακολουθεί τα πάντα από εκείνη τη στιγμή και μετά με τον ρυθμό που αυτά γίνονται, έτσι πρέπει να γίνεται και στην τηλεοπτική μετάδοση. Όπως δεν ξεκινάει η δίκη από την αρχή, κάθε φορά που μπαίνει ένας πολίτης στη δικαστική αίθουσα, έτσι δεν πρέπει να ξεκινάει και στην τηλεοπτική μετάδοση. Η δίκη δεν είναι θεατρική παράσταση, ώστε ο πολίτης να παρακολουθεί μόνον τα "καλά" της ή τις εξάρσεις της. Ακόμα και τα "κακά" της ή η "κοιλιά" της έχουν το νόημά τους. Το "ράβε-ξήλωνε" δηλαδή απαγορεύεται, εφόσον αποτελεί μια μορφή λογοκρισίας, που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Δεν μπορεί να ελεγχθεί αυτός ο οποίος την κάνει για τις προθέσεις του. Είναι υποχρέωση λοιπόν του κάθε δημοκρατικού κράτους να διατηρεί μια τηλεοπτική συχνότητα γι' αυτήν την ανάγκη. Από εκεί και πέρα το κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο κανάλι μπορεί να "κατασκευάζει" το δικαστικό έργο της αρεσκείας του. Όπως δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν οι πολίτες να διαβάζουν τις εφημερίδες της αρεσκείας τους, που μεταφέρουν την "αλήθεια" με βάση τα δικά τους "φίλτρα", έτσι δεν μπορεί να περιοριστούν και τα κανάλια. Όλοι μπορούν να "κατασκευάζουν" το δικαστικό τους "έργο", αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνον όταν έχει διασφαλιστεί από την πολιτεία η δημόσια δίκη και άρα η πραγματικότητα.
Πρώτα δηλαδή εξασφαλίζεις την επαφή του πολίτη με την πραγματικότητα και μετά του δίνεις τη δυνατότητα να κάνει τις επιλογές του με βάση τα υποκειμενικά του κριτήρια. Πρώτα τον κάνεις αυτόπτη "μάρτυρα" ενός γεγονότος και μετά τον αφήνεις ν' "ανταλλάσσει" απόψεις με τους ομοίους του. Από αυτήν την πραγματικότητα παίρνουν τα κανάλια υλικό, για να δημιουργήσουν το "έργο" τους. Δεν μπαίνουν μέσα στη δίκη τα κανάλια, για να "παίξουν" με σκηνοθετικά "τρυκ". Για να κάνουν "ζουμ" στα πρόσωπα που βολεύουν το δικό τους "έργο". Για να εκμεταλλευτούν ανθρώπινες στιγμές, για να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να "περάσουν" εύκολα στον κόσμο την άποψή τους.  Αυτά πρέπει να απαγορεύονται ρητά. Επειδή όμως οι απαγορεύσεις δεν ισχύουν, όταν οι παραβιάσεις τους βολεύουν την εξουσία, πρέπει να μεριμνάς με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνεις την παραποίηση της αλήθειας προφανή και άρα δύσκολο το έργο για τους πονηρούς συκοφάντες. Γι' αυτόν τον λόγο πολίτες και κανάλια πρέπει να παίρνουν την πραγματικότητα από την ίδια "πηγή". Να παίρνουν εικόνα με ημερομηνία και ώρα πάνω της. Να παίρνουν εικόνα από κάμερα που ανήκει στα δικαστήρια και όχι σε κάποιο κρατικό κανάλι, το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί πρέπει να γνωρίζουμε, όταν κάποιοι "μαγειρεύουν", ποια είναι η "συνταγή τους. Τι θα πει "μαγείρεμα"; Το να δημιουργείς εντυπώσεις με πονηρό τρόπο. Εντυπώσεις, που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Να δείχνεις για παράδειγμα έναν συγγενή θύματος να περιγράφει το δράμα του κι αμέσως μετά να δείχνεις τον κατηγορούμενο να ξεκαρδίζεται στα γέλια, εξαιτίας μιας φάσης όμως που έγινε μερικές μέρες πριν. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στην κάθε εικόνα που μεταδίδουν τα κανάλια, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια, να υπάρχει ημερομηνία και ώρα.
Ευνόητο είναι ότι απαγορεύεται και η φωτογράφηση μέσα στη δικαστική αίθουσα. Απαγορεύεται, γιατί μπορεί να δημιουργεί εντυπώσεις, που δεν έχουν σχέση με το "κλίμα" της δίκης. Απαγορεύεται, γιατί μια προσωπική στιγμή ή μια προσωπική έκρηξη δεν μπορεί να μεταφέρει σωστά το "κλίμα" της δίκης. Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ο συνταγματικός νόμος είναι πλήρης. Ό,τι σήμερα αποτελεί θέμα συζήτησης περί της κάμερας, είναι εκ του πονηρού. Η φράση "δημόσια δίκη", για κάποιον που γνωρίζει ελληνικά, είναι ικανή να προσδιορίσει τα πάντα. Αυτό αποφάσισε το Σύνταγμα και αυτό είναι που πρέπει να γίνει. Η τηλεοπτική μετάδοση της δίκης δεν είναι δηλαδή θέμα απόφασης των δικαστών. Δεν μπορεί ν' αποφανθεί το δικαστήριο για κάτι για το οποίο έχει αποφανθεί το ίδιο το Σύνταγμα.
Γι' αυτόν τον λόγο τους θεωρούμε τους δικαστές που ανέλαβαν τη δίκη ύποπτους επιορκίας. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρούμε σημαντικότατο το ’ρθρo 93 4. Tα δικαστήρια ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ να μην εφαρμόζoυν νόμo πoυ τo περιεχόμενό τoυ είναι αντίθετo πρoς τo Σύνταγμα. "Υποχρεούνται" σημαίνει ότι, όταν οι δικαστές που τα στελεχώνουν δεν εκτελούν την παραγγελία του, δεν είναι απλά ανεπαρκείς, αλλά επίορκοι. Είναι υποχρεωμένοι να κρίνουν τους νόμους με βάση το Σύνταγμα πριν δικάσουν κάποιον με βάση αυτούς τους νόμους. Έπρεπε οι συγκεκριμένοι δικα­στές να καταλάβουν πολύ πριν κάνουν ένσταση οι κατηγορούμενοι ότι δεν είναι δική τους αρμοδιότητα η εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Έπρεπε, ως θεματοφύλακες του Συντάγ­ματος, να το γνωρίζουν καλύτερα από τους κατηγορούμενους και τους δικηγόρους τους. Θα έπρεπε ν' αρνηθούν να δικάσουν τους κατηγορούμενους. Γιατί; Γιατί αυτό προβλέπει το Σύνταγμα. ’ρθρo 97 1. Tα κακoυργήματα και τα ΠΟΛΙΤΙΚΑ εγκλήματα δικάζoνται από μικτά oρκωτά δικαστήρια πoυ συγκρoτoύνται από τακτικoύς δικαστές και ΕΝΟΡΚΟΥΣ, όπως νόμoς oρίζει.
Αυτή η άρνηση των δικαστών όμως, αν πραγματοποιηθεί, είναι η αρχή του τέλους για τη διαπλοκή των εξουσιών. Γιατί; Γιατί, αν οι δικαστές κάνουν το καθήκον τους, θ' απορριφθεί ο "τρομονόμος" ως αντισυνταγματικός και μάλιστα σε ένα χαμηλό επίπεδο. Αυτό όμως, όπως είπαμε, θα δημιουργήσει αλυσιδωτά φαινόμενα. Γιατί; Γιατί στη συνέχεια θα κριθεί η ηγεσία του δικαστικού σώματος για ανεπάρκεια. Θα κριθούν αυτοί οι οποίοι έπρεπε να γνωρίζουν το Σύνταγμα πολύ καλύτερα από τους κοινούς Εφέτες δικαστές. Από εκεί θα φτάσουμε στον υπουργό δικαιοσύνης και στη σχέση του με την ηγεσία αυτήν. Θα πρέπει να παραιτηθεί η ανεπαρκής ηγεσία και αυτήν να την ακολουθήσει και ο υπουργός που την "προήγαγε". Θα αποκαλυφθούν οι άνομες σχέσεις μεταξύ υπουργού και συστήματος δικαιοσύνης. Από εκεί και πέρα η βουλή "λούζεται" το φιάσκο του "τρομονόμου" και εύκολα τα "χρεώνεται" όλα η κυβέρνηση. Ποιοι όμως είναι αυτοί που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να πάρει ένα "ραβασάκι" και να το επιβάλει σε μια ολόκληρη εξουσία, η οποία εκτέθηκε στη δικαστική αίθουσα; Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες των κομμάτων. Οι εκλεκτοί των Αμερικανών. Οι "Μητσοτάκηδες", που κυβερνούν μονοπωλιακά τη χώρα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα δεν είναι απλά. Κινδυνεύει με κατάρρευση το πολιτικο­οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Κινδυνεύουν οι "κηδεμόνες" των πολιτικών, που είναι ταυτόχρονα και οι "προστάτες" των διαπλεκομένων. Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για βλακεία των ιμπεριαλιστών. Δεν υπήρχε λόγος να φέρουν σε τόσο δύσκολη θέση τους δούλους τους. Αν δεν συλλαμβάνονταν οι τρομοκράτες, θα είχαμε αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο; Όχι βέβαια. Θα είχαμε το ίδιο τροπάριο που ακούμε εδώ και τριάντα χρόνια. Ο ένας θα κατηγορούσε τον άλλο για ανικα­νότητα στο θέμα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και όλοι θα βολεύονταν εις βάρος του κόσμου.
Τώρα όλοι αυτοί οι μεγαλοπαράγοντες της δημόσιας ζωής είναι υποχρεωμένοι να "σπρώ­χνουν", γιατί εύκολα, αν χάσουν τη μάχη στο δικαστήριο, θα τους πάρουν "σβάρνα" οι κατηγο­ρούμενοι. Από τη βλακεία τους έγιναν ίσα κι όμοια με τους "Ξηρούς", που οι ίδιοι αν όχι τους δημιούργησαν τουλάχιστον τους εκμεταλλεύτηκαν. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της τρομοκρατίας και γι' αυτό πάντα πρέπει να τυγχάνει λεπτών χειρισμών από πλευράς εξουσίας. Η τρομοκρατία, ως φαινόμενο, απειλεί τη εξουσία, γιατί λάθος χειρισμός της προκαλεί τον λαό. Κάνει ίσα και όμοια τα "σαλόνια" με τα "αλώνια". Όταν όμως συγκρούεται ο "λαός" με το "Κολωνάκι", σπάνια χάνει ο λαός. Σπάνια χάνει το τέρας που λέγεται λαός. Επειδή ο λαός έχει μια φυσική τάση να υποστηρίζει τους φτωχούς και τους αδύναμους, αλίμονό τους αν εκδηλώσει συμπάθεια προς τους κατηγο­ρουμένους.
Τώρα ας τρέχουν οι καραγκιόζηδες να πείσουν τον λαό ότι θα εξασφαλίσουν στους κατηγο­ρούμενους δίκαιη δίκη με άδικο νόμο. Ας τρέχουν να τον πείσουν ότι δεν πρέπει να μπει η τηλεόραση μέσα στη δικαστική αίθουσα, για να προστατεύσουν τους διαδίκους από τον "τηλεκανιβαλισμό". Τον "τηλεκανιβαλισμό" που οι ίδιοι προκάλεσαν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η υπόθεση του "ξηλώματος" της τρομοκρατίας. Ας έχουν υπόψη τους ότι τώρα άνοιξε η "όρεξη" πολλών και αν χαθεί ο έλεγχος θα χαθούν τα "τζάκια" της μεταπολίτευσης μέσα σε μια νύχτα. Θυμάται κανείς πώς "αλλοίωσε" η φυλακή τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο Κοσκωτά; Από πανίσχυρος μεγαλοπαράγοντας έγινε ένας αξιολύπητος υπέρβαρος φουκαράς.
Ήδη αρχίσανε τα "όργανα". Οι κατηγορούμενοι αρνούνται να δεχθούν τη νομιμότητα του δικα­στηρίου που ανέλαβε την εκδίκαση της υπόθεσής τους. ’ρχισαν να "σπρώχνουν" το δικα­στήριο με στόχο να το αναγκάσουν να κρίνει την συνταγματικότητα του "τρομονόμου". Από εδώ και πέρα είναι εύκολο να δημιουργήσουν προβλήματα, άσχετα με την απόφαση του δικαστηρίου. Αρκεί να γνωρίζουν πώς να το χειριστούν. Πώς πρέπει να το χειριστούν; Μιμούμενοι τους πρώτους διδάξαντες σ' ό,τι αφορά την αντίδραση σ' αυτόν τον νόμο και αυτοί είναι οι Ιρλανδοί του IRA. Ο "τρομονόμος" είναι αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως και έχει ως στόχο τον υποβιβασμό του πολιτικού εγκλήματος σε κοινό έγκλημα. Οι Βρετανοί, για να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τους αντιδραστικούς Ιρλανδούς, εφεύραν αυτόν τον νόμο. Για να μην κρίνεται το σύστημά τους και άρα για να μην "δικάζεται" για την αποικιοκρατική του πολιτική στη Βόρεια Ιρλανδία, προσπαθούν να μετατρέψουν το πολιτικό έγκλημα σε κοινό.
Το ίδιο κάνουν και οι Αμερικανοί, εφόσον έχουν πρόβλημα με τους μαύρους των ΗΠΑ. Πρόβλημα, που είναι δεδομένο, εφόσον ασκούν φυλετικό ιμπεριαλισμό εις βάρος τους. Κάθε φορά λοιπόν που κάποιοι μαύροι αγωνίζονται για δικαιώματα, συλλαμβάνονται και με συνοπτικές διαδικασίες δικάζονται σαν κοινοί ποινικοί. Δεν δικάζονται γι' αυτά που λένε στις πορείες τους, αλλά για μερικές σπασμένες τζαμαρίες. Δεν δικάζονται ως πολιτικοί αγωνιστές, αλλά σαν κοινοί καταστροφείς ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας. Δικάζονται από τους "πολιτισμένους" σαν βάνδαλοι κι απολίτιστοι καταστροφείς. Δικάζονται στα ίδια δικαστήρια από τους ίδιους δικαστές που δικάζουν τους σωματέμπορους, τους κλέφτες ή τους εμπόρους ναρκωτικών. Στη δίκη δεν ακούγονται ποτέ τα αιτήματα τους για τα δικαιώματα που τους στερούνται, αλλά οι συγνώμες τους για τις καταστροφές. Καταστροφές, που πάντα το σύστημα φροντίζει να υπάρχουν, χρησιμο­ποιώντας έμμισθους προβοκάτορες.
Αυτή είναι η περίφημη "εγκληματικοποίηση" (criminalization). Αυτήν την κατάσταση την αντιμετωπίζουν καλύτερα απ' όλους οι Ιρλανδοί. Τι κάνουν οι Ιρλανδοί; Αρνούνται να υπερα­σπιστούν τους εαυτούς τους. Αρνούνται να συμμετάσχουν στη δίκη, εφόσον αμφισβητούν τη νομιμότητα του δικαστή που τους δικάζει. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στη βρετανική εξουσία, γιατί η άρνηση καταφέρνει και μετατρέπει εκείνο το οποίο ο νόμος τους το χαρακτηρίζει σαν "κοινό έγκλημα" σε πολιτικό έγκλημα, που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Ενώ δεν έχουν συνταγματικό πρό­βλημα με τη θέσπιση αυτού του μεσαιωνικού νόμου, η πρακτική των Ιρλανδών τους "εξανεμίζει" το πλεονέκτημα. Οι Ιρλανδοί αγωνιστές, σαν κοινοί ποινικοί με βάση τον βρετανικό νόμο, καταφέρνουν και "βγάζουν" εκτός δικαστηρίου την υπόθεσή τους και την μετατρέπουν σε πολιτική. Οι συγγενείς τους με τις διαμαρτυρίες τους κάνουν τη δίκη τους δημόσια. Οι συγγενείς τους με τον λόγο τους παίζουν τον ρόλο της απαγορευμένης κάμερας. Αθώοι πολίτες, που δεν μπορούν να τους πειράξουν οι διωκτικές αρχές, "εξηγούν" γιατί έγιναν εγκληματίες οι συγγενείς τους. Αυτό είναι το επίτευγμά τους. Βάζουν τη βρετανική αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη να "κρίνει" την περίπτωσή τους.
Ενώ δηλαδή δεν υπάρχει πολιτικό έγκλημα στη βρετανική νομολογία, καταφέρνουν οι Ιρλανδοί με τη στάση τους και το δημιουργούν. Το πρόβλημα το μεταβιβάζουν στο βρετανικό κράτος και το φέρνουν σε δύσκολη θέση. Γιατί; Γιατί στην περίπτωση αυτήν κρίνεται το κράτος. Γιατί αυτό πρέπει να δώσει εξηγήσεις. Πρέπει να δώσει εξηγήσεις στον λαό γιατί αρνούνται να δικαστούν οι Ιρλανδοί σαν κοινοί ποινικοί και να απολαύσουν την ευνοϊκή μεταχείριση που προβλέπει αυτός ο νόμος. Μεταχείριση, που είναι σκανδαλωδώς ευνοϊκή για το επίπεδο του κοινού εγκλήματος. Πρέπει το βρετανικό κράτος να εξηγήσει στον κόσμο με ποια ιδιότητα είναι φυλακισμένοι αυτοί οι οποίοι δεν δικάστηκαν. Τι είναι; Κοινοί ποινικοί; Ιδεολόγοι αντιδραστικοί; Εθνικοί ήρωες της Ιρλανδίας; Αυτό όμως είναι πολιτικό ζήτημα και ευνοεί τους Ιρλανδούς στον αγώνα τους. Για τους Έλληνες κατηγορούμενους τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα, γιατί έχουν στο πλευρό τους και το ελληνικό Σύνταγμα. Είναι εύκολο δηλαδή γι' αυτούς είτε να "σπρώξουν" τον τρομονόμο είτε να "εξάγουν" το πρόβλημά τους εκτός της αίθουσας.
Από την άλλη πλευρά "σπρώχνουν" και οι ισχυροί της κοινωνίας, που απειλούνται από το "σπρώξιμο" των κατηγορουμένων. Με την έναρξη της δίκης ρωτήθηκε ο Μητσοτάκης για την άποψή του περί της δίκης. Επεδίωξε βέβαια ο ίδιος να ρωτηθεί για τη δίκη. Τι περιμένεις όμως ν' ακούσεις από τον κόρακα εκτός από το "κρα"; Τι περιμένεις ν' ακούσεις από τον "αποστάτη" εκτός από ψέματα; Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Ερωτώμενος ο Μητσοτάκης, έκανε μια άνευ προηγουμένου επίδειξη νομιμοφροσύνης, που δεν ήταν απλά ύποπτη, αλλά ένοχη. Αυτός  ο οποίος πολλές φορές έχει αμφισβητήσει τη δικαιοσύνη και τις αποφάσεις των δικαστηρίων, εμφανίστηκε βασιλικότερος του βασιλέως. Τι είπε; " Το δικαστήριο πρέπει να σεβαστεί το "γράμμα" του νόμου. Πρέπει να δικάσει δίκαια τους κατηγορούμενους, άσχετα αν αυτοί είναι κοινοί εγκληματίες και ληστές, που "ταλάνισαν" τον τόπο για πολλές δεκαετίες. Όσο δε για τις κάμερες, θα πρέπει ν' αποφασίσει το δικαστήριο με βάση τον νόμο".
Πού βρίσκεται η υποκρισία και το ψέμα; Στο εξής απλό. Ο "νομοταγής" και "τυπολάτρης" Μητσοτάκης αναφέρεται στον "τρομονόμο" και όχι στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα το "θυμάται" μόνον όταν τον συμφέρει και σήμερα προφανώς δεν συμβαίνει αυτό. Ο Μητσοτάκης αναφέρεται στον νόμο των αφεντικών του, που είναι και δικός του νόμος. Στον νόμο που τους έδωσαν οι Αμερικανοί και τον οποίο τον ψήφισε αυτός, οι "κολλητοί" του και εκείνοι τους οποίους όλοι αυτοί εκβίαζαν. Στον νόμο "by pass". Γιατί τον ονομάζουμε έτσι; Γιατί απλούστατα αυτός ο νόμος έγινε για να παρακαμφθούν θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος. Για να παρακαμφθούν διατάξεις, που είτε είναι αδύνατον να αναθεωρηθούν είτε έχει πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος για να επιχειρήσει κάποιος να τις αναθεωρήσει. Γι' αυτόν τον λόγο ο Μητσοτάκης "ξεκινάει" τη σκέψη του μακριά από την κρίση του ίδιου του νόμου. Γνωρίζει ότι, αν δεν κριθεί ο ίδιος ο νόμος με βάση το Σύνταγμα, όλα θα είναι ευνοϊκά γι' αυτόν και τους ομοίους του. Γιατί; Γιατί οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν σαν σωματέμποροι και ληστές και η κάμερα δεν θα μπει στο δικαστήριο, εφόσον ο εισαγγελέας δεν θα το επιτρέψει σε καμία περίπτωση.
Στο σημείο αυτό θα μας κρίνει κάποιους σαν μεροληπτικούς και εμπαθείς απέναντι στον Μητσοτάκη, εφόσον τα ίδια πράγματα τα έχουν πει και άλλοι και μάλιστα με πολύ περισσότερο ακραίο τρόπο. Γιατί αναφερόμαστε ειδικά σ' αυτόν; Γιατί απλούστατα αυτός είναι η χειρότερη περίπτωση. Είναι αυτός ο οποίος έχει παραπάνω λόγους από όλους τους υπόλοιπους να περάσει άκριτα ο "τρομονόμος". Αυτήν τη στιγμή παίζει διπλό "παιχνίδι" πάνω στις πλάτες των κατηγο­ρουμένων. Ο αποστάτης ως συνήθως προσπαθεί να εκμεταλλευτεί στα όρια την κατάσταση. Δεν προσπαθεί μόνον να διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα και των ομοίων του απέναντι στον λαό, όπως κάνουν και οι όμοιοί του. Συνεχίζει παραπέρα και προσπαθεί να επωφεληθεί και εις βάρος αυτών των ομοίων. Προσπαθεί, όχι μόνον να προστατεύσει τα συμφέροντα της οικογενειακής "συμμορίας" του, αλλά να τα επεκτείνει και εις βάρος των άλλων οικογενειακών "συμμοριών".
Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει τα συνήθη φαινόμενα της ελληνικής πραγματικότητας και να τα συγκρίνει με τα όσα συμβαίνουν γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη. Τι γίνεται συνήθως; Κάθε φορά που έχουμε στη χώρα μας την εκδήλωση ενός αρνητικού κοινωνικού φαινομένου, που φθείρει την εικόνα της κυβέρνησης, σπεύδει η αντιπολίτευση να το εκμεταλ­λευτεί. Πάνω στις πλάτες των πλημμυροπαθών, των σεισμοπλήκτων, των αγροτών ή των συντα­ξι­ού­χων παίζονται κομματικά παιχνίδια. Κάποιοι εκμεταλλεύονται τα δάκρυα ή την οργή των δυστυ­χισμένων με στόχο να κερδίσουν κάποιες ψήφους. Σήμερα, που κυβέρνηση είναι το ΠΑΣΟΚ και ο "τρομονόμος" δικός του νόμος, υπάρχει "ψαχνό" για κομματική εκμετάλλευση. Θα μπορούσε για παράδειγμα η ΝΔ, με πρόφαση την προστασία του Συντάγματος, να της δημιουργήσει προβλή­ματα. Να προσπαθήσει με μέσον την απαίτηση για δίκαιη απονομή δικαιοσύνης ν' "αρπάξει" κάποιες ψήφους από το ΠΑΣΟΚ.
Γίνεται όμως αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί οι Καραμανλήδες, που είναι ιδιοκτήτες της ΝΔ, φοβούνται να "παίξουν" με τον "τρομονόμο", μη τυχόν και δυσαρεστήσουν τα υπερατλαντικά αφεντικά τους. Το μέγιστο της εκμετάλλευσης που επιτρέπουν στους εαυτούς τους είναι να κρατήσουν παθητική στάση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, που προσπαθεί με κάθε κόστος να επιβάλει τον "τρομονόμο". Να καθίσουν στη γωνία κι απλά να περιμένουν τις όποιες εισπράξεις θα προκύψουν από τη διαχείριση του θέματος από πλευράς κυβέρνησης. Αυτό είναι το μέγιστο που μπορούν να κάνουν. Ενόσω "παίζεται" ο νόμος των "αφεντικών" τους, δεν πολεμάνε την κυβέρνηση, αλλά δεν τη βοηθάνε κιόλας. Απλά περιμένουν, γιατί αυτό συμφέρει το κόμμα τους. Τους συμφέρει στο γενικό επίπεδο να "περάσει" ο τρομονόμος, αλλά τους συμφέρει και στο κομματικό επίπεδο να δυσκολευτεί να τον "περάσει" η κυβέρνηση. Αυτά είναι τα γενικά συμφέροντα των ιδιοκτητών της ΝΔ και όλων όσων τρώνε ή έχουν σκοπό να φάνε "ψωμί" από αυτήν.
Βλέπουμε λοιπόν ότι θεωρητικά θα έπρεπε και ο Μητσοτάκης, ως μεγαλοστέλεχος της ΝΔ, να έχει ταυτισμένα συμφέροντα με την ιδιοκτησία της. Θα έπρεπε να περιμένει και να μην ενεργεί. Να μην πολεμάει την κυβέρνηση που σήμερα δυσκολεύεται, αλλά και να μην την βοηθάει. Συμβαίνει όμως αυτό; Όχι βέβαια. Ο Μητσοτάκης βοηθάει την κυβέρνηση στο παιχνίδι αυτό. Η εμπειρία του μάλιστα τον καθιστά ως έναν από τους πιο ισχυρούς σύμμαχούς της. Αυτό το κάνει για δύο λόγους. Από τη μια προσπαθεί να κάνει το θέλημα των κοινών αφεντικών τους και από την άλλη προσπαθεί να μειώσει τη ζημιά της κυβέρνησης. Συμπαρασέρνει δηλαδή και τη ΝΔ στο παιχνίδι του υπέρ της κυβέρνησης. Την κάνει συνένοχη στην κατάσταση. Γιατί το κάνει αυτό; Για να μην επωφεληθεί η ΝΔ από τη φθορά που αναγκαστικά θα έχει η κυβέρνηση από το βρόμικο παιχνίδι της. Με ποια δικαιολογία το κάνει και που αποβλέπει; Η δικαιολογία του είναι η προσωπική του εμπλοκή στο θέμα της τρομοκρατίας λόγω Μπακογιάννη. Αυτός, που, όταν ήταν πρωθυπουργός δεν έκανε τίποτε απολύτως για να βρει τους δολοφόνους του Μπακογιάννη, τον χρησιμοποιεί σαν "άλλοθι" για τη σημερινή του στάση. Αυτό είναι το "άλλοθί" του, που του επιτρέπει να μην έρχεται σε ανοικτή σύγκρουση με το κόμμα του εξαιτίας της διαφορετικής του στάσης. Δεν τολμούν στη ΝΔ να του ζητήσουν εξηγήσεις, γιατί θα τους "εκθέσει" απέναντι στους Αμερικανούς. Θα τους εμφανίσει σαν πολέμιους των κοινών αφεντικών και του κοινού στόχου.
Τι επιδιώκει με το "παιχνίδι" αυτό; Το εξής απλό. Ο Μητσοτάκης αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο μέσον ενός μεγαλόπνοου σχεδιασμού, που έχει ως στόχο ν' αρπάξει τη ΝΔ από τα χέρια των Καραμανλήδων. Έναν σχεδιασμό όμως άκρως επικίνδυνο για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του. Γιατί; Γιατί είναι σχεδιασμός του τύπου "όλα ή τίποτε". Είναι σχεδιασμός που τον αφήνει "ανοικτό" και άρα ευάλωτο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί όπως έχει ο ίδιος ως στόχο να καταστρέψει τους Καραμανλήδες, τον ίδιο στόχο προφανώς έχουν κι αυτοί. Ποιος είναι αυτός ο σχεδιασμός; Να αποσύρει την κόρη του στη δημαρχία της Αθήνας, ώστε να κάνει εκμεταλλεύσιμη μια ενδεχόμενη ήττα της ΝΔ στις προσεχείς εκλογές. Να "χρεωθεί" την ήττα η ηγεσία της και άρα οι Καραμανλήδες και να επιστρέψει στο κόμμα η κόρη του σαν "σωτήρας" καί του κόμματος καί της παράταξης. Με τον τρόπο αυτόν επιδιώκει ν' αποκτήσει την ιδιοκτησία της ΝΔ.
Τι φοβάται λοιπόν ο Μητσοτάκης; Ενδεχόμενη μεγάλη κι ανεξέλεγκτη φθορά της κυβέρνησης εξαιτίας της δίκης, θα οδηγήσει τη ΝΔ στην εκλογική νίκη. Στην περίπτωση αυτήν όχι μόνον δεν επωφελείται ο ίδιος, αλλά αντίθετα καταστρέφεται. Γιατί; Γιατί από τη μια θα γίνει πανίσχυρος ο Καραμανλής και το περιβάλλον του και από την άλλη η οικογένεια Μητσοτάκη θα είναι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση. Ο ίδιος θα είναι ακόμα πιο γέρος απ' όσο είναι σήμερα και η κόρη του εκτός κόμματος και άρα έξω από το παιχνίδι διεκδίκησης κυβερνητικών "οφίτσιων". "Οφίτσιων" που θα της δίνουν τη δυνατότητα να παραμένει στο πολιτικό προσκήνιο και να πολεμά εκ των έσω τον Καραμανλή. Η Ντόρα σε μια τέτοια περίπτωση εύκολα γίνεται ένας νέος "ευνούχος" και αδύναμος "Καγκελόπουλος". Αυτό όμως είναι ένας πραγματικός εφιάλτης για την οικογένεια.
Αυτόν τον εφιάλτη ο Μητσοτάκης προσπαθεί να αποτρέψει με την εμπλοκή του στην υπόθεση και τις συνεχείς του παρεμβάσεις. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να βοηθήσει την κυβέρνηση να μην υποστεί φθορά και προσπαθεί να μετακινήσει μέρος αυτής της φθοράς και προς τη ΝΔ. Με την όλη στάση του όχι μόνον προστατεύει την κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα εμπλέκει και την αντιπολίτευση στο κόστος της δίκης. Όλα αυτά τα κάνει εις βάρος των κατηγορούμενων, εφόσον οι στόχοι του σε όλα τα επίπεδα επιτυγχάνονται μόνον εάν "περάσει" ο "τρομονόμος". Μόνο αν περάσει αυτός ο νόμος διασφαλίζονται τα συμφέροντα του ως ενός εκ των κυρίαρχων μεγαλοαστών και επεκτείνονται αυτά εις βάρος των ομοίων του. Μόνον αν περάσει αυτός ο νόμος μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι του.
Γι' αυτό λοιπόν ο Μητσοτάκης σήμερα "σπρώχνει" με πάθος μέσα στο δικαστήριο. Γι' αυτόν τον λόγο χρησιμοποιεί "νύφες και εγγόνια", προκειμένου να συγκινήσει τον λαό. "Σπρώχνει" αυτός και το ίδιο κάνουν και οι όμοιοί του και βέβαια τα "τσιράκια" τους. Δεν "σπρώχνουν" δηλαδή μόνον οι μεγαλοπαράγοντες —είτε πολιτικοί είτε διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες—, αλλά και οι υπάλληλοί τους. "Σπρώχνουν" όλοι όσοι έχουν συμφέροντα από την υπάρχουσα δομή του ελληνικού συστήματος. Όλοι όσοι συμμετέχουν στη λεηλασία του ελληνικού λαού, είτε ως πολιτικοί είτε ως εκδότες είτε ως εργολάβοι είτε ως εφοπλιστές είτε ως προμηθευτές κλπ.. Αυτοί χρησιμοποιούν στον κοινό τους αγώνα τους ακριβοπληρωμένους και διάσημους υπάλληλους τους. Τους υπαλλήλους, που πληρώνουν "χρυσάφι" για τη "δύσκολη" ώρα η οποία έφτασε. Σήμερα τους έχουν περισσότερη ανάγκη από ποτέ.
Αυτοί οι "χρήσιμοι" υπάλληλοι κινούνται σε χώρους που από τη φύση τους παίζουν ρόλο στη δίκη. Χώροι, που αυτήν τη στιγμή δοκιμάζονται και οι ίδιοι για την αξιοπιστία τους. Σε ποιους αναφερόμαστε; Στους δημοσιογράφους και στον δικηγορικό κόσμο. Αναφερόμαστε σ' αυτούς που επηρεάζουν τον δημόσιο χαρακτήρα της δίκης και σ' αυτούς που επηρεάζουν τη σωστή εφαρμογή το νόμου. Αυτοί όλοι, που σε καθημερινή βάση αρέσκονται να μας παρουσιάζονται ως "λειτουργοί" και υπηρέτες του κοινωνικού συμφέροντος, σήμερα πρέπει ν' αποδείξουν ότι αυτό είναι κάτι που ισχύει. Οι "λειτουργοί" της ενημέρωσης πρέπει ν' αποδείξουν ότι πραγματικά ενημερώνουν τον κόσμο και δεν γίνονται φερέφωνα των ισχυρών και "παπαγάλοι" της κρατικής προπαγάνδας. Οι "λειτουργοί" της δικαιοσύνης πρέπει ν' αποδείξουν ότι υπηρετούν τη δικαιοσύνη και δεν είναι έμμισθοι υπηρέτες των ισχυρών και συνένοχοί τους.
Τα πράγματα δυστυχώς είναι τραγικά καί για τους μεν καί για τους δε. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία "σπρώχνουν" κι αυτοί με τους ισχυρούς. Ας ψάξει κάποιος να δει ποιοι από τους δημοσιογράφους έχουν την ίδια άποψη με τους μεγαλοσχήμονες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι οι διάσημοι και "έγκριτοι" δημοσιογράφοι των γνωστών "συγκροτημάτων". Των ευνοημένων "χορηγών" των ιδιόκτητων κομμάτων. Των εκδοτικών "συγκροτημάτων", που είναι ταυτόχρονα προμηθευτές του κράτους και κατασκευαστές δημοσίων έργων. Είναι θλιβερό και μόνον να σκεφτεί κάποιος ότι μπορεί να γνωρίζει ποια είναι άποψή τους για τη δίκη, χωρίς καν να τους ακούσει. Αρκεί να δει κάποιος στην τηλεόραση ποιος δουλεύει πού και για ποιον και δεν χρειάζεται καν ν' ανοίξει την έντασή της για να τους ακούσει.
Χαφιέδες της εξουσίας. Συκοφάντες των εχθρών των αφεντικών τους. "Βαποράκια" της κάθε εξουσίας. Εκβιαστές και τρομοκράτες πολιτών. Επιβε­βαιώνουν καθημερινά αυτά που πολλοί συμπολίτες μας υποπτεύονται γι' αυτούς. Ότι δηλαδή ο δημοσιογραφικός χώρος έχει γίνει καταφύγιο των πάσης φύσεως αγράμματων, αστοιχείωτων και ελεεινών παρασίτων. Παρασίτων, που εκτός του συγκεκριμένου χώρου δεν θα μπορούσαν όχι απλά να διακριθούν, αλλά ούτε καν να επιβιώσουν. Παρασίτων, που ξεκίνησαν από εκφωνητές ειδήσεων και έγιναν αυθαίρετοι "εισαγγελείς" της κοινωνίας. Παρασίτων, που ξεκίνησαν από τα κουτσομπολιά των ποδοσφαιρικών αποδυτηρίων και σήμερα παριστάνουν τους "συνταγματολόγους" και προστάτες της δημοκρατίας.
Αυτοί εκτελούν το "λειτούργημά" τους με τον καλύτερο τρόπο. Με το προφανές "άλλοθι" της αγραμματοσιάς και της ασχετοσύνης τους, υπηρετούν την αθλιότητα. Το κράτος εγκληματεί, ο νόμος καταρρέει κι αυτοί ασχολούνται με τη δίκη με τη λογική που κάποιος ασχολείται με μια κοσμική εκδήλωση. Ασχολούνται με το ποιος φοράει τι στην δική και ποιος μιλάει με ποιον. Ασχολούνται με το αν έχουν ή δεν έχουν προβλήματα στη σχέση τους ο Κουφοντίνας με τη Σωτηροπούλου. Με την ίδια λογική που ασχολούνται με τη σχέση του ποδοσφαιριστή με την τραγουδίστρια. Το πιο απίθανο το είπε ο θεωρητικά επικεφαλής τους. Ο γνωστός βραδύγλωσσος ρήτορας Σόμπολος. Αυτός που κοίταξε τον Γιωτόπουλο για "8" δευτερόλεπτα και του "πάγωσε" το αίμα. Αυτός που αγνοεί ότι υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας και ότι δεν μπορεί ο καθένας κατά τη διάρκεια της δίκης να λέει ηλιθιότητες που δημιουργούν εντυπώσεις εις βάρος των κατηγο­ρουμένων. Αν σου "παγώνει" το αίμα τόσο εύκολα, κάθεσαι σπίτι σου και το βαστάς "ζεστό". Δεν έχεις δουλειά να περιφέρεσαι σε χώρους όπου το κράτος δίνει "εξετάσεις" και πολίτες αγωνίζονται για την τιμή και τη ζωή τους.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με τους δικηγόρους. Καθημερινά αποδεικνύουν ότι δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο μοναδικός κλάδος επαγγελματιών που έχει προκαλέσει ανέκδοτα του τύπου: "Τι είναι πεντακόσιοι δικηγόροι στον πάτο της θάλασσας; …Μια καλή αρχή". Για κανέναν άλλον επαγγελματικό κλάδο δεν έχει ακουστεί ένας τέτοιος γενικός αφορισμός. Από τον πιο διάσημο γιατρό μέχρι την πιο ταπεινή κοπτοραπτού, όλοι οι επαγγελματίες έχουν την πολυτιμότητά τους για την κοινωνία και δεν "αφορίστηκαν" ποτέ κατ' αυτόν τον απαξιοτικό τρόπο. Αυτό έχει γίνει μόνον για τους δικηγόρους. Γιατί; Γιατί καθημερινά μας αποδεικνύουν ότι είναι ψεύτες, υποκριτές αναξιοπρεπείς, χαφιέδες, έτοιμοι να υπερασπιστούν τον οποιοδήποτε τους πληρώσει. Ελεεινοί δικολάβοι, που υπηρετούν ισχυρούς κλέφτες. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους "πατέρες" τους, που  για τους ίδιους λόγους περιφέρονταν στα δωμάτια των ισχυρών από την εποχή της Βαβυλώνας. Όσα πιο πολλά χρήματα τους δίνεις, τόσο πιο πολύ "θολώνει" η εικόνα τους απέναντι στο Σύνταγμα και τους νόμους.
Είναι πραγματικά δυστυχείς τις λίγες φορές που ο πλούσιος πελάτης τους εκτός από χρήματα έχει και δίκιο. Γιατί; Γιατί το δίκιο είναι "φτηνό". Το δίκιο έχει χαμηλή ανταμοιβή όταν το υπερασπίζεσαι. Το άδικο πληρώνεται "χρυσάφι". Αυτό το "χρυσάφι" αναζητούν οι δικηγόροι. Όπως λειτουργεί σήμερα ο νόμος, οι διάσημοι μεγαλοδικηγόροι είναι στην πραγματικότητα οι εκ των υστέρων συνένοχοι όλων των εγκληματιών της χώρας. Οι αμοιβές τους αποτελούν το "τέλος" που θα πληρώσουν οι κακοποιοί στην περίπτωση που συλληφθούν. Γι' αυτόν τον λόγο κοστίζουν τόσο ακριβά οι υπηρεσίες τους. Ποιος απλός πολίτης, που αναζητά το δίκιο του, θα μπορούσε να τους πληρώσει, όταν αυτοί τις αμοιβές τους τις υπολογίζουν ανάλογα με τη "λεία" του ενόχου; Όταν αυτοί δεν ζητάνε απλή ανταμοιβή, αλλά μερίδιο από τη "λεία"; Αυτοί είναι που "κατασκευάζουν" τους ψευδομάρτυρες με τον τόνο. Αυτούς που μπορούν με λίγα "ψίχουλα" να βεβαιώσουν τα πάντα για τους πάντες.
Αυτοί είναι που έχουν μετατρέψει τη δικαιοσύνη σε "φάμπρικα" που τη χειρίζονται σαν προσωπική τους περιουσία. Αυτοί έχουν μετατρέψει το νομικό "οικοδόμημα" σε έναν χαώδη "λαβύρινθο", αφιλόξενο για τον απλό πολίτη. Γιατί; Γιατί τους συμφέρει να παίρνουν αμοιβή "παραστάτη" ακόμα και για το πιο απλά προβλήματα του πολίτη. Τους συμφέρει να γίνονται οι έπ' αμοιβή "οδηγοί" του. Το αποτέλεσμα είναι να λένε ό,τι θέλουν, χωρίς να φοβούνται και χωρίς να σέβονται κανέναν. Ούτε νόμο ούτε άνθρωπο. "Πρέπει να "μπει" ο λαός στη δίκη…" είπε σε τηλεοπτικό παράθυρο ένας δημοσιογράφος στον διάσημο "νομικό" Κεχαγιόγλου. Οι δικαστές δεν είναι λαός;… του απάντησε αυτός με ύφος καρδιναλίου; Έκανε πως δεν γνώριζε αυτό το οποίο είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ακόμα κι ένας πρωτοετής της νομικής. Λαός στη δίκη εννοείται ο ιδιώτης, που αναλαμβάνει τον ρόλο του ορκωτού δικαστή. Ο ιδιώτης, που ανήκει στο σώμα των κυρίαρχων ιδιοκτητών του συστήματος. Λαός δεν εννοείται ο τακτικός δικαστής, που από το Σύνταγμα ανήκει στο σώμα των "υπηρετών" του λαού. Λαός είναι αυτοί που τους υπηρετεί το Σύνταγμα, για να ζήσουν δίκαια μέσα στην ιδιοκτησία τους και όχι αυτοί οι οποίοι ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα, για να εργαστούν μέσα σ' αυτήν την ιδιοκτησία.
Αυτοί είναι οι δικηγόροι που "αλληθωρίζουν" σήμερα απέναντι στα εγκλήματα του κράτους. Αυτοί είναι που τρομοκρατούν τους πολίτες με το σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο για λόγους ευνόητους διαρκώς το διαβάλλουν. Αυτοί είναι που στρέφουν τον νόμο εναντίων των πολιτών. Όπου αφέθηκαν ανεξέλεγκτοι, κατέστρεψαν τα πάντα. Απείλησαν ακόμα κι αυτά που δεν μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορούν ν' απειληθούν. Μετατρέπουν μια κοινωνία ανθρώπων σε μια κοινωνία δικομανών θηρίων. Σε μια κοινωνία άφιλη, όπου ο ένας φοβάται να κοιτάξει ή να μιλήσει στον άλλον. Μπορούν να οδηγήσουν ένα παιδί στο να κάνει μήνυση στη μάνα του, επειδή καθυστέρησε να το ταΐσει. Μια πραγματική μάστιγα, που ξεκίνησε μέσα από τα δικαστήρια και μετατρέπεται σταδιακά σε "καρκίνωμα" ολόκληρης της κοινωνίας. Μια πραγματική μάστιγα, που μεταφέρει συμπεριφορές δικαστηρίου και στις γειτονιές. Όσο πιο μεγάλη γίνεται η κοινωνική ανισότητα και η κλοπή των ισχυρών, τόσο πιο πολύτιμοι θα γίνονται οι δικηγόροι για τους κλέφτες. Όσο προχωρά η απαξίωση των πάντων, τόσο πιο μεγάλες οι αμοιβές τους. Όσο πιο πολύ προχωρά η κοινωνική "αρρώστια", τόσο πιο μεγάλος ο "καρκίνος" της. Όσο πιο "άρρωστη" η κοινωνία, τόσο μεγαλύτερος ο ρόλος τους. Όπου υπάρχει τεράστια κοινωνική ανισότητα, διαπρέπουν οι δικηγόροι. Είναι τυχαίο που στις κοινωνικά άδικες και ρατσιστικές ΗΠΑ οι δικηγόροι είναι κορυφαίοι παράγοντες της κοινωνίας; Είναι τυχαίο που στις ΗΠΑ ο ένας περιμένει τον άλλο για να τον μηνύσει;
Γενικεύουμε τα συμπεράσματά μας τόσο για τους δημοσιογράφους όσο και για τους δικηγόρους χωρίς τύψεις συνειδήσεως, γιατί απλούστατα αυτοί τους οποίους ενδεχομένως μπορεί να αδικούμε κατάφορα με αυτά τα συμπεράσματα είναι βέβαιον ότι συμφωνούνε μαζί μας. Δημοσιογράφοι είναι αυτοί που πιο πολύ από τον καθένα έχουν τάσεις εμετού κάθε φορά που βλέπουν τους "έγκριτους" συναδέρφους τους. Δικηγόροι είναι αυτοί που έχουν τις ίδιες τάσεις, κάθε φορά που βλέπουν κι αυτοί τους άθλιους συναδέρφους τους. Αυτούς, που έχουν γίνει "οικόσιτα" των ισχυρών. Αυτούς, που από "αγάπη" τους χαρίζουν ανοικτές Mercedes οι μεγαλόσχημοι κλέφτες. Αυτούς, που αρέσκονται να ξαπλώνουν ως "σκυλιά" στους "καναπέδες" των ισχυρών που τους ταΐζουν. Αυτούς, που μπορούν να κάνουν οτιδήποτε κι αν τους ζητηθεί. Αρκεί το αφεντικό να μπορεί να τους πληρώνει και μπορούν οι πρώτοι να ισχυριστούν και οι δεύτεροι να υπερασπιστούν οτιδήποτε. "Πετάει" ο γάιδαρος; "Πετάει" θα πει ο "έγκριτος" δημοσιογράφος ο οποίος θα κάνει το ρεπορτάζ που το "αποδεικνύει". "Πετάει" θα πει και ο δικηγόρος, που θα είναι έτοιμος να κάνει αγωγή σε όποιον το αμφισβητήσει. Η ενημέρωση και η δικαιοσύνη έχουν γίνει "μαγαζιά", που αποδίδουν δισεκατομμύρια σε άθλια υποκείμενα. Αυτή είναι δυστυχώς η κατάσταση σήμερα με τους "λειτουργούς" τόσο της δημοσιογραφίας όσο και της νομικής, που όλοι τους γνωρίζουν με τα μικρά τους ονόματα.
Έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα της υπόθεσης. Ο γράφων, ως πολίτης που απολαμβάνει πλήρη πολιτικά δικαιώματα, μπήκε —μαζί με τα εκατομμύρια των συμπολιτών του— αναγκαστικά στη θέση του "κριτή". Ως ένας εκ των ιδιοκτητών του κράτους και του Συντάγματος, δίκασε το κράτος με βάση τη σημερινή συμπεριφορά του. Μέτρησε το κράτος με το "μέτρο" του Συντάγματος και το βρήκε "λειψό". Διαπίστωσε εύκολα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος διεφθαρμένο από την κορυφή μέχρι τη βάση του. Από τον πρωθυπουργό της χώρας, που επιβάλει έναν αντισυνταγματικό νόμο, για να κάνει "εξυπηρέτηση" στους ιμπερια­λιστές, μέχρι τον κοινό χωροφύλακα, που "διαρρέει" πληροφορίες για να κάνει "εξυπηρέτηση" στους προϊσταμένους του. Όλοι αυτοί από τον ισχυρό μέχρι και τον πιο αδύναμο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν σέβονται τον λαό, εφόσον δεν υπακούν στο Σύνταγμα. Δεν τιμούν τον όρκο τους απέναντι σ' αυτό το Σύνταγμα.
Από εδώ και πέρα είναι θέμα των πολιτών ν' αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Από τη στιγμή που υπάρχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να κρίνουν οι πολίτες το κράτος τους, ευνόητο είναι ότι από εδώ και πέρα αυτοί είναι υπεύθυνοι για τα πάντα. Αυτό που συνήθως λέμε και έχει ρητορική σημασία, σήμερα ισχύει απόλυτα. Εμείς οι πολίτες είμαστε οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι καί γι' αυτούς που μας κυβερνούν καί γι' αυτούς που τους πληρώνουμε απλά για να μας υπηρετούν. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι καί για τους πολιτικούς που θα μας "σώσουν" καί για τους κρατικούς υπαλλήλους που εργάζονται για λογαριασμό μας. Εμείς τους πληρώνουμε και εμείς πρέπει να τους τιμωρήσουμε όταν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Εμείς αποφασίζουμε ποιοι μας αξίζουν και να μας κυβερνούν και να μας υπηρετούν. Η παράβαση του Συντάγματος είναι το ύψιστο των εγκλημάτων. Κοινωνία που δεν προστατεύει το Σύνταγμά της δεν μπορεί να ελπίζει σε επιβίωση. Κράτος που δεν σέβεται το Σύνταγμα απειλεί απευθείας την επιβίωση του λαού. Το Σύνταγμα είναι το "οξυγόνο" καί της δικαιοσύνης καί της δημοκρατίας μας. Ακριβώς, επειδή είναι το ζωογόνο "οξυγόνο", το ίδιο το Σύνταγμα απαιτεί ακόμα και τη βίαιη προστασία του από αυτούς που το απειλούν.
Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι από εδώ και πέρα τα πάντα είναι θέμα των πολιτών. Εμείς πρέπει να ενεργήσουμε μέσα στα πλαίσια που μας επιτρέπει το Σύνταγμα και οι νόμοι. Εμείς πρέπει να προστατεύσουμε την ιδιοκτησία μας, που είναι προϊόν αγώνων και κατακτήσεων. Εμείς πρέπει, ως άτομα —ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί ως σύνολο— να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Εμείς "κοιμόμαστε" και άρα εμείς πρέπει να "ξυπνήσουμε". Το Σύνταγμα μας ανήκει και πρέπει να το προστατεύουμε. Δεν μας χαρίστηκε, για να το χαρίσουμε στο κράτος και στους δικηγόρους. Με αίμα το κατακτήσαμε και είμαστε υποχρεωμένοι να το προστατεύσουμε, εφόσον αυτό είναι η αμυντική μας θωράκιση. Το Σύνταγμα είναι το δικό μας "μέτρο" και εμείς πρέπει να το προστατεύσουμε από αυτούς που το απειλούν. Ακόμα και οι δικαστές πρέπει να γνωρίζουν ότι ακόμα και οι κρίνοντες κρίνονται. Το Σύνταγμα τους δίνει το δικαίωμα να κρίνουν και όταν δεν το σέβονται κρίνονται και οι ίδιοι. Το Σύνταγμα δεν είναι περιουσία τους, για να το ερμηνεύουν όπως τους βολεύει. Αυτό είναι δουλειά των πολιτών, που εκ των δεδομένων δεν τους βολεύει η παραβίασή του.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι πρέπει να κινηθούμε σε όλα τα επίπεδα. Ότι πρέπει να προστατεύσουμε την περιουσία μας με όλα τα μέσα. Πρέπει να αφαιρέσουμε τη διαχείριση του κράτους από τους λακέδες των ιμπεριαλιστών και πρέπει ταυτόχρονα να "καθαρίσουμε" το κράτος από τους επίορκους υπαλλήλους του. Αυτά όλα όμως προϋποθέτουν να γνωρίζει κάποιος τι συμβαίνει και άρα τι πρέπει να κάνει. Δεν θα πούμε για το ευνόητο και το χιλιοειπωμένο. Ότι δηλαδή οι πολίτες δεν πρέπει να τους ψηφίσουν. Θα πούμε γι' αυτά που πρέπει να γνωρίζει ο πολίτης ότι ανήκουν στα δικαιώματά του και δεν τα ασκεί. Γι' αυτά που μπορεί να τα κάνει ο πολίτης την ίδια ημέρα που αντιλαμβάνεται το πρόβλημα με τους εξουσιαστές του και όχι γι' αυτά που το Σύνταγμα του δίνει το δικαίωμα να κάνει κάθε τέσσερα χρόνια.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι εμείς, ως πολίτες, πρέπει να γκρεμίσουμε τον κομματισμό, που είναι ο "καρκίνος" της δημοκρατίας μας. Πρέπει να καταστρέψουμε τις ιδιωτικές πολιτικές επιχειρήσεις των άθλιων που μας κυβερνούν. Αυτό δεν γίνεται μόνον με τις εκλογές. Αυτό γίνεται και με άλλον τρόπο. Πώς γίνεται; Με μαζικές μηνύσεις πολιτών εναντίον των κομμάτων. Πρέπει να σταμα­τήσουμε να "ταΐζουμε" μόνοι μας τα θηρία που μας κατατρώγουν. Το θηρίο του κομματισμού το "ταΐζει" ο κρατικός προϋπολογισμός και αυτό είναι παράνομο. Το κράτος έχει δικαίωμα και υποχρέωση να συντηρεί οικονομικά μόνον τους μηχανισμούς που συνδέονται με τους θεσμούς του. Δεν υπάρχουν τα κόμματα μέσα στο Σύνταγμα. Για το Σύνταγμα η άποψη ενός κόμματος δεν διαφέρει σε ισχύ από την άποψη που μπορεί να εκφράσει ακόμα κι ένας πολίτης. Από τη στιγμή που ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να δημιουργήσει κόμμα, ευνόητα είναι μερικά πράγματα. ’ρθρo 29.1. Έλληνες πoλίτες πoυ έχoυν τo εκλoγικό δικαίωμα μπoρoύν ελεύθερα να ιδρύoυν και να συμμετέχoυν σε πoλιτικά κόμματα, πoυ η oργάνωση και η δράση τoυς oφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτoυργία τoυ δημoκρατικoύ πoλιτεύματoς. Όπως δεν χρηματοδοτείται ο απλός πολίτης, για να κάνει την προπαγάνδα της προσωπικής του άποψης, έτσι δεν δικαιούνται και τα κόμματα χρηματοδότηση.
 Τα κόμματα δεν αποτελούν θεσμούς, τους οποίους έχει την υποχρέωση να τους συντηρεί το κράτος. Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι προφανώς αντισυνταγματική η συμπληρωματική διάταξη του ίδιου νόμου. ’ρθρο 29.**2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Γιατί είναι αντισυνταγματική; Γιατί απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των πολιτών. Απειλεί ένα από τα πλέον βασικά και μη επιδεχόμενα αναθεώρησης άρθρο του Συντάγματος. ’ρθρo 4.1. Oι Έλληνες είναι ίσoι ενώπιoν τoυ νόμoυ. 2. Oι Έλληνες και oι Eλληνίδες έχoυν ίσα δικαιώματα και υπoχρεώσεις. Όταν κόμμα μπορεί και έχει δικαίωμα να δημιουργήσει ο κάθε πολίτης, ευνόητο είναι ότι υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός, όταν στον αγώνα του θα έχει ν' ανταγωνιστεί εκτός από τις απόψεις του αντιπάλου του και τα κρατικά χρήματα. Δεν είναι δυνατόν, όταν κάποιος προσπαθεί να πείσει τον συμπολίτη του με ιδέες, κάποιος άλλος να τον "πείθει" με βολέματα. Είναι τόσο παράλογο, που ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να το καταλάβει. Είναι σαν να βάζουμε στους οικογενειακούς κανονισμούς τον όρο ότι ο "αγαπημένος" γιος του πατέρα θα τρώει τα πολλαπλάσια από τα αδέρφια του και θα εισπράττει πολλαπλάσιο χαρτζιλίκι. Είναι λογική οικογένεια αυτή; Πώς είναι δυνατόν να είναι λογικό το κράτος, όταν κάνει κάτι ανάλογο;
Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης πώς κατάφεραν οι πονηροί και στην "αυγή" της μεταπολίτευσης "ακύρωσαν" ένα πανίσχυρο Σύνταγμα. Αυτές ήταν οι αναθεωρήσεις Συντάγματος, τις οποίες ψήφιζαν μόνοι τους οι δημοκράτες βουλευτές μας, που πάντα υποστηρίζουν τις αποφάσεις των ιδιοκτητών των κομματικών "στάβλων". Οι βουλευτές, που, για να σώσουν την θεσούλα τους, υπακούν σε όποιον τους τις εξασφαλίζει. Αυτή είναι η δημοκρατία όπως την αντιλαμβάνονται οι "Μητσοτάκηδες". Αυτές είναι οι παράνομες διατάξεις που έπρεπε κάποτε να κρίνει με βάση το Σύνταγμα η "ανεξάρτητη" δικαιοσύνη και δεν το έκανε. Γι' αυτόν τον λόγο τρέμει σήμερα το κράτος τη δίκη της τρομοκρατίας, που αποκαλύπτει τις παρανομίες του. Φοβάται την αντίδραση των πολιτών, που θα θέσουν εκ νέου υπό κρίση όλους τους νόμους που οδήγησαν στην "αρρώστια" του κράτους. Όλους τους νόμους, που επέτρεψαν στην εξουσία να ασυδοτεί και άρα να "παράγει" και την τρομοκρατία.
Όταν η πολιτική "δράση" είναι παράνομη, είναι θέμα χρόνου να εμφανιστεί η επίσης παράνομη "αντίδραση". Όταν μία νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση έχει ρημάξει τον τόπο, επειδή της το επιτρέπουν οι δικοί της νόμοι, είναι θέμα χρόνου να εμφανιστεί η τρομοκρατία. Είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί η λαϊκή οργή, που κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εκδηλωθεί κάθε φορά. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβουν κάποιοι "αγαθοί" εξουσιαστές ότι η τρομοκρατία δεν είναι φαινόμενο που δικαιολογείται μόνον στις χούντες. Δεν δικαιολογείται μόνον η δική τους τρομοκρατία, που εξαργυρώνουν κάθε μέρα. Η τρομοκρατία δικαιολογείται και στις ψευδο­δημοκρατίες, που λειτουργούν ως "χούντες". Κατάλαβαν οι ηγέτες μας, που εντελώς παράνομα κατάφεραν και μας έπεισαν κάποτε ότι το χρηματιστήριο θα πάει στις 7000 μονάδες; Όταν αυτό πέφτει στις 1400 μονάδες, κάποιοι θα βγάλουν πιστόλια και δεν θα φταίνε οι ίδιοι. Όταν την εξουσία σου τη χρησιμοποιείς για να ευνοήσεις τους "κολλητούς" σου, πρέπει να ξέρεις ότι κινδυνεύεις καί εσύ καί αυτοί. Όταν εξανεμίζονται περιουσίες και "θολώνουν" νεανικά όνειρα, υπάρχει κίνδυνος.
Αυτός είναι ο λόγος που μιλάμε για μηνύσεις και όχι επειδή είμαστε δικομανείς. Προσπα­θούμε να προλάβουμε τα χειρότερα. Η μήνυση είναι το τελειότερο μέσο για να στραφεί κάποιος κατά της εξουσίας. Είναι το τελειότερο, γιατί είναι αναίμακτο και γιατί την αναγκάζει να έρθει σε σύγκρουση με τον ίδιο τον νόμο. Γιατί; Γιατί —όπως είπαμε σε άλλο σημείο— είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο, πριν εκδικάσει μια υπόθεση που αφορά τα πρόσωπα, να κρίνει τον ίδιο τον νόμο. Μία μήνυση κατά των κομμάτων για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος θα θέσει υπό κρίση τον νόμο περί χρηματοδότησής τους. Στην περίπτωση αυτήν εύκολα αποδεικνύεται η αντισυνταγματικότητα της συνταγματικής διάταξης. Εύκολα αποδεικνύεται ότι η συνταγματική "τσόντα" απειλεί θεμελιώ­δεις και μη αναθεωρήσιμες διατάξεις του Συντάγματος. Εύκολα αποδεικνύεται ότι η ύπαρξή της, πέρα από το ότι απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των πολιτών, είναι το αίτιο για να "καπελώνονται" όλες οι εξουσίες από την εκτελεστική εξουσία.
Από την κατάργησή της δεν απειλείται το Σύνταγμα και βέβαια η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας μας. Τα πράγματα είναι απλά με τα κόμματα και τα έξοδα που συνεπάγεται η λειτουργία τους. Αν θέλουν οι οπαδοί τους, μπορούν να γίνουν "αιμοδότες" τους, αλλά όχι το ίδιο το κράτος. Σ' ό,τι αφορά την ψευδοεπιχειρηματολογία, ότι αυτό γίνεται για να προστατεύσουν την πολιτική ζωή από τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αυτά είναι ηλιθιότητες. Γιατί; Γιατί τα ιδιωτικά συμφέροντα δεν χρηματοδοτούν τα κόμματα για πλάκα ή από "αγάπη". "Επενδύουν" κι αυτό σημαίνει ότι αναζητούν ανταπόδοση. Αυτό όμως είναι πάντα παράνομο, όταν εκδηλώνεται ως φαινόμενο. Όποιος θέλει μπορεί να χρηματοδοτεί όποιον θέλει. Όποιος όμως στη συνέχεια ζητήσει ως ανταπόδοση κάτι παράνομο από αυτόν που χρηματοδότησε, θα πρέπει να πηγαίνει φυλακή.
Σήμερα οι ιδιώτες χρηματοδοτούν αδρά τα κόμματα, γιατί περιμένουν "δώρα", όταν αυτά αναλάβουν την εξουσία. Σήμερα οι ιδιώτες τα χρηματοδοτούν, γιατί θεωρούν δεδομένο ότι όποιος έχει την εξουσία στην Ελλάδα μπορεί να "βοηθάει" χωρίς πρόβλημα τους "κολλητούς του. Το θεωρούν δεδομένο, γιατί γνωρίζουν ότι η εκτελεστική εξουσία ελέγχει τη δικαστική εξουσία που τους απειλεί. Αν πάψουν να περιμένουν "δώρα", θα πάψουν ν' αποτελούν απειλή για τη δημοκρατία μας. Αν η δικαιοσύνη αφεθεί ελεύθερη να κυνηγήσει την παρανομία, θα κλείσουν οι "στρόφιγγες" που γεμίζουν χρήματα τα κομματικά ταμεία. Αν αυτά αδειάσουν, θα "ξεφουσκώσει" το θηρίο του κομματισμού, που καταστρέφει τη δημοκρατία μας. Αυτή είναι η τιμωρία εκείνων που απολαμβάνουν το βουλευτικό άσυλο και τους προστατεύει ο νόμος από ποινικές ευθύνες για τις όποιες πολιτικές επιλογές τους.
Αντιλαμβανόμαστε ότι, ακόμα και για τις πιο ιδιόμορφες περιπτώσεις, νόμοι υπάρχουν, για να βρει ο πολίτης το δίκιο του. Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι νόμοι δεν εφαρμόζονται. Αφού τελειώσουμε μ' αυτούς, που από τον νόμο δεν έχουμε δικαίωμα να τους απειλήσουμε άμεσα με τιμωρία, στη συνέχεια θα στραφούμε εναντίον αυτών, για τους οποίους έχουμε αυτό το δικαίωμα. Ως πολίτες μπορούμε να κινηθούμε εις βάρος των επίορκων κρατικών υπαλλήλων, σε όποιο επίπεδο κι αν λειτουργούν αυτοί. Γιατί; Γιατί μας το επιτρέπει το Σύνταγμα. Όλοι αυτοί ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα. Όταν δεν το σέβονται, όχι απλά διώχνονται με τις κλωτσιές από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά πηγαίνουν φυλακή. Δικό μας θέμα είναι να "καθαρίσουμε" τον κρατικό μηχανισμό από τους επίορκους υπαλλήλους. Δικό μας θέμα είναι να τους στείλουμε στη φυλακή. Από τη στιγμή που οι ειδικοί μηχανισμοί του κράτους δεν εξασφαλίζουν το εύρυθμο της λειτουργίας του, είναι δική μας δουλειά να τους βάλουμε στο "σκαμνί". Από τον πιο ισχυρό μέχρι τον πιο ασήμαντο υπάλληλο που εργάζεται για λογαριασμό μας. Γι' αυτό μιλήσαμε για ολοκλη­ρωτικά "σάπιο" κράτος.
Το κράτος είναι διεφθαρμένο από την κορυφή μέχρι τη βάση και σήμερα μπορούμε να τιμωρήσουμε τη διαφθορά. Αυτή η μοναδική ευκαιρία να το "καθαρίσουμε" μας δίνεται εξαιτίας της δίκης της τρομοκρατίας. Γιατί; Γιατί σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εμφανίστηκαν οι επίορκοι, που δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Έχουμε πλέον τα στοιχεία που αποδεικνύουν με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Από τις πρώτες συλλήψεις μέχρι σήμερα μας προσφέρουν στοιχεία οι επίορκοι. Μας προσφέρουν στοιχεία, για να τους καθίσουμε πραγματικά στο "σκαμνί" της δικαιοσύνης. Θα ξεκινήσουμε τη διερεύνηση από "χαμηλά" και θα φτάσουμε με βάση αυτά τα στοιχεία όσο πιο "ψηλά" γίνεται.
Είναι επίορκοι και πρέπει να διωχθούν από τον κρατικό μηχανισμό οι εξής: Κάποιοι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί της αστυνομίας, εφόσον αυτοί αποδεδειγμένα έδιναν απόρρητες πληροφορίες σε δημοσιογράφους. Η ηγεσία της αστυνομίας, γιατί αποδειγμένα αυτήν ήταν που διέρρευσε το προανακριτικό υλικό της υπόθεσης της τρομοκρατίας. Όταν πρόσβαση σ' αυτό το υλικό είχαν μόνον αυτοί, ήταν αδύνατον να κάνει τη "διαρροή" κάποιος άλλος. Πρέπει μαζί μ' αυτούς να δικαστούν καί ο πολιτικός καί ο δικαστικός προϊστάμενός τους. Να παραιτηθεί ο υπουργός δημόσιας τάξης και να δικαστεί για παράβαση καθήκοντος με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Να εκδιωχθεί από το σώμα των εισαγγελέων και να τιμωρηθεί ως επίορκος ο προϊστάμενος της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας εισαγγελέας Διώτης. Γιατί; Γιατί ο πρώτος επέτρεψε την παρανομία των διωκτικών αρχών και έδωσε πολιτικό ρόλο σε απλά ένστολα "όργανα" του κράτους και ο δεύτερος γιατί απήγαγε πολίτη και υπέπεσε σε σωρεία εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Όπως το Σύνταγμα δεν δικαιολογεί το πολιτικό έγκλημα, έτσι δεν δικαιολογεί και το "…ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", που ένας επίορκος υπάλληλος μπορεί να επικαλεστεί σαν δικαιολογία.
Στη συνέχεια να διωχθούν από το δικαστικό σώμα και να δικαστούν ως επίορκοι με την κατηγορία της απιστίας και οι τακτικοί δικαστές, που ανέλαβαν κατά παράβαση του Συντάγματος να εκδικάσουν την υπόθεση της τρομοκρατίας. Να διωχθούν από το δικαστικό σώμα και να δικαστούν για επιορκία αυτοί που σήμερα στελεχώνουν την ηγεσία του συστήματος δικαιοσύνης. Μαζί μ' αυτούς να παραιτηθεί και να δικαστεί για παράβαση καθήκοντος και ο υπουργός δικαιοσύνης. Αυτά όλα, όσο κι αν φαίνονται υπερβολικά, είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του πολίτη να τα επιτύχει. Ακόμα και μόνος του ένας πολίτης μπορεί με απλές μηνύσεις να ξεκινήσει το "ξεκαθάρισμα" στους κόλπους του κράτους. Δική του δουλειά είναι αυτή, γιατί αυτό το κράτος του ανήκει και αυτός πληρώνει το κόστος της λειτουργίας του. Όταν βλέπει ότι οι εσωτερικοί μηχανισμοί ασφαλείας δεν λειτουργούν, πρέπει ως ιδιοκτήτης να επέμβει. Αυτό έχει το κόστος του. Το κόστος που πρέπει να πληρώσουν οι πολίτες. Ένα κόστος, που, για όσο διάστημα η εξουσία θα έχει συγκρουόμενα συμφέροντα με τον πολίτη, θα δίνει νόημα στη φράση "…θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία".
Το κόστος αυτό αφορά καί αυτούς που φοβούνται το κράτος και δεν επιθυμούν να συγκρουστούν μαζί του, αλλά καί αυτούς που δεν το φοβούνται και βρίσκονται μόνιμα σε θέση μάχης. Σ' ό,τι αφορά τους πρώτους συμβαίνει το εξής: Όποιος φοβάται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, κάθεται σπίτι του και δεν έχει απαιτήσεις. Ό,τι του αρμόζει, αυτό παίρνει. Ό,τι περισσεύει από τα "παμφάγα" της εξουσίας, αυτό παίρνει. Όποιος φοβάται κάθεται σπίτι του και βλέπει "big brother". Κάθεται και βλέπει τον κάθε "Σόμπολο" να μετράει τη θερμοκρασία του αίματός του, κάθε φορά που αντικρίζει τους κατηγορούμενους. Όταν στη συνέχεια θα του κλέβουν τη σύνταξη, να κάθεται καί σιωπηλός καί να μην διαμαρτύρεται, γιατί ο ίδιος είναι υπεύθυνος για την κακή του τύχη. Όταν θα υποφέρει από την ασιτία, να κάθεται και να βλέπει στην τηλεόραση τις δεξιώσεις των "μανδαρίνων". Σε τέτοιους πολίτες τέτοια δημοκρατία αντι­στοιχεί.
Δεν μπορείς να ζεις ως φοβισμένος ποντικός και να διεκδικείς "τροφή" λεόντων. Πρέπει ν' αφήσεις την ασφάλεια της "τρύπας" σου και να βγεις στο "ξέφωτο" για να τη διεκδικήσεις. Δεν μπορείς να περιμένεις πάντα από τους άλλους να βγάλουν το "φίδι" από την τρύπα. Αυτούς που, όταν με το οποιοδήποτε πρόσχημα τούς συλλάβει το σύστημα, θα τους εγκαταλείψεις στην τύχη τους. Όταν είσαι δειλός, θ' απολαμβάνεις τη δημοκρατία των δειλών. Θα έχεις πάντα απέναντί σου ένα κράτος που θα αρνείται μόνιμα να κάνει το καθήκον του. Γιατί; Γιατί αυτό ευνοεί τους "κολλητούς" του. Για να σε αναγκάζει, ακόμα κι όταν διεκδικείς τα προφανή, να "ταΐζεις" δικηγόρους. Για να σε αναγκάζει για τα ίδια προφανή να παρακαλάς δημοσιογράφους. Οι δικηγόροι θα παριστάνουν τους "σωτήρες" σου και θα "ροκανίζουν" την περιουσία σου και οι δημοσιογράφοι θα παριστάνουν τους "σωτήρες" σου και θα "ροκανίζουν" την αξιοπρέπειά σου. Για να βρεις το δίκιο σου, είτε θα πρέπει να υποστείς οικονομική αιμορραγία είτε να παριστάνεις στις τηλεοράσεις την "αρκούδα".
Τα ίδια περίπου ισχύουν και γι' αυτούς που κατά τα φαινόμενα δεν φοβούνται το κράτος και βρίσκονται μόνιμα σε θέση μάχης εναντίον του. Από τη στιγμή που βγαίνεις στους δρόμους και ασκείς βία και καταστροφή, το ίδιο βίαιο και καταστροφικό κράτος δικαιούσαι. Δεν μπορείς να διεκδικείς δίκαιο κράτος και να είσαι άδικος με τους συμπολίτες σου, καίγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά σου. Δεν μπορείς με τη δική σου αναίτια βία να δίνεις το μόνιμο "άλλοθι" στο κράτος να γίνεται βίαιο σε όλες τις εκφάνσεις του. Δεν μπορείς να ζητάς από το κράτος να παρανομήσει και να έχεις απαίτηση να είναι δίκαιο. Όταν, παρακάμπτοντας κάθε έννοια περί δικαίου, ζητάς την απελευθέρωση κατηγορουμένων που πρέπει να δικαστούν, "ζητάς" παρανομία. 
Αυτό είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από το να βγεις ειρηνικά στο δρόμο και να διαδη­λώσεις την ανάγκη σου για δικαιοσύνη. Να απαιτήσεις μια δίκαιη δίκη για τους κατηγορούμενους, αλλά όχι μόνον αυτό. Να απαιτήσεις να εφαρμοστεί και το πλαίσιο που θα κάνει μόνιμη κατάσταση αυτήν τη δικαιοσύνη, είτε αυτό σε συμφέρει είτε όχι. Είδαμε πολίτες να διαδηλώνουν υπέρ των τρομοκρατών. Δεν είδαμε όμως να διαδηλώνουν υπέρ της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Δεν είδαμε τους πολίτες να προσπαθούν να προστατεύσουν τη δικαστική εξουσία από τα αρπακτικά της εκτελεστικής εξουσίας. Τους είδαμε να καίνε κάδους σκουπιδιών και είναι βέβαιον ότι θα τους δούμε και στις εκλογές να υπερασπίζονται κόμματα. Όταν αγωνίζεσαι για τη δημοκρατία του συμφέροντος, αυτήν τη δημοκρατία "εισπράττεις". Τη δημοκρατία που υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών. 
’ποψη του γράφοντος είναι ότι δεν θα πάει μακριά αυτήν η κατάσταση. Βρισκόμαστε λίγο πριν από ένα θεαματικό κι απρόβλεπτο στην εξέλιξή του τέλος. Όταν η εξουσία έχει ως πρωτοπαλίκαρά της δικηγόρους και δημοσιογράφους, δεν επιβιώνει επί μακρόν, χωρίς ν' αλλάξει συμπεριφορά. Αυτοί οι προστάτες της είναι αέρας κοπανιστός. Μοιάζουν με τις "τσατσάδες" στους οίκους ανοχής. Όταν όλα πάνε καλά, αρπάζουν το μερίδιο του λέοντος από τις εισπράξεις. Όταν όλα πάνε καλά, εξαργυρώνουν τις ευγένειες και τις απειλές. Όταν αρχίσουν να πέφτουν οι "φάπες", εξαφανίζονται. Πιο πολύ αγωνίζονται οι πόρνες, παρά αυτές.
Εδώ βέβαια βρίσκεται και το στρατηγικό σφάλμα της ελληνικής εξουσίας. Η ασχετοσύνη των εξουσιαστών, σε συνδυασμό με την απληστία των "διαπλεκομένων", στέρησαν από την εξουσία τον πιο ισχυρό στρατηγικό της σύμμαχο, που είναι η κεφαλαιοκρατία. Οι αστοί εξουσιαστές νόμισαν ότι τους συμφέρει περισσότερο να δημιουργήσουν αστούς μεγαλοπαράγοντες της οικονομίας. Πίστεψαν ότι αυτό τους βόλευε περισσότερο, εφόσον "ξεκοκάλιζαν" τη δημόσια περιουσία. Οι "τσατσάδες" έπεισαν τις "πόρνες" ότι δεν χρειάζονται "προστάτη", που θα παίρνει μερίδιο από τις εισπράξεις. Έβγαλαν τους βιομηχάνους από το "παιχνίδι" και στην ουσία τους κατέστρεψαν με τη μορφή της οικονομίας που υιοθέτησαν. Αυτό το οποίο δεν διέβλεψαν είναι το τι θα γινόταν όταν θα ερχόταν η "κακή" ώρα. Η ώρα της "φάπας". Ποιος θα προστατεύει τις "τρελές"; Γι' αυτόν τον λόγο είπαμε ότι   η ελληνική εξουσία έκανε σφάλμα στρατηγικής. Έβγαλε από το "παιχνίδι" την κεφαλαιοκρατία —που πάντα την προστάτευε— και έμεινε με την προστασία δικηγόρων και δημοσιο­γράφων. Οι "αεριτζήδες" θα προστάτευαν τους "αεριτζήδες". Τώρα που ο λαός είναι κατεστραμμένος και θυμωμένος, ας περιμένουν τις "φάπες". Ούτε φαντάζονται μερικοί νεόπλουτοι της εξουσίας πόσο κοντά βρίσκονται οι λαϊκές συνοικίες στο "Κολωνάκι".

Υ.Γ. 1 
Σ' ό,τι αφορά το αστυνομικό μέρος της δίκης, ο γράφων πιστεύει αυτό το οποίο πιστεύει το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού λαού. Η τρομοκρατία δεν έχει πραγματικά εξαρθρωθεί. Αυτοί οι οποίοι δικάζονται σήμερα δεν είναι η πραγματική 17 Νοέμβρη. Γιατί; Γιατί δεν μπορούν να μας πείσουν ότι κατέχουν τη θεωρητική κατάρτιση που απαιτούσε η στρατηγικότητα των χτυπημάτων της και ταυτόχρονα ως άτομα δεν έχουν τα σωματικά χαρακτηριστικά που απαιτούσαν οι επιχειρησιακές της ανάγκες. Για τον γράφοντα η 17 Νοέμβρη είναι μια επιχείρηση ξένων μυστικών υπηρεσιών. Υπηρεσιών, που είχαν στόχο να "παράγουν" πολιτική μέσα στην Ελλάδα, χωρίς να προκαλούν αντιδράσεις. Η πραγματική 17 Νοέμβρη είναι αυτή που σκότωσε τον Γουέλς, τον Μάλλιο, τον Πέτρου, τον Μπακογιάννη και τον Σόντερς. Αυτή που διάπραξε τους φόνους οι οποίοι "παρήγαγαν" πολιτική και ωφελούσαν τόσο τους εξουσιαστές μας όσο και τους ιμπεριαλιστές. Όποιος τους βρει αυτούς, θα βρει τη 17 Νοέμβρη.
Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι για μερικές από αυτές τις δολοφονίες ήταν αδύνατον —λόγω ηλικίας— να είναι υπεύθυνοι και για τις υπόλοιπες αποδεικνύεται ότι είναι άσχετοι. Οι καταθέσεις τους, ακόμα και στις περιπτώσεις που αναλαμβάνουν τις ευθύνες για κάποια από αυτές τις ενέργειες, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα που κατέθεσαν οι αυτόπτες μάρτυρες.
Σ' ό,τι αφορά τις υπόλοιπες δραστηριότητες που αποδίδονται σ' αυτήν την οργάνωση, τα πράγματα είναι απλά. Μπορεί να έγιναν για άλλους λόγους από τρίτους, που μπορεί να είναι και οι κατηγορούμενοι. Μπορεί η 17 Νοέμβρη να μοίραζε "φασόν" επιχειρήσεις, για να τις εκμεταλ­λευτεί σε μια περίπτωση όπως η σημερινή. Όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να κλείσει τον "κύκλο" της και ν' αφήσει πίσω της ενόχους.
Είναι δυνατόν αυτός ο οποίος θεωρητικά συνέταξε τις προκηρύξεις, να χρειάζεται το βιβλίο των προκηρύξεων, για να "δηλώσει" τις θέσεις της οργάνωσης; Είναι δυνατόν ένας ασθματικός και ένας υπέρβαρος να σκότωσαν τον Μπακογιάννη στο κέντρο της Αθήνας; Πού είναι ο "έγχρωμος" που είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες στη δολοφονία του Σόντερς; Στο βιβλίο "Η μπαμπούσκα της τρομοκρατίας" ο γράφων περιγράφει ακριβώς ποιοι είναι κατά την άποψή του η πραγματική 17 Νοέμβρη.

Υ.Γ. 2

Κουίζ…

για τους διάσημους δικηγόρους της πολιτικής αγωγής

και τους "έγκριτους" δημοσιογράφους των γνωστών "συγκροτημάτων".

Έστω ότι συλλαμβάνονται οι δολοφόνοι του Τσίτζιτζ κι αποδεικνύεται ότι είναι κοινοί κακοποιοί. Σωματέμποροι, ληστές κλπ.. Η δολοφονία του Σέρβου πρωθυπουργού είναι πολιτικό έγκλημα ή όχι; Από τη στιγμή που η πράξη τους είχε ως στόχο τον εκφραστή μιας πολιτικής και μέσω αυτής της πράξης θ' αλλάξει —έστω και στοιχειωδώς— αυτή η πολιτική στη Σερβία, αυτομάτως το έγκλημά τους είναι πολιτικό έγκλημα. Γιατί; Γιατί παρακάμπτονται τα θεσμικά όργανα της δημοκρατίας και "παράγεται" πολιτική. Γιατί επηρεάζει τη ζωή του σερβικού λαού στο όνομα κάποιων άλλων συμφερόντων. Είτε αυτά είναι τα συλλογικά συμφέροντα του υποκόσμου είτε τα συλλογικά συμφέροντα μιας ιδεολογίας, είναι το ίδιο πράγμα. Κάποιοι μόνοι τους και με τη βία επηρεάζουν τη ζωή ενός ολόκληρου λαού, χωρίς να τον "ρωτήσουν". Επηρεάζουν ένα ολόκληρο πολιτικό σκηνικό, χωρίς να έχουν τη νομιμοποίηση της ψήφου του λαού. Αν τώρα θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο σερβικός λαός αγωνιά για την επιβίωσή του και αυτοί οι "κουμπουροφόροι" τον οδηγούν στην απόλυτη εξαθλίωση με την "παραπολιτική" παραγωγή τους, προκύπτει το εξής ερώτημα. Πού συμφέρει αυτούς τους κακοποιούς να δικαστούν; Σε τακτικό δικαστήριο ενός διεφθαρμένου κράτους, με το οποίο είναι δεδομένο ότι έχουν "στενές" σχέσεις ή σε μεικτό ορκωτό, έχοντας απέναντί τους εξοργισμένους πολίτες;
Αν αυτό το "προβάλλουμε" στην ελληνική πραγματικότητα, τι προκύπτει; Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι ήταν σε όλη τους τη ζωή κοινοί κακοποιοί, η δολοφονία του Μπακογιάννη τι ήταν; Δεν ήταν πολιτικό έγκλημα; Εξαιτίας αυτής της δολοφονίας δεν "παράχθηκε" πολιτική; Δεν οδήγησε σε πολιτικές συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις; Ο Μητσο­τάκης, εξαιτίας εκείνης της δολοφονίας δεν έγινε πρωθυπουργός; Δεν άλλαξε η βούληση του ελληνικού λαού εξαιτίας εκείνης της ενέργειας; ’ρα ήταν πολιτικό έγκλημα, που έγινε στο όνομα κάποιων συμφερόντων, που προφανώς δεν έχουν σχέση με τα νόμιμα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Έγιναν επιλογές από μη νόμιμα κέντρα εξουσίας. Δεν πρέπει να ψάξουμε να βρούμε ποια είναι αυτά τα κέντρα που μας κατευθύνουν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη μας; Θα αρκεστούμε να τιμωρήσουμε τα "όργανά" τους. Τι θα κερδίσει ο λαός από τη δίκη αυτήν;
Αν ο ελληνικός λαός, όπως μας λέει η κυβέρνηση, μισεί την τρομοκρατία και την αντιλαμβάνεται ως μάστιγα, γιατί δεν του παραδίδει τους τρομοκράτες να τους δικάσει; ’ρα, είτε λέει ψέματα για τα πιστεύω του ελληνικού λαού είτε φοβάται μήπως αυτός ο λαός εκλάβει τη δίκη ως ευκαιρία για να τιμωρήσει την εξουσία. Γι' αυτό προτείνουμε στους κουτοπόνηρους δικολάβους να παρατήσουν τις εξυπνάδες τύπου "λήσταρχος Νταβέλης και Γιαγκούλας" και τα άλλα φαιδρά. Ακόμα κι έναν σκύλο να βάλεις να επιτεθεί σε έναν πρωθυπουργό, για να εξαλειφθεί μία πολιτική, υπάρχει πολιτικό έγκλημα. Οι ιστορικοί τα πολιτικά εγκλήματα τα αξιολογούν ανάλογα με το πού οδήγησαν έναν λαό και όχι με το αν οι εγκληματίες ήταν πλυμένοι ή άπλυτοι. Ας μάθουν πρώτα οι δικηγόροι να κάνουν καλά τη δική τους δουλειά και μετά ας μας πούνε ποια είναι η δουλειά των ιστορικών.
 
            Παναγιώτης Τραϊανού
Δημιουργός της θεωρίας του ΥΔΡΟΧΟΟΥ
http://www.ydrohoos.gr/diki17n.htm 

H 3η Μαρτίου 2003 αποτελεί ημερομηνία σταθμό για την ελληνική αστική δημοκρατία.

H 3η Μαρτίου 2003

αποτελεί ημερομηνία σταθμό για την ελληνική αστική δημοκρατία.
Με την έναρξη της δίκης της 17Νοέμβρη άρχισε ο θρίαμβος της τρομοκρατίας,
έστω και ερήμην των τρομοκρατών.
Τρείς ημέρες αυτής της δίκης ήταν αρκετές,
για να δικαστεί και να καταδικαστεί το ελληνικό κράτος...
το διεφθαρμένο και σάπιο μέχρι το "μεδούλι" κράτος της μεταπολίτευσης. 

Ξεκινάμε το κείμενό μας μ' αυτόν τον περίεργο τίτλο, γιατί μόνον αυτός μπορεί να περιγράψει με απόλυτο τρόπο τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί, άσχετα με το τι θα κάνουν οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες, προκειμένου να υπερασπιστούν είτε τους εαυτούς τους είτε την όποια ιδεολογία τους —αν βέβαια έχουν τέτοια—, η τρομοκρατία έχει επιτύχει τον στρατηγικό της στόχο. Αυτός ο στρατηγικός της στόχος είναι η αρχή του θριάμβου της. Όμως, για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει ποιος είναι αυτός ο στόχος. Ο μόνιμος στόχος της τρομοκρατίας δεν είναι η βιολογική εξόντωση κάποιων από τους ανθρώπους, τους οποίους θεωρεί εχθρούς της. Ο μόνιμος στόχος της τρομοκρατίας είναι ν' αποδείξει στον λαό ότι έχει δίκιο στις "καταγγελίες" της. Ότι το σύστημα εξουσίας, το οποίο η ίδια "καταγγέλλει" —έστω και με το πιστόλι—, λειτουργεί αυθαίρετα, αντιδημοκρατικά και υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών της κοινωνίας. Μ' αυτόν, ως βασικό στόχο, ξεκινάει πάντα η τρομοκρατία κι απλά —για να το καταφέρει αυτό— συνήθως στρέφεται εναντίον των προσώπων που στελεχώνουν το σύστημα εξουσίας. Με μέσον τις δολοφονίες, που τυγχάνουν μεγάλης δημοσιότητας, "προβάλει" τα αιτήματά της, τα οποία είναι σταθερά.
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, πέρα από τα πρόσωπα, μόνιμος στόχος τής τρομοκρατίας είναι το σύστημα εξουσίας και η συμπεριφορά του. Εκ των δεδομένων δηλαδή, αν οι τρομοκράτες αναγκάσουν το σύστημα να εμφανίσει δημόσια το άθλιο και αντιδημοκρατικό του πρόσωπο, καταφέρνουν αυτό που εξ αρχής έχουν ως στόχο. Ν' αποκαλύψουν στον κόσμο πώς λειτουργούν οι εξουσιαστές. Ν' αποκαλύψουν την αθλιότητά τους, τη διαφθορά τους και την ανηθικότητά τους.
Ο σημερινός θρίαμβος της τρομοκρατίας στην Ελλάδα σ' αυτό το σημείο αποκαλύπτεται. Ανάγκασε το ελληνικό σύστημα εξουσίας ν' αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Ανάγκασε το σύστημα εξουσίας να παραβεί το Σύνταγμα. Ανάγκασε το σύστημα να παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ανάγκασε το κράτος ν' αποκαλύψει στους ιδιοκτήτες του το πραγματικό του πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο είναι αυτό το οποίο θα "δικαστεί".
Ό,τι και να γίνει λοιπόν με τους τρομοκράτες που σήμερα δικάζονται, ό,τι και ν' αποδειχθεί εις βάρος τους στη δίκη, η τρομοκρατία έχει νικήσει, γιατί έχει επιτύχει τον αντικειμενικό της στόχο. Ακόμα δηλαδή κι αν αποδειχθεί ότι οι φερόμενοι ως τρομοκράτες είναι άθλια υποκείμενα, προβοκάτορες, δολοφόνοι, κλέφτες και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος, η τρομοκρατία έχει νικήσει. Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι οι φερόμενοι ως τρομοκράτες ήταν κοινά αιμοβόρα κτήνη —χωρίς καμία ιδεολογία—, που χρησιμοποιούσαν την έννοια της τρομοκρατίας για να επωφεληθούν προσωπικά, η τρομοκρατία έχει νικήσει. Γιατί; Γιατί ανάγκασε το σύστημα ν' αποκαλυφθεί. Ανάγκασε τους ανθρώπους της εξουσίας να παραβούν το Σύνταγμα και άρα να την δικαιώσουν. Να κάνουν δηλαδή αυτό που κατηγορούνται από τους τρομοκράτες ότι κάνουν, κάθε φορά που θέλουν να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους.
Αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει στην περίπτωση αυτήν δεν είναι το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης. Δεν μας ενδιαφέρει να διερευνήσουμε αν είναι ή δεν είναι ένοχοι οι κατηγορούμενοι ως τρομοκράτες. Δεν μας ενδιαφέρει, γιατί απλούστατα δεν είναι αυτή η δουλειά μας. Εμείς είμαστε πολίτες και όχι δικαστές. Εμάς μας ενδιαφέρει να δούμε πώς λειτουργούν οι εξουσίες απέναντι στους πολίτες. Πόσο τους λογαριάζουν και πόσο τους υπολήπτονται αυτούς που το Σύνταγμα περιγράφει ως κυρίαρχους. Αυτό είναι που μας ενδιαφέρει, γιατί όλοι εμείς είμαστε πολίτες, που έχουμε δοσοληψίες με το κράτος. Πολίτες, που ερχόμαστε σε καθημερινή τριβή με το κράτος και μας ενδιαφέρει να μάθουμε τις μύχιες σκέψεις των ανθρώπων του. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πόσο μας υπολογίζουν, όταν διεκδικούμε τα όσα διεκδικούμε. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πώς λειτουργούν και πώς σκέφτονται πίσω από τα κλειστά για τους πολίτες γραφεία τους.
Υπό αυτό το πρίσμα η τρομοκρατία πέτυχε αυτό το οποίο ήθελε. Κάθισε επιτέλους στο "σκαμνί" το κράτος της μεταπολίτευσης. Το άθλιο, νεποτικό και διεφθαρμένο μέχρι το "μεδούλι" κράτος. Αυτό είναι που κάθεται σήμερα στο "σκαμνί" και κρίνεται. Αυτό είναι κάτι που αποτελεί δική μας υποκειμενική εκτίμηση. Είναι το λογικό συμπέρασμα, που θα εξάγει ένας κοινός παρατηρητής. Αυτός ο οποίος κάθεται στο "σκαμνί" δεν είναι αυτός που κρίνεται; Ποιος κρίνεται σήμερα και θα κρίνεται μέχρι να τελειώσει η δίκη; Ο Γιωτόπουλος ή οι Ξηροί; Ποιον Έλληνα πολίτη τον απασχολεί το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης αυτών που κατηγορούνται; Κανέναν. Αυτό που απασχολεί όλους τους Έλληνες —και αυτό το αποδεικνύουν τα καθημερινά γκάλοπ— είναι η στάση του κράτους απέναντι σ' αυτούς που κατηγο­ρούνται. Οι Έλληνες συζητούν μεταξύ τους για το αν θα πρέπει η δίκη να είναι δημόσια ή όχι. Αν θα πρέπει δηλαδή μέσω της τηλεόρασης να βλέπουν τη δίκη οι ίδιοι και να βγάζουν μόνοι τους τα συμπεράσματά τους ή αν θα εμπιστευτούν το κράτος και τους θεσμούς του.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι ενδιαφέρονται και κρίνουν το κράτος για το κατά πόσο σέβεται τους νόμους και μάλιστα τον "νόμο των νόμων", που είναι το Σύνταγμα. Ενδιαφέρονται να κρίνουν το κράτος, το οποίο προφανώς δεν εμπιστεύονται. Το κράτος, που τους κοστίζει πανάκριβα και δεν τους προστατεύει. Το κράτος, που ξεπούλησε τη δημόσια περιουσία. Το κράτος, που δεν τους προστάτευσε από την "παγίδα" του χρηματιστηρίου. Το κράτος, που γίνεται συνένοχος των ιμπεριαλιστών στους φόνους εις βάρος των λαών. Αυτό το κράτος δεν το εμπιστεύεται ο Έλληνας και σήμερα έχει την ευκαιρία να το κρίνει και άρα να το "δικάσει".
Αυτή είναι η δίκη που σήμερα απασχολεί τον Έλληνα πολίτη. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η "δίκη των δικών". Σ' αυτήν τη δίκη ο πραγματικός και μεγάλος κατηγορούμενος είναι το κράτος και όχι οι τρομοκράτες. Οι τρομοκράτες έγιναν απλά το "μέσο", για να φτάσει το κράτος ως κατηγο­ρούμενος στα δικαστήρια. Θα μπορούσε δηλαδή ένα διεστραμμένα ευφάνταστο μυαλό να σκεφτεί ότι πρόκειται περί μιας κολοσσιαίας παγίδας. Ότι δηλαδή οι τρομοκράτες, αφού είδαν κι απόειδαν ότι με τις τρομοκρατικές τους ενέργειες δεν μπορούν να σύρουν το κράτος στη λαϊκή κρίση και στην καταδίκη, αποφάσισαν να παραδοθούν, ώστε μέσω της δικής τους δίκης να δικαστεί και το κράτος. Θυσίασαν τους εαυτούς τους, ώστε να επιτύχουν τον στρατηγικό στόχο της τρομοκρατίας.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του φαινομένου της τρομοκρατίας. Η τρομοκρατία είναι κατά γενική πεποίθηση ένα δυσάρεστο κοινωνικό φαινόμενο. Ένα φαινόμενο, που όλοι απεύχονται να εκδηλωθεί. Ένα φαινόμενο όμως το οποίο, όταν εκδηλώνεται —όπως συμβαίνει και με τα άλλα μεγάλα κοινωνικά φαινόμενα—, βάζει το κράτος στη θέση του κρινόμενου. Ένα φαινόμενο, που βάζει στο "σκαμνί" το κράτος, άσχετα με το αν σε κάποιο άλλο "σκαμνί" καθίσουν κι αυτοί που την ασκούν. Ως φαινόμενο, ανεξάρτητα από το πώς θα το διαχειριστεί η εξουσία, είναι ικανό να την βάλει στη θέση του κατηγορουμένου. Γιατί; Γιατί οι τρομοκράτες δεν είναι άνθρωποι που ξαφνικά κι αναίτια τρελάθηκαν και πήραν τα πιστόλια. Οι τρομοκράτες είναι άνθρωποι που κάποιοι τους "τρέλαναν" και αυτοί είναι οι εξουσιαστές. Αυτοί είναι, γιατί απλούστατα δεν μπορεί να είναι κάποιος άλλος. Δεν τον "τρέλανε" τον τρομοκράτη η ασυδοσία του λιμενεργάτη ή η κλοπή του γεωργού. Τον τρομοκράτη τον "τρέλανε" η ασυδοσία της εξουσίας. Τον "τρέλανε" η κλοπή και ο νεποτισμός των "μανδαρίνων" της.
Αυτή η δίκη ξεκίνησε σήμερα. Ο κυρίαρχος πολίτης, που οι εξουσιαστές τον "δουλεύουν", είναι ο ύψιστος κριτής σ' αυτές τις δίκες. Γιατί; Γιατί οι δίκες αυτές είναι πολυεπίπεδες. Μέσα σ' αυτές δεν κρίνονται μόνον οι φυσικοί κατηγορούμενοι. Κρίνονται ιδεολογίες ολόκληρων παρα­τάξεων, που δημιουργούν τέτοιου είδους κατηγορούμενους. Κρίνονται συλλογικές συμπεριφορές και νοοτροπίες, που προκαλούν εγκλήματα αυτού του είδους. Όμως, εκτός από τους εγκληματίες και τα εγκλήματα, κρίνονται και οι νόμιμες εξουσίες που δημιουργούν αυτές τις ιδεολογίες με τις παράξενες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Δεν κρίνονται μόνον τα φαινόμενα, αλλά κι αυτοί που τα προκαλούν. Δεν κρίνονται μόνον οι παράνομοι πιστολάδες, αλλά και οι νόμιμοι "σωτήρες" μας.
Αυτά όλα τα κρίνει ο λαός κι αποφασίζει για το τι μέλει γενέσθαι με βάση αυτήν την κρίση του. Αυτή η δυνατότητά του τον κάνει κυρίαρχο. Γιατί; Γιατί αυτός είναι που ψηφίζει. Είναι ο πραγματικός ανώτατος "άρχων". Είναι αυτός που με την ψήφο του γκρεμίζει το οποιοδήποτε "κατεστημένο" της εξουσίας. Γι' αυτόν τον λόγο συμμετέχει υποχρεωτικά σε μία δίκη σαν κι αυτήν που παρακολουθούμε σήμερα. Είναι ο ύψιστος παράγοντας αυτής της δίκης, επειδή κρίνει στο ύψιστο επίπεδό της. Μπορεί, ως παράγοντάς της, να μην είναι στη δυνατότητά του να καταδικάσει ή να αθωώσει τους κατηγορουμένους, αλλά μπορεί να κάνει τα χειρότερα εις βάρος των ισχυρών της κοινωνίας. Εις βάρος αυτών που στην πραγματικότητα προκαλούν την τρομοκρατία με την αυθαιρεσία τους.
Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της δίκης είναι εκ των ουκ άνευ, γιατί μέσα στο δικαστήριο υπάρχουν ανεπτυγμένα πλήρως και τα λαϊκά συμφέροντα. Η δίκη της τρομοκρατίας δηλαδή δεν αφορά μόνον τους δικαστές και τους διαδίκους. Δεν αφορά μόνον το κράτος και τους οπλοφόρους εχθρούς του. Αφορά και τον ίδιο τον λαό. Γιατί; Γιατί οι οπλοφόροι είναι μέλη του λαού αυτού και το κράτος ιδιοκτησία του. Γιατί οι οπλοφόροι είναι πολίτες και οι κρατικοί λειτουργοί "υπηρέτες" του. Έχει άμεσο συμφέρον να γνωρίζει γιατί η ιδιοκτησία του προκαλεί βίαια κοινωνικά φαινόμενα. Έχει άμεσο συμφέρον να γνωρίζει πώς χειρίζονται την περιουσία του οι υπηρέτες του και ποια "παράπλευρα" φαινόμενα προκαλούν με τους χειρισμούς τους. Έχει το δικαίωμα μαζί με τους δικαστές να πάρει κι αυτός αποφάσεις. Αποφάσεις σημαντικές, που απλά ανήκουν σε άλλο επίπεδο. Οι δικαστές μπορεί ν' αποφασίσουν να κλείσουν για πάντα τους κατηγορούμενους στη φυλακή, αλλά ο λαός μπορεί ν' αποφασίσει ν' αποκλείσει από τη δημόσια ζωή επίσης για πάντα αυτούς που δεν σέβονται τους νόμους και το Σύνταγμα.
Ο λαός είναι τόσο ισχυρός, που είναι επίφοβος ακόμα κι όταν δεν έχει δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα. Τόσο ισχυρός, που κανένας εξουσιαστής δεν γνωρίζει ποια θα είναι η τύχη του, αν για τον οποιονδήποτε λόγο αυτός "ξυπνήσει" κι αντιδράσει. Τόσο ισχυρός, που ακόμα και φασιστικά καθεστώτα τον φοβούνται, όταν για τον άλφα ή βήτα λόγο μπαίνουν στη θέση του κρινόμενου. Η ισχύς του λαού ήταν αυτή που τρόμαξε τη Χούντα, όταν ήρθε και η ίδια αντιμέτωπη με το φαινόμενο της τρομοκρατίας και έπρεπε να το χειριστεί.
Δεν τρόμαξε τη Χούντα η απόπειρα του Παναγούλη κατά του δικτάτορα. Δεν την τρόμαξε η πράξη του από την αστυνομική της πλευρά. Τη Χούντα την τρόμαξε αυτό το οποίο αντιπροσωπεύει αυτή η πράξη. Την τρόμαξε αυτό το οποίο μπορεί να προκαλέσει αυτή η μεμονωμένη πράξη βίας. Η πράξη, που μπορεί ν' αποτελέσει το "φυτίλι" και να οδηγήσει στη γενικευμένη αντίδραση. Η πράξη, που μπορεί να "ξυπνήσει" τον λαό και να τον βάλει να κρίνει το σύστημα. Τη Χούντα την τρόμαξε η τρομοκρατία ως φαινόμενο. Την τρόμαξε σε σημείο που την ανάγκασε να τη διαχειριστεί με τρόπο τέτοιο, που δεν θα προκαλούσε τον λαό. Αυτόν, που εκείνη την εποχή θεωρητικά δεν την απειλούσε, εφόσον δεν ψήφιζε. Αυτός όμως ο λαός και η ισχύς του ήταν μια διαρκής απειλή για τη Χούντα και το σύστημά της. Η τρομοκρατία —που εκδηλώθηκε μέσω της πράξης του Παναγούλη— ήταν αυτή που κάθισε στο "σκαμνί" τη Χούντα. Η ισχύς του λαού ήταν αυτή που έδωσε "χάρη" στον Παναγούλη. Ο λαός "έκρινε" τη δίκη, άσχετα αν ήταν αξιωματούχοι της Χούντας αυτοί οι οποίοι κάθονταν στα έδρανα του δικαστηρίου. Η τρομοκρατία έβαλε τη Χούντα στο "σκαμνί" και ο λαός την έκρινε.
Η τρομοκρατία σήμερα βάζει στο "σκαμνί" τη δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η δίκη είναι σημαντικότερη από τη δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά. ’σχετα με το γεγονός ότι εμείς διαφωνούμε κάθετα με την ένοπλη βία, αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι αυτή η βία γέννησε εκ νέου το φαινόμενο της τρομοκρατίας. Το φαινόμενο, δηλαδή, που απειλεί το κάθε σύστημα. Το φαινόμενο, που αναγκάζει ακόμα και την πιο λαμπρή δημοκρατία να δώσει "εξετάσεις". Το φαινόμενο, που δοκιμάζει τις αντοχές των θεσμών ενός συστήματος. Αυτό είναι δεδομένο για ένα φαινόμενο αυτού του είδους. Κρίνεται το σύστημα για τη συμπερι­φορά του, ακόμα κι όταν πρόκειται για τη συμπεριφορά του απέναντι στους εχθρούς του. Κρίνεται για το κατά πόσο σέβεται τους νόμους, που αντιπροσωπεύουν κατακτήσεις του λαού. Κρίνεται για το κατά πόσο υπολήπτεται τον κάθε πολίτη, άσχετα με το ποιόν του, το οποίο και θα κριθεί στα δικαστήρια. Η δικαιοσύνη δεν είναι διαπραγματεύσιμο αγαθό. Είτε υπάρχει είτε όχι. Αυτό είναι που κρίνεται σήμερα στη μεγάλη δίκη της 17 Νοέμβρη.
Γι' αυτόν τον λόγο είναι πιο σημαντική από τη δίκη του 89. Τότε —στη δυσμενέστερη των περιπτώσεων— κάθισε στο "σκαμνί" μια κυβέρνηση. Δεν κάθισε στο "σκαμνί" το κράτος. Κρίθηκαν διαχειριστές από διαχειριστές. Κατηγορήθηκαν διαχειριστές για κακοδιαχείριση. Αυτό μπορεί να συμβεί οπουδήποτε οποτεδήποτε. Συμβαίνει και στις καλύτερες "οικογένειες". Συμβαίνει και στις καλύτερες δημοκρατίες να βρεθεί αξιωματούχος κοντά στη δημόσια "τσέπη" και να βάλει μέσα σ' αυτήν το "χέρι" του. Αυτό συνέβη με το σκάνδαλο Κοσκωτά. Ήταν βέβαιον ότι σ' εκείνη τη δίκη οι διαχειριστές δεν θα απειλούσαν τους θεσμούς του κράτους και δεν θα δοκίμαζαν τις αντοχές του. Ήταν βέβαιον ότι οι αλληλοκατηγορίες θα κινούνταν σε κάποιο αυστηρά συγκεκριμένο επίπεδο, στο οποίο δεν θίγονταν τα προνόμια των διαχειριστών. Δεν θα θιγόταν το ίδιο το κράτος, που τους "τάιζε" όλους αυτούς. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σήμερα το ίδιο το κράτος κρίνεται εξαιτίας ενός φαινομένου που το τοποθετεί στο "σκαμνί".
Στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης γιατί δώσαμε στο κείμενο τον συγκε­κριμένο τίτλο. Μέχρι την έναρξη της δίκης το κράτος δεν κρινόταν. Δεν κρινόταν, γιατί δεν μπορούσε να κριθεί. Είχε κι αυτό ως μηχανισμός το "τεκμήριο της αθωότητας". Μπορεί να είδαμε αθλιότητες από την πλευρά των διωκτικών αρχών, αλλά αυτές οι αθλιότητες δεν ήταν δυνατόν ν' αποδοθούν στο κράτος και να το χαρακτηρίσουν στο γενικό επίπεδο. Υπάρχει η ατομική ευθύνη των στελεχών του και αυτή η ευθύνη ήταν το "άλλοθί" του. Μπορεί κάποιος να υποπτευόταν ότι πίσω από όλες αυτές τις αθλιότητες κρυβόταν το κράτος, αλλά δεν μπορούσε να το αποδείξει. Δεν χαρακτηρίζεται ολόκληρο το κράτος, εξαιτίας των μεμονωμένων πράξεων των μεμονωμένων προσώπων που βρίσκονται στις τάξεις του. Δεν χαρακτηρίζεται ολόκληρο το κράτος από έναν διεφθαρμένο αξιωματούχο, που "διαρρέει" υλικό της προανάκρισης. Δεν χαρακτηρίζεται ολό­κληρο το κράτος από έναν διεφθαρμένο αστυνομικό, που "διαρρέει" ονόματα υπόπτων κλπ.. Το κράτος είναι υπεύθυνο γι' αυτούς, αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτούς. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να διερευνήσει τις υποθέσεις και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους, αλλά αυτές οι ενέργειες δεν το χαρακτηρίζουν και ως εκ τούτου δεν το καταδικάζουν.
Από τη στιγμή όμως που ξεκινάει η δίκη, τα πάντα αλλάζουν. Γιατί; Γιατί το κράτος, ως σύνολο πλέον, είναι ο εγγυητής της δίκης. Της "δίκαιης δίκης", όπως αρέσκονται να "πιπιλίζουν" οι "μανδαρίνοι" του. Αυτό αποφασίζει για το εάν θα τηρηθούν οι νόμοι και οι διατάξεις του Συντάγματος. Τι είδαμε σήμερα που ξεκίνησε η δίκη; Ένα κράτος φοβισμένο και θρασύδειλο. Ένα κράτος που φοβάται να δώσει τον λόγο στους τρομοκράτες, τους οποίους το ίδιο υποτίθεται θεωρεί ανεγκέφαλους κακοποιούς του κοινού εγκλήματος. Ένα κράτος "σκληρό" απέναντι σ' αυτούς που μπορεί να φοβίζει και "δειλό" απέναντι στις ευθύνες του. Ένα κράτος αντι­δημο­κρα­τικό, που δεν σέβεται κανέναν και τίποτε.
Όλα αυτά είναι φυσικό να συμβαίνουν, γιατί το κράτος δεν είναι "καθαρό". Ο λόγος; Η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Το κράτος σήμερα βρίσκεται σε δεινή θέση. Γιατί; Γιατί σήμερα θα φανούν οι επιλογές του. Σήμερα θα φανούν οι διαπλοκές του. Σήμερα θα φανούν τα ανοσιουργήματα αυτών που μας κυβερνούν και οι οποίοι υποτίθεται προστατεύουν τη δημοκρατία και το Σύνταγμα.
Θα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, για να καταλάβει ο αναγνώστης τι συνέβη και γιατί το ελληνικό κράτος εμφανίζεται στην κυριολεξία τρομοκρατημένο. Αυτήν τη στιγμή κυρίαρχος στον κόσμο είναι ο αγγλοσαξονικός ιμπεριαλισμός. Αυτός είναι που δίνει τη "συχνότητα" στα κράτη και λειτουργούν. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα κρατικά συστήματα δεν είναι όλα όμοια μεταξύ τους. Το ελληνικό σύστημα είναι ένα σοβαρό αστικό σύστημα, του οποίου η λειτουργία διέπεται από ένα επίσης σοβαρό Σύνταγμα. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της "καταγωγής" του και της ιστορικής του "πορείας". Το ελληνικό κράτος ξεκίνησε την πορεία του μετά από μια βίαιη εθνικοαπελεθερωτική επανάσταση και στη διάρκεια της πορείας αυτής αντιμετώπισε το σύνολο των εχθρών της κοινο­βουλευτικής δημοκρατίας. Αντιμετώπισε τον βασιλικό θεσμό και δεκάδες πραξικοπήματα. Πρώην "τρομοκράτες" ήταν αυτοί οι οποίοι το θεμελίωσαν καί ως κράτος καί ως δημοκρατία. Οι αρχικά "τρομοκράτες" για τους Τούρκους ήταν οι μετέπειτα "πατέρες" του ελληνικού κράτους. Οι αρχικά "τρομοκράτες" για τους Χουντικούς ήταν οι μετέπειτα "πατέρες" της δημοκρατίας της μετα­πολίτευσης. Αυτή του η "εμπειρία" ήταν το αίτιο εξαιτίας του οποίου απέκτησε στο πρόσφατο παρελθόν έναν σοβαρό και απόλυτα θωρακισμένο Συνταγματικό Νόμο.
Έναν νόμο, που, έχοντας υπόψη του όλους τους πιθανούς κι απίθανους εχθρούς τής κοινο­βου­λευτικής δημοκρατίας, απέκτησε το σύνολο των αμυνών. Έναν νόμο, που δεν επιτρέπει σε κανέναν εχθρό της δημοκρατίας να "ευδοκιμήσει" στη χώρα. Έναν νόμο, που συντέθηκε από πρώην "τρομοκράτες" και που λογικό είναι ν' ανέχεται μέχρι και τη βία, προκειμένου να τον βοηθήσει στην άμυνά του. Οι βασικές διατάξεις, που καθιστούν αυτό το ελληνικό Σύνταγμα ως ένα σοβαρό νομικό μόρφωμα, είναι οι εξής: Πρώτον, προβλέπει την απόλυτη κυριαρχία του λαού. Τα πάντα γίνονται εξαιτίας των αναγκών του και πάντα με στόχο την απόλυτη εξυπηρέτησή του. Δεύτερον, διαχωρίζονται οι εξουσίες μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί κάποιος να το καταλύσει εξαιτίας της επαφής του με την εξουσία. Οι εξουσίες είναι τρεις και με βάση το Σύνταγμα απόλυτα ίσες και απόλυτα διαχωρισμένες μεταξύ τους. Τρίτον —και επίσης σημαντικό— είναι ότι το Σύνταγμα αυτό προβλέπει και την αυτοάμυνά του, δίνοντας στον κάθε πολίτη το δικαίωμα να αυτοδικεί εναντίον αυτών που επιχειρούν να το καταλύσουν.
Όλα αυτά όμως, που προβλέπουν τον σημαντικό ρόλο του πολίτη μέσα στην ελληνική δημο­κρατία, θα έπρεπε να διασφαλιστούν. Θα έπρεπε να δημιουργηθεί η κατάλληλη νομολογία, που θα προστατεύει από την αδικία τον πολίτη, όταν αυτός ενεργεί ή όταν θέλει να ενεργήσει με τον οποιονδήποτε τρόπο. Τον κυρίαρχο πολίτη, που πρέπει να εξασφαλίσει την προστασία του ακόμα κι όταν κινείται εναντίον του ίδιου του κράτους και άρα της εξουσίας. Τον κυρίαρχο πολίτη, που πρέπει να εξασφαλίσει δίκαιη δίκη, ακόμα κι όταν κινείται εναντίον της εξουσίας με λάθος τρόπο. Γι' αυτόν τον λόγο συντάχτηκε ολόκληρη η νομολογία, που περιγράφει όχι μόνον τον τρόπο διεξαγωγής των δικών, αλλά διαχωρίζει και τα εγκλήματα μεταξύ τους. Από το ελληνικό Σύνταγμα προκύπτει ο όρος "πολιτικό έγκλημα".
Αυτού του είδους το έγκλημα το Σύνταγμα το διαχωρίζει από το κοινό έγκλημα και περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο εκδίκασής του. Το διαχωρίζει από το κοινό έγκλημα, αλλά, ως χαρακτηρισμός, δεν αποτελεί ελαφρυντικό γι' αυτόν που το διέπραξε. Δεν το συγχωρεί, επειδή το αντιλαμβάνεται διαφορετικό από το κοινό έγκλημα. Δεν το εκλαμβάνει ως πολιτική πράξη, που δικαιούται την ατιμωρησία, αλλά ως έγκλημα, που πρέπει να τιμωρηθεί αυτός ο οποίος το διέπραξε. Έγκλημα, που, αν καταδικαστεί αυτός ο οποίος το διέπραξε, τιμωρείται με την ίδια τιμωρία μ' αυτήν που επιβάλλεται σ' εκείνον που έκανε το ίδιο πράγμα για λόγους που άπτονται του κοινού ποινικού δικαίου. Αν για το έγκλημά σου τιμωρία είναι η ισόβια κάθειρξη, αυτήν θα είναι η τιμωρία, είτε είσαι κοινός εγκληματίας και τιμωρήθηκες από κοινό δικαστήριο είτε είσαι πολιτικός εγκληματίας και τιμωρήθηκες από κάποιο άλλο δικαστήριο.
Ιστορικά, αν το εξετάσει κάποιος, μόνον κατά την περίοδο που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση το πολιτικό έγκλημα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης. Κάπου στο 1893 άλλαξε η στάση της εξουσίας απέναντι σ' αυτόν τον τύπο του εγκλήματος. Αυτό έχει τη λογική του. Γιατί; Γιατί οι αστοί, που διεκδικούσαν την εξουσία από την κεφαλαιοκρατία, ήταν αυτοί οι οποίοι ασκούσαν τρομοκρατία και στην ουσία εφεύραν το πολιτικό έγκλημα. Μόλις κατάφεραν και βολεύτηκαν στην εξουσία, δεν την ήθελαν την τρομοκρατία. Μόλις έγιναν οι ίδιοι εξουσία και πλήρωναν αυτοί —ως εξουσιαστές— το κόστος της τρομοκρατίας, άλλαξαν στάση απέναντί της. Για όσο διάστημα η τρομοκρατία τους βόλευε στις διεκδικήσεις τους, την ευνοούσαν. Όταν έπαψε να συμβαίνει αυτό, την έβαλαν στη μαύρη "λίστα". Ιστορικά δηλαδή το πολιτικό έγκλημα από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα κι έπειτα όχι απλά δεν τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης, αλλά ήταν απόλυτα δυσμενές γι' αυτόν που χαρακτηριζόταν πολιτικός εγκληματίας. Μπορούσε κάποιος, για ένα ασήμαντο ποινικά έγκλημα, να ταλαιπωρείται για όλη του τη ζωή, επειδή ακριβώς το διέπραξε για πολιτικούς λόγους. Επί χούντας, για παράδειγμα, κάποιος, που έγραφε στους τοίχους, για να διαφημίσει την επιχείρησή του, πλήρωνε ένα ασήμαντο πρόστιμο κάποιων λίγων "μεταλλικών" δραχμών, ενώ κάποιος άλλος, που διέπραττε το ίδιο "έγκλημα", για να διαφημίσει την ιδεολογία του, πήγαινε στα ξερονήσια.
 Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η συνταγματική διάταξη, που ορίζει το πολιτικό έγκλημα, δεν έχει ως στόχο την εύνοια. Το Σύνταγμα δεν συγχωρεί τίποτε και κανέναν. Το Σύνταγμα απλά προσπαθεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του λαού. Το πολιτικό έγκλημα δεν είναι λιγότερο έγκλημα από το κοινό έγκλημα. Είναι απλά διαφορετικό και ευνοεί τα συμφέροντα του λαού το να κριθεί αυτού του είδους το έγκλημα διαφορετικά. Είναι πολιτικό, γιατί η εκδίκασή του ενδιαφέρει τους πολίτες, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το κοινό έγκλημα, που ενδιαφέρει μόνον τους άμεσα εμπλεκόμενους σ' αυτό. Είναι πολιτικό, γιατί η εκδήλωσή του επηρεάζει τη λειτουργία της κοινωνίας. Επειδή είναι πιο σύνθετο στην ανάλυσή του και επειδή έχει πολλά επίπεδα αναφοράς, θεωρείται ανώτερου τύπου έγκλημα. Το έγκλημα βέβαια είναι αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται "ανώτερο" και δεν είναι ο εγκληματίας "ανώτερος" άνθρωπος από τον απλό άνθρωπο. Η διερεύνηση του εγκλήματος είναι αυτή που απαιτεί ειδική μεταχείριση και όχι ο εγκληματίας. Όμως, ανώτερο έγκλημα σημαίνει ότι απαιτεί για την εκδίκασή του ανώτερα δικαστήρια. Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο είναι ανώτερο από το τακτικό δικαστήριο και αυτό είναι, με βάση το Σύνταγμα, το αρμόδιο να κρίνει αυτού του είδους το έγκλημα.
Ο Γκοτζαμάνης, για παράδειγμα, έκανε πολιτικό έγκλημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν λιγότερο κτήνος από έναν κοινό εγκληματία. Έπρεπε όμως να κριθεί σε διαφορετικό δικαστήριο και υπό καθεστώς απόλυτης δημοσιότητας, γιατί εκτός από τους δικαστές, που θ' αποφάσιζαν για τον ίδιο, έπρεπε ν' αποφασίσει και ο λαός για τα "αφεντικά" του. Η τύχη του κτήνους δεν ενδιέφερε κανέναν. Είτε τον φυλάκιζαν ισοβίως είτε τον κρεμούσαν, ελάχιστα απασχολούσε τον μέσο πολίτη. Όλους όμως τους ενδιέφερε η τύχη αυτών που τον δημιούργησαν και τον έστειλαν να σκοτώσει. Όλους τους ενδιέφερε να μάθουν τι κάνουν ποιοι εις βάρος της δημοκρατίας. Έπρεπε να μάθουν, για να "μεριμνήσουν" στις εκλογές γι' αυτούς. Γι' αυτόν τον λόγο είναι υποχρεωτικό από το Σύνταγμα να είναι οι δίκες αυτές δημόσιες. Η ισχύς των δικαστών τελειώνει στην πόρτα της φυλακής, που κλείνει πίσω από τον Γκοτζαμάνη. Η ισχύς του λαού κλείνει την πόρτα της "ιστορίας" στα "αφεντικά" του.
Επιπλέον υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα με τα διαφορετικού τύπου εγκλήματα. Πρέπει να κριθούν πολίτες για τις ενέργειές τους και θα πρέπει να κριθούν δίκαια. Η δικαιοσύνη της εξουσίας δεν πρέπει πάντα να θεωρείται δεδομένη. Αν για παράδειγμα μια εξουσία, που έχει προκύψει από δημοκρατικές διαδικασίες, σταδιακά έχει "εκτροχιαστεί" και έχει μετατραπεί σε "χούντα", υπάρχει πρόβλημα. Αν αυτή η "χούντα" με την αθλιότητα και την ασυδοσία της αναγκάσει έναν πολίτη ν' ασκήσει τρομοκρατία εναντίον της, δεν είναι δυνατόν να παραδοθεί ο πολίτης στη "δικαιοσύνη" της. Το Σύνταγμα, αντιλαμβανόμενο τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εξουσίας και πολιτικών εγκληματιών, παραδίδει την κρίση τους σε ένορκα δικαστήρια και δεν επιτρέπει στο κράτος να τους δικάσει με τους δικούς του ανθρώπους. Βάζει τους εγκληματίες μέσα στα ένορκα δικαστήρια, για να δικαστούν από τον λαό.
 Αυτό το κάνει, για να μπορεί πάντα να δίνει τη δυνατότητα στους απλούς πολίτες —όταν το απαιτεί η ανάγκη— ν' απειλούν την εξουσία και κατ' αυτόν τον τρόπο να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις. Η εξουσία, όταν δεν είναι "καθαρή", πάντα φοβάται τα ορκωτά δικαστήρια. Τα φοβάται, όχι γιατί μπορεί να αθωώσουν έναν ένοχο, αλλά γιατί μπορούν να καταδικάσουν την ίδια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί, μπαίνοντας ο λαός μέσα στο δικαστήριο, μπορεί να "δηλώσει" τη θέση του με μια απόφαση. Μπορεί στο όνομα των κολοσσιαίων κοινωνικών συμφερόντων να υποβαθμι­στούν τα ατομικά συμφέροντα των θυμάτων των πολιτικών εγκλημάτων. Μπορεί το πολιτικό μέρος της δίκης να επισκιάσει το αντίστοιχο ποινικό. Αυτό μπορεί να είναι σπάνιο, αλλά, επειδή υπάρχει θεωρητικά ως πιθανότητα, είναι αρκετό για να τρομοκρατήσει την εξουσία. Ακόμα κι αν δεν έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο στην ιστορική πορεία ενός συστήματος, την απειλεί, γιατί υπάρχει ως θεωρητική πιθανότητα.
Φοβάται η εξουσία μια αθώωσή των κατηγορουμένων, που θα αποτελεί δική της καταδίκη. Φοβάται η κάθε "χούντα" τη "δικαίωση" των εγκληματιών που "γέννησε" η ίδια με την αθλιότητά της. Οι "χούντες" πάντα φοβούνται τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια σε αντίθεση με τις πραγματικές δημοκρατίες, οι οποίες επιδιώκουν να κρίνονται τα πολιτικά εγκλήματα στα δικαστήρια αυτά. Γιατί; Γιατί η πραγματική δημοκρατία "παράγει" πολιτική μέσα στα δικαστήρια αυτά. "Διαφημίζεται" η ίδια και ταυτόχρονα διαπαιδαγωγεί τους πολίτες της. Αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Γιατί; Γιατί, αν η δημοκρατία με την ποιότητά της ικανοποιεί τους πολίτες, μπορεί να επιβραβευτεί μέσα στα μεικτά δικαστήρια. Μπορεί να επιβραβευτεί εις βάρος των κατηγορουμένων και βέβαια εις βάρος αυτών που κρύβονται πίσω τους και είναι οι εχθροί της δημοκρατίας. Μπορεί οι πολίτες ένορκοι δικαστές να τιμωρήσουν πιο σκληρά απ' ό,τι προβλέπεται τον πολιτικό εγκληματία, που απειλεί τη δημοκρατία τους. Μπορεί οι πολίτες ένορκοι δικαστές να θελήσουν μέχρι και να "λυντσάρουν" αυτούς που θεωρούν εχθρούς της δημοκρατίας τους. Όπως στέλνουν με τις αποφάσεις τους "μήνυμα" στην εξουσία που δεν τους ικανοποιεί, έτσι στέλνουν "μήνυμα" και σ' αυτούς τους οποίους απειλούν τη δημοκρατία που τους ικανοποιεί. Το Σύνταγμα με τον τρόπο αυτόν βάζει τον κυρίαρχο λαό μέσα στα δικαστήρια και άρα του δίνει τον ρόλο που δικαιούται. Τον βάζει μάλιστα ως "υπερέχοντα", εφόσον η ψήφος του είναι πιο ισχυρή από αυτήν των τακτικών δικαστών. Των δικαστών, που ανήκουν στο σύστημα εξουσίας και ως εκ τούτου το Σύνταγμα των πρώην "τρομοκρατών" δεν τους εμπιστεύεται απόλυτα σ' αυτό το επίπεδο του εγκλήματος.
Αυτό λοιπόν το σοβαρό Σύνταγμα μιας δημοκρατικής χώρας, που πέφτει θύμα ιμπεριαλισμού, ήρθε σε επαφή με τις "εντολές" των ιμπεριαλιστών. Οι ιμπεριαλιστές, για δικούς τους λόγους, αποφάσισαν ερήμην των κρατών να θέσουν ως υπ' αριθμόν ένα εχθρό τους τούς τρομοκράτες και την τρομοκρατία. Για ν' αντιμετωπίσουν λοιπόν τον εχθρό τους, δημιούργησαν ένα νομικό μόρφωμα, το οποίο γνωρίζουμε ως "τρομονόμο". Ένα μόρφωμα, που το παρέδωσαν στις "Μπανανίες", για να το εντάξουν αναλλοίωτο μέσα στο δικό τους νομοθετικό πλαίσιο. Από αυτό το σημείο ξεκινούν τα προβλήματα. Γιατί; Γιατί τα νομοθετικά πλαίσια των διαφόρων κρατών έχουν διαφορετική νομική "ιδιοσυχνότητα". Μπορεί ένα μόρφωμα σαν τον "τρομονόμο" να μην διαταράσσει την "ιδιοσυχνότητα" ενός αγγλοσαξονικού τύπου συστήματος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διαταράσσει κάποια άλλα. Ανάμεσα σ' αυτά που διαταράσσονται είναι και το ελληνικό.
Αυτό όμως σημαίνει πρόβλημα. Γιατί; Γιατί η ελληνική εξουσία ήταν βέβαιο ότι θ' αντιμετώπιζε προβλήματα, όταν θα προσπαθούσε να το εφαρμόσει. Προβλήματα, που δεν φαινόταν σε όλη τους τη διάσταση, όταν κάποιοι αποφάσιζαν να πουν "yes" στα αφεντικά τους. Η προβληματικότητα της κατάστασης ήταν σταδιακή. Για παράδειγμα, όταν ήταν να "περάσει" αυτό το μόρφωμα μέσα από τη βουλή, αυτή δεν είχε πρόβλημα, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε πρακτική αξία σ' αυτό που έκανε. Σήμερα όμως έχει πρόβλημα, γιατί πρέπει να δικάσει με βάση αυτό το μόρφωμα κάποιους πολίτες από αυτούς που —είτε αθώοι είτε ένοχοι— ανήκουν στο σώμα των κυρίαρχων. Με παρασκηνιακές πιέσεις και εκβιασμούς βουλευτών "πέρασε" από τη βουλή αυτή η νομολογία. Σήμερα όμως πρέπει κάποιοι να δικάσουν με βάση αυτήν τη νομολογία κι αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολο. Σήμερα όλα φαίνονται και είναι επικίνδυνα για το κράτος, γιατί κάποιοι δεδηλωμένοι εχθροί του αγωνίζονται για τη ζωή τους.
Μέχρι τώρα η ελληνική εξουσία ήταν ασύδοτη και διεφθαρμένη, άσχετα με το τι προβλέπει το Σύνταγμα. Ποτέ δεν σεβάστηκε την ανεξαρ­τη­σία των εξουσιών και πάντα η εκτελεστική εξουσία "καπέλωνε" τις υπόλοιπες. Έχοντας οι κυβερνώντες τη δυνατότητα να κλέβουν, χωρίς να ελέγχονται και προπαντός χωρίς να τιμω­ρούν­ται, δημιούργησαν τις συνθήκες της διαφθοράς. Αυτή η διαφθορά δημιούργησε το φαινόμενο της τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Αυτό το πρόβλημα η ελληνική εξουσία το έλυνε με πολύ απλό τρόπο. Αδιαφορούσε επιδεικτικά γι' αυτό το φαινόμενο και όταν μπορούσε διέβρωνε τις τρομοκρατικές οργανώσεις με δικούς της ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτόν είχε ...καί τον σκύλο χορτάτο καί την πίτα ολόκληρη. Η τρομοκρατία όχι μόνον δεν απειλούσε την εξουσία, αλλά αντίθετα της έδινε τη δυνατότητα να "παράγει" και πολιτική. Όποτε ήθελε την εκμεταλ­λευόταν για την πολιτική της. Όταν αντιλαμβάνονταν ότι οι τρομοκράτες κέρδιζαν "πόντους" στην κοινή γνώμη, "έσφαλε" σε μια ενέργειά τους, για να δημιουργήσει την κακή εικόνα των τρομοκρατών, που απειλούν την κοινωνία. Το κόστος που πλήρωνε ήταν κάποιοι λίγοι άνθρωποί της, που βρίσκονταν ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατίας. Ένα κόστος μεγάλο, που όμως ήταν αναλογικά μικρό, αν σκεφτεί κάποιος ότι εξαιτίας της τρομοκρατίας και της πολιτικής που αυτή "παρήγαγε" έτρωγαν και έπιναν σαν βασιλείς μιλιούνια κρατικοδίαιτων κάφρων.
Εύλογα ο αναγνώστης θ' αναρωτηθεί για το πώς είναι δυνατόν ν' ανέχεται το σύστημα ένα τέτοιο φαινόμενο με τόσο μεγάλο κόστος. Κόστος ηθικό, πολιτικό αλλά και οικονομικό. Πώς είναι δυνατόν να έχει ζημιά από ένα φαινόμενο, να του κοστίζει η "καταδίωξή" του και ταυτόχρονα να μην θέλει να το εξαλείψει. Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να "μπει" στη θέση του κράτους. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε μια κατάσταση όμοια μ' αυτήν όπου ένας παντρεμένος παιδεραστής βιάζει ένα παιδάκι της γειτονιάς. Το βιασμένο παιδάκι, επειδή είναι αδύναμο να έρθει σε απευθείας σύγκρουση με τον βιαστή του, αντιδρά σε ένα επίπεδο χαμηλό. Παίρνει πέτρες και σπάει καμιά φορά τα τζάμια του σπιτιού του βιαστή. Η σύζυγος αυτού του βιαστή αντιλαμβά­νεται τη ζημιά και ζητά επίμονα από τον άντρα της να βρει τον υπεύθυνο. Είναι δυνατόν όμως αυτός να τον βρει; Όχι βέβαια. Γιατί; Γιατί αν τον πιάσει, θα πρέπει να του δώσει τον λόγο. Θα τον ρωτήσουν οι πάντες γιατί τα έσπαζε τα τζάμια. Ο εφιάλτης δηλαδή του βιαστή. Θα μάθει η σύζυγός του, αλλά και όλη η γειτονιά τον ρόλο του. Εξαιτίας αυτού του φόβου ο βιαστής, παρ' όλο που έχει ζημιά από το θύμα του και παρ' όλο που τον γνωρίζει, δεν τον συλλαμβάνει.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με το κράτος. Το ελληνικό κράτος με τη συμπεριφορά του προκαλεί την τρομοκρατία, αλλά μέχρι τώρα την αγνοούσε, "καταδιώκοντάς" την, γιατί απλούστατα δεν το συνέφερε να αποκαλυφθούν τα "γιατί" της. Προτιμούσε να "κλαίει" γύρω από τα θύματα και να μην δίνει απαντήσεις στις "καταγγελίες" της. Προτιμούσε να καταριέται τους δολοφόνους, αλλά να μην κάνει την αυτοκριτική του. Δεν το συνέφερε ν' ανοίξει "διάλογο" με την τρομοκρατία. Δεν το συνέφερε να δώσει απαντήσεις και να "κλείσει" το θέμα της τρομοκρατίας, έστω και χωρίς τη σύλληψη των τρομοκρατών. Έκλαιγε τον Περατικό, αλλά δεν αποκάλυπτε τα στοιχεία που αφορούσαν τις σχέσεις του με το ελληνικό κράτος. Έκανε ό,τι θα έκανε ο βιαστής του παρα­δείγμα­τός μας. Έλεγχε διακριτικά το θύμα του, αλλά δεν το συλλάμβανε. Το παρακολουθούσε, αλλά δεν το περιόριζε. Γιατί; Για να παριστάνει το ίδιο το κράτος και οι άνθρωποί του τα θύματα της τρομοκρατίας. Τα θύματα, που ο λαός έπρεπε να τα "αποζημιώνει" με την ψήφο του.
Για όλους αυτούς τους λόγους η ελληνική εξουσία ποτέ δεν κινούνταν πραγματικά εναντίον της τρομοκρατίας. Όχι μόνον δεν την συνέφερε η αποκάλυψή της, αλλά ταυτόχρονα την εκμεταλλευόταν. Ήταν ένα πολύτιμο "εργαλείο" της πολιτικής της. Ακριβό στη λειτουργία του, αλλά πολύτιμο. Όλοι βολεύονταν με τον άλφα ή βήτα τρόπο από την τρομοκρατία. Ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης έγιναν πρωθυπουργοί εξαιτίας της τρομοκρατίας. Η Ντόρα έγινε δήμαρχος και διεκδικεί την ηγεσία της ΝΔ εξαιτίας του "αγώνα" της για την πάταξη της τρομοκρατίας. Η σημερινή κυβέρνηση χωρίς καμία αντίδραση έδωσε "γη και ύδωρ" στους ιμπεριαλιστές εξαιτίας της τρομοκρατίας. Οι κρατικοδίαιτοι "μανδαρίνοι" γνώριζαν μεγαλεία "υψηλών προσώπων", που συνοδεύονται από οπλισμένες φρουρές εξαιτίας της τρομοκρατίας. Αύξησαν τους μισθούς τους εξαιτίας του επικινδύνου του "λειτουργήματός" τους.
Όλοι αυτοί οι "μανδαρίνοι" της εξουσίας επωφελούνταν από την τρομοκρατία. Κάθε φορά που οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, έστρεφαν την προσοχή του λαού όπου ήθελαν εξαιτίας της τρομοκρατίας. Αποκτούσαν "άλλοθι" εξαιτίας της τρομοκρατίας. "’λλοθι" για να περικόψουν δικαιώματα, για να μειώσουν συντάξεις, για να πάρουν προμήθειες από νέους εξοπλισμούς ή για ν' ανοίξουν "πόρτες" στους ιμπεριαλιστές. Οι ίδιοι οι τρομοκράτες να παρουσιάζονταν μπροστά στις διωκτικές αρχές, δεν θα συλλαμβάνονταν. Ας ψάξει κάποιος να δει πόσο πολύ βοήθησε στην εξάρθρωσή της η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση ενός ανθρώπου που υποτίθεται θρήνησε δικό του άνθρωπο από την τρομοκρατία. Θα βρεθεί προ εκπλήξεων αν το κάνει. Γιατί; Γιατί θα δει ότι εκείνη η κυβέρνηση του "κλαίοντος" Πρωθυπουργού δεν έκανε  τίποτε απολύτως εναντίον της τρομοκρατίας.
Ο περίφημος "τρομονόμος" δεν στρεφόταν εναντίον της τρομοκρατίας, αλλά εναντίον του λαού. Στην υπόθεση εξάρθρωση της τρομοκρατίας εκείνη η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτε απολύτως. Αυτό είναι και το λογικό. Οι Μητσοτάκηδες έτρωγαν "ψωμί" από την τρομοκρατία και δεν ήταν διατεθειμένοι να καταστρέψουν την "κότα" με τα "χρυσά αυγά". Οι Μητσοτάκηδες εξυπηρετούσαν τα αφεντικά τους με μέσον την τρομοκρατία. Οι Μητσοτάκηδες εξυπηρετούσαν τα οικογενειακά τους συμφέροντα με μέσον την τρομοκρατία. Πρωθυπουργός έγινε ο πατέρας, βουλευτής η κόρη, μεγαλοστέλεχος της εθνικής τράπεζας ο γιος. Κάθε φορά που "βούρκωναν" τα μάτια τους, εκατομμύρια πλήρωνε ο λαός. "Εργοστάσιο" βολέματος έγινε για το "μητσοτακαίηκο" το περίφημο σαρανταπεντάρι της τρομοκρατίας.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης η ασυδοσία της εξουσίας λειτουργούσε απρόσκοπτα και δεν της δημιουργούσε προβλήματα. Τα κοινωνικά προβλήματα που εμφάνιζε —μεταξύ των οποίων και η τρομοκρατία— δεν την απειλούσαν. Η τρομοκρατία κινούνταν πολύ "χαμηλά" για να μπορέσει —ως φαινόμενο— να την αποκαλύψει. Για να μπορέσει να την καθίσει στο "σκαμνί". Ό,τι και να έκανε η εξουσία, ό,τι και να κατήγγειλε εις βάρος της η τρομοκρατία, τίποτε δεν άλλαζε. Το ελληνικό σύστημα εξουσίας είχε βρει την τέλεια λύση. Έκλεβε πολλά και "έκλαιγε" πολύ. Δεν κινδύνευε ούτε από τους ορκισμένους εχθρούς του. Ούτε από αυτούς που τολμούσαν να πάρουν τα όπλα και να καταδιώξουν αυτούς που θεωρούσαν κοινωνικούς τους εχθρούς.
Όμως, όλα αυτά τα εξόχως συμφέροντα άλλαξαν ξαφνικά. Γιατί; Γιατί άλλαξαν οι ανάγκες των ιμπεριαλιστών. Η ιδιομορφία, που κάνει τα πράγματα για την εξουσία επικίνδυνα, είναι η εξής: Η καλή μας τύχη ήθελε τους ιμπεριαλιστές να είναι παραπάνω βλάκες από ότι συνήθως είναι και ταυτόχρονα την εθνική μας ηγεσία να είναι παραπάνω δουλική από όσο επίσης συνήθως είναι. Αυτό το "κοκτέιλ" είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί οι πρώτοι, εξαιτίας της βλακείας τους, θα αξίωναν ν' αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος το οποίο δεν γνώριζαν και το οποίο μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε με απόλυτη "επιτυχία" και οι δεύτεροι θα ήταν πολύ τρομαγμένοι για ν' αντιδράσουν στην "παραγγελία" των ιμπεριαλιστών.
Γι' αυτόν τον λόγο μιλάμε για βλακεία των ιμπεριαλιστών. Όσο ωφελημένη ήταν η ελληνική εξουσία από την τρομοκρατία, άλλο τόσο ήταν και οι ιμπεριαλιστές. Ό,τι επιθυμούσαν να πετύχουν το κατάφερναν με την υποβοήθηση της τρομοκρατίας. Ήθελαν τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό, τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με την εκτέλεση του Μπακογιάννη. Ήθελαν να περάσουν τον "τρομονόμο", τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με τον θάνατο του Αξαρλιάν. Ήθελαν να μοιραστούν τα δισεκατομμύρια της ασφάλειας των ολυμπιακών αγώνων και να ελέγξουν τις υπηρεσίες ασφαλείας της "Μπανανίας", τους "βοήθησε" η τρομοκρατία με την εκτέλεση του Σόντερς.
Όλα αυτά δεν τα εκτίμησαν στη σωστή τους βάση. Δεν εκτίμησαν ότι ένα μοντέλο, που αποδεδειγμένα λειτουργεί απροβλημάτιστα, δεν το πειράζεις. Αποφάσισαν ότι πρέπει ν' αλλάξουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σε κάποια φαινόμενα και την άλλαξαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν κατάλαβαν ότι η "παραγωγή" πολιτικής ήταν το ζητούμενο και όχι η σύλληψη των προσώπων. Δεν κατάλαβαν ότι ο "τρομονόμος" ήταν πολύτιμος για να μπορεί να ελέγχεται εύκολα η κοινωνία και όχι για να επιτύχουν μεγάλες καταδίκες των τρομοκρατών.
Οι Αγγλοσάξονες είδαν την "πατάτα" της ελληνικής τρομοκρατίας πάνω στη "φωτιά" και θεώρησαν ότι η ελληνική εξουσία έπρεπε να την πιάσει για να την εξαφανίσει. Αυτό όμως που για την αγγλοσαξονική εξουσία είναι μια ακίνδυνη καθημερινή πρακτική δεν είναι το ίδιο για την ελληνική εξουσία. Γιατί; Γιατί τα αγγλοσαξονικά συστήματα είναι "Μπανανίες" ακόμα και στο θεσμικό επίπεδο. Τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν καν συνταγματικούς νόμους και όταν έχουν αποτελούν "παπαρολογίες" και ευχολόγια, χωρίς να αγγίζουν την "ταμπακέρα" των δικαιω­μάτων των πολιτών. Αυτά τα κράτη έχουν εξουσίες, που με την "άδεια" του νόμου δεν σέβονται τίποτε και κανέναν. Όλοι είδαμε τους νόμους τύπου "patriot" των ΗΠΑ. Αυτά δεν γίνονται σε μια ευνομούμενη δημοκρατία. Νόμοι, που επιτρέπουν στην εξουσία να συλλαμβάνει όποιον θέλει, για όποιον λόγο θέλει, να τον κρατάει όσο θέλει και να μην το ανακοινώνει σε κανέναν. Νόμοι, που επιτρέπουν στην εξουσία να αφαιρεί υπηκοότητες και να γεμίζει τα παράνομα "Γκουαντανάμο" της όποτε θέλει. Νόμοι, που δίνουν τη δυνατότητα στην εξουσία ακόμα και να σκοτώνει πολίτες.
Αυτά είχαν προφανώς στο μυαλό τους οι "θεματοφύλακες" της παγκόσμιας δημοκρατίας και γι' αυτό επέβαλαν στην ελληνική εξουσία να "λύσει" άπαξ το πρόβλημα της τρομοκρατίας. Η "πατάτα" όμως της ελληνικής τρομοκρατίας ήταν καυτή και αυτό το γνώριζαν οι εξουσιαστές μας. Το γνώριζαν και γι' αυτό δεν την έπιαναν επί τριάντα χρόνια. Ως υπάκουοι δούλοι όμως άπλωσαν τα χέρια τους να την πιάσουν και σήμερα δυστυχώς την έχουν στα χέρια τους. Το θέμα είναι ότι δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Τα πράγματα δεν είναι απλά γι' αυτούς. Ήρθε η ώρα της κρίσης. Ο "παιδεραστής" έπιασε τον "βάνδαλο" και τώρα θα πρέπει αναγκαστικά να του δώσει τον λόγο. Αυτό όμως είναι πρόβλημα. Γιατί; Γιατί η ελληνική εξουσία, ακόμα κι αν δεν είχε άμεση σχέση με την τρομοκρατία, είναι βέβαιον ότι επωφελήθηκε από αυτήν και εν πολλοίς την κατεύθυνε. Είναι βέβαιον ότι θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις γι' αυτά που καταγγέλλουν οι τρομοκράτες και μέχρι σήμερα απέφευγε να απαντήσει.
Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα το κράτος είναι τρομοκρατημένο με τη δίκη. Φοβάται γι' αυτά που θα ακουστούν μέσα στη δίκη. Φοβάται μήπως αυτά τ' ακούσει κι αυτός που δεν πρέπει και είναι ο λαός. Ο απατημένος από όλες τις απόψεις λαός. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θέλει την τηλεόραση μέσα στην αίθουσα, όπου διεξάγεται η δίκη.
Τι φοβάται το ελληνικό κράτος; Την αποκάλυψη της αθλιότητάς του. Την αποκάλυψη των σχέσεων της εξουσίας του με τους ιμπεριαλιστές. Την αποκάλυψη του εσωτερικού ιμπεριαλισμού που ασκούν κάποιες οικογένειες "μανδαρίνων" εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Την απο­κάλυψη του ιμπεριαλισμού που ασκεί η εκτελεστική εξουσία απέναντι στις δύο άλλες. Τα πάντα λειτουργούν αλυσιδωτά κι αυτό κάνει τον φόβο του κράτους ακόμα πιο μεγάλο. Μία και μόνον "θηλιά" να ξηλωθεί στο δικαστήριο και θα γκρεμιστεί το κατεστημένο που μας κυβερνά. Το σύνολο των προβλημάτων ξεκινούν από το γεγονός ότι πολύ συγκεκριμένα άτομα διαχειρίζονται μια κρατική εξουσία, η οποία δεν λειτουργεί με τον τρόπο που προβλέπει το Σύνταγμα. Από τη μία πλευρά έχουμε δηλαδή ιδιωτικά συμφέροντα, που νέμονται τα πάντα μεταξύ τους και από την άλλη μια διαπλοκή εξουσιών, που δημιουργεί τις συνθήκες οι οποίες απειλούν το Σύνταγμα και βέβαια τη δημοκρατία.
Τα πάντα ξεκίνησαν στην "αυγή" της μεταπολίτευσης. Οι ιμπεριαλιστές "έτρεμαν" στην ιδέα ότι μετά την πτώση της Χούντας και τον έντονο αντιαμερικανισμό του ελληνικού λαού θα έχαναν τον έλεγχο του ελληνικού κράτους. Επέτρεψαν στους Έλληνες να δημιουργήσουν το Σύνταγμα που ήθελαν, αλλά κατάφεραν και το "ακύρωσαν" με τις επιλογές τους. Αυτό έγινε μέσω των προσώπων που κατά παραγγελία των Αμερικανών ανέλαβαν να μας "σώσουν" τη μεταπολιτευτική περίοδο. Τι έγινε τότε; Εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα ο κομματισμός, που καταστρατηγεί κάθε έννοια δημο­κρατίας. Γιατί; Γιατί δημιουργεί συνθήκες ολιγοπωλίου στη διαχείριση της εξουσίας. Από τότε μέχρι σήμερα δύο στην κυριολεξία ιδιόκτητα κόμματα κυβερνούν τον τόπο. Η ιδιοκτησία του Καραμανλή την οποία σφετερίζεται ο Μητσοτάκης και η ιδιοκτησία του Παπανδρέου. Αυτά τα κόμματα-ιδιοκτησίες και οι "χορηγοί" τους μονοπωλούν τα πάντα. Υπό την αιγίδα των ιμπερια­λιστών και χάρη στην άγνοια των πολιτών πήραν τα πνευματικά δικαιώματα των ιδεολογιών τις οποίες υποτίθεται πρεσβεύουν. Η ΝΔ πήρε τα δικαιώματα του φιλελευθερισμού και το ΠΑΣΟΚ τα δικαιώματα του σοσιαλισμού. "Φιλελεύθερο" στην Ελλάδα έγινε μόνο ό,τι έχει license από την ΝΔ και το αντίστοιχο συμβαίνει και με το ΠΑΣΟΚ.
Αυτές οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, αγνοώντας παντελώς το Σύνταγμα, γρήγορα άρχισαν τα εγκλήματα. Ανέπτυξαν θηριώδεις μηχανισμούς χάρη στα χρήματα του λαού. Εξασφαλίζοντας παράνομη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, έγιναν τα μονοπώλια στους χώρους τους οποίους υποτίθεται εξέφραζαν. Γρήγορα έγιναν μηχανισμοί διαχείρισης της κοινωνικής προβληματικότητας. Έγιναν μηχανισμοί, όπου κυρίαρχοι ήταν τα "τρωκτικά", οι "κηφήνες" και όλα τα υπόλοιπα άγρια "ζώα" της ανθρώπινης ζούγκλας. Εκμεταλλεύτηκαν τις ιδεοληψίες και τους φόβους του λαού και του πρόσφεραν τα ιδιωτικά τους "καταφύγια". Εκμεταλλεύτηκαν την αγωνία και τη φτώχια του λαού και έγιναν μηχανισμοί βολέματος για τους πιστούς τους. Μεγάλα "μαντριά", που μέσα τους περιφέρονταν τα φοβισμένα "πρόβατα", αναζητώντας είτε την ασφάλεια είτε την κρατική "ταΐστρα". Το θηριώδες του μεγέθους τους, καθώς και η μόνιμη σχέση τους με την εξουσία, δημιούργησαν τη λεγόμενη "διαπλοκή". Το κάθε κόμμα πήρε τους "χορηγούς" της προτίμησής του και δημιούργησαν το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο της μεταπολίτευσης.
Στην κυριολεξία μετρημένες στα δάκτυλα είναι οι οικογένειες που αυτήν τη στιγμή ελέγχουν τα πάντα στην Ελλάδα. Είτε μιλάμε για το επίπεδο της πολιτικής είτε γι' αυτό της οικονομίας. Στην Ελλάδα της δημοκρατίας ελάχιστοι άνθρωποι λυμαίνονται τα πάντα και η συντριπτική πλειοψηφία του λαού βρίσκεται στα όρια της αθλιότητας. Καραμανλήδες, Μητσοτάκηδες, Παπανδρέου και μερικοί άλλοι είναι οι ιδιοκτήτες των κομμάτων που έχουν μετατρέψει το ίδιο το κράτος σε κομματική ιδιοκτησία και κατ' επέκταση σε προσωπική τους ιδιοκτησία. Κοντά σ' αυτούς και κάποιες οικογένειες οικονομικών μεγαλοπαραγόντων, που "αρμέγουν" ελέω κομμάτων το σύνολο του εθνικού κεφαλαίου. Το κάθε κόμμα θεριεύει τους δικούς του παράγοντες, οι οποίοι στη συνέχεια μετατρέπονται σε "χορηγούς" του και το "ευεργετούν", ενώ στην πραγματικότητα μοιρά­ζονται με τους συνενόχους τους τη "λεία" των κλοπών τους.
Όλα αυτά όμως δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, αν δεν υπήρχε επέμβαση στον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του συστήματος. Έπρεπε να νικηθεί ο μεγάλος τους εχθρός κι αυτός ήταν το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα, που είχε τα αντίμετρα για τον οποιονδήποτε θα επιχειρούσε να το καταλύσει. Ποιος ήταν ο κίνδυνος εξαιτίας του Συντάγματος; Ο διαχωρισμός των εξουσιών μεταξύ τους. Τα κόμματα και οι ιδιοκτήτες τους μπορούσαν να μονοπωλούν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αλλά είχαν ένα τεράστιο πρόβλημα. Δεν μπορούσαν να ελέγχουν τη δικαστική εξουσία, που από το ίδιο το Σύνταγμα ορίζεται ως ο βασικός θεματοφύλακάς του. Τα κόμματα μπορούν να γίνουν "αφεντικά" των δύο εξουσιών, αλλά δεν μπορούν να γίνουν "αφεντικά" της εξουσίας που έχει "αφεντικό" της το ίδιο το Σύνταγμα. Δεν μπορούσαν να ελέγχουν μια εξουσία, που στελεχώνεται με τρόπους οι οποίοι δεν ευνοούν τα κόμματα.
Γιατί ήταν γι' αυτούς θεμελιώδες να ελέγξουν αυτήν την εξουσία; Γιατί η εξουσία αυτή είναι ιδιόρρυθμη. Δεν παράγει πολιτική, αλλά μπορεί να ακυρώσει πολιτική. Δεν σου λέει προς τα πού να "πάς", αλλά μπορεί να σου απαγορεύσει να "πάς" εκεί όπου αποφάσισες, αν το κρίνει αντισυνταγματικό. Δεν συμμετέχει σε νομές "λείας" και άρα σε εύνοιες, αλλά μπορεί να τιμωρήσει αυτούς που νέμονται τις "λείες" κι ευνοούν τους εκλεκτούς τους. Αυτή η εξουσία έχει το "μέτρο" του Συντάγματος και αυτή μπορεί να "μετρήσει" το τι κάνουν οι υπόλοιπες εξουσίες.
Τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η δικαστική εξουσία, οι ιδιοκτήτες των κομμάτων, που ήθελαν ελέω ΗΠΑ να μονοπωλούν την εξουσία, τη διέβλεψαν εγκαίρως. Εκμεταλλεύτηκαν δύο πράγματα προκειμένου να την ελέγξουν. Την άσχημη σχέση που είχε η εξουσία αυτή με τον λαό και τη σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαστική. Σ' ό,τι αφορά το πρώτο συμβαίνει το εξής: Η δικαστική εξουσία, όπως και άλλοι μηχανισμοί του κράτους, συνεργάστηκε με τη Χούντα. Ως μηχανισμός, που στελεχώνεται από ισόβιους και μη αιρετούς λειτουργούς, ήταν δεδομένο ότι συνεργάστηκε και άρα είχε πολύ πιο άσχημη εικόνα από τις δύο άλλες εξουσίες. Ενώ δηλαδή η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία "ανανέωσαν" το δυναμικό τους μετά τη Χούντα, η δικαστική εξουσία δεν το έκανε, γιατί απλά ήταν αδύνατον να το κάνει. Δεν είναι δυνατόν να "ξηλωθεί" ολόκληρο το δικαστικό σώμα, για να ανανεωθεί στον βαθμό που ανανεώνεται μία κυβέρνηση ή μία βουλή. Επιπλέον, ο ρόλος της και η φύση της, που έχει σχέση με την έννοια της τιμωρίας, την έκανε αντιπαθητική στον λαό. Οι πονηροί αυτό εκμεταλλεύτηκαν. Δεν έκαναν ένα βασικό "ξεκαθάρισμα" μέσα στους κόλπους της εκ του πονηρού. Δεν την "αποχουντοποίησαν" στον απαραίτητο βαθμό, για να μπορούν να την κατηγορούν και να την διαβάλουν εύκολα.
Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να παραστήσουν τους "προστάτες" του λαού και να την "καπε­λώσουν". Πώς; Με το να δώσουν υπερεξουσίες στον υπουργό δικαιοσύνης. Στον "δημο­κράτη" υπουργό, που είχε τον "αέρα" της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Δεν επέτρεψαν στο Σύνταγμα να "κηδεμονεύει" αυτήν την εξουσία, αλλά έδωσαν αυτόν τον ρόλο σε κάποιο πρόσωπο αμφιβόλου ποιότητας. Μετέτρεψαν ένα αιρετό και άσχετο "τίποτε" σε κυρίαρχο παράγοντα μιας από τις τρεις θεμελιώδεις εξουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν τρομερό. Η φυσική ηγεσία της δικαστικής εξουσίας δεν βρισκόταν υπό την εξουσία του Συντάγματος, αλλά υπό την εξουσία ενός κοινού παραγοντί­σκου της εκτελεστικής εξουσίας. Παραβιάστηκε το Σύνταγμα, που προβλέπει το εξής θεμελιώδες. ’ρθρo 87.2. Oι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τoυς υπόκεινται ΜΟΝΟ στo Σύνταγμα και στoυς νόμoυς και σε καμία περίπτωση δεν υπoχρεoύνται να συμμoρφώνoνται με διατάξεις πoυ έχoυν τεθεί κατά κατάλυση τoυ Συντάγματoς.
Το αποτέλεσμα αυτής της παραβίασης; Εγκληματικό για τη δημοκρατία και τους θεσμούς της. ’λλαξε ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας και μειώθηκε η ισχύς της. Μετατράπηκε σε ένα "δεκανίκι" της εκτελεστικής εξουσίας. Ένα "δεκανίκι", που έδινε νομιμοφάνεια στις παρανομίες της. Η δικαστική εξουσία έπαψε να έχει ανεξάρτητο λόγο. Δεν μπορούσε να έχει λόγο ούτε καν στην εσωτερική της λειτουργία και στις αρχαιρεσίες της. Αυτό "αποτυπώνεται" και στο τυπικό της όλης λειτουργίας της. Η φυσική ηγεσία μιας από τις τρεις θεμελιώδεις εξουσίες δεν ορκίζεται ενώπιον του προέδρου της δημοκρατίας, όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντά της. Δεν ορκίζεται όπως ο πρωθυπουργός ή ο πρόεδρος της βουλής, που τίθενται επικεφαλείς των άλλων δύο εξουσιών. Αυτό κάτι σημαίνει. Όταν ορκίζεται ένας ασήμαντος παράγοντας της εξουσίας, όπως είναι ο διοικητής της τράπεζας της Ελλάδας —που είναι ένας κοινός υπάλληλος—, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ύποπτο —αν όχι εγκληματικό— να μην ορκίζεται η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας.
Η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας "προάγεται" και δεν "αναλαμβάνει" καθήκοντα. Προάγεται όπως προάγεται ένας λοχίας σε επιλοχία. Γιατί έγινε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Για να μπορεί η εκτελεστική εξουσία να απειλεί όποιον δικαστικό δεν την εξυπηρετεί. Για να μπορεί να απειλεί όποιον θα έχει τη φαεινή ιδέα να διερευνά ό,τι δεν πρέπει να διερευνάται. Για να μπορεί να διώχνει από τον σώμα όποιον δικαστή την ενοχλεί. Για να μπορεί να σέρνει τους "λοχίες" τής δικαιοσύνης στο γραφείο του εκάστοτε υπουργού δικαιοσύνης. Του απόλυτου κυρίαρχου μιας από τις κυρίαρχες εξουσίες. Αν σ' αυτό προστεθεί και η σχέση οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ των εξουσιών, ο αναγνώστης παίρνει μια πλήρη εικόνα της "ανεξάρτητης" δικαιοσύνης. Ο υπουργός δικαιοσύνης δεν αποφασίζει μόνον για τις αρχαιρεσίες, αλλά και για τους μισθούς τους. Γίνεται ο κορυφαίος και μοναδικός "συνδικαλιστής" των δικαστών, που θ' αναλάβει να μεταφέρει τα αιτήματά τους στον πρωθυπουργό. Κατ' αυτόν τον τρόπο η εκτελεστική εξουσία γίνεται ο "εργοδότης" της δικαστικής εξουσίας. Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορεί εύκολα ένας υφιστάμενος να πάει "κόντρα" στον προϊστάμενο. Πώς θα πάει την επομένη να ζητήσει παροχές; Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβει κάποιος πώς οι ισχυροί παράγοντες του τόπου εξασφαλίζουν απαλλακτικά βουλεύματα κάθε φορά που κινδυνεύουν.
Αν υπήρχε σεβασμός προς το Σύνταγμα, τα πράγματα θα έπρεπε να ήταν διαφορετικά. Θα έπρεπε το σώμα των δικαστών να είναι ανεξάρτητο από κάθε παρέμβαση. Να αποφάσιζε μόνο του για την εσωτερική λειτουργία του και πολύ περισσότερο για τις αρχαιρεσίες του. Οι μισθοί των δικαστών να συνδέονταν με σταθερά μεγέθη, που δεν θ' ανάγκαζαν τους δικαστές να "κρυπτο­συνδικαλίζονται" και να "σέρνονται" στα γραφεία της εκτελεστικής εξουσίας. Τι σημαίνει σταθερά μεγέθη; Να εισπράττουν αυτά που εισπράττουν άλλοι δημόσιοι λειτουργοί, στους οποίους δεν απαγορεύεται ο συνδικαλισμός. Να εισπράττουν οι αρεοπαγίτες ίσα με τους βουλευτές. Οι εφέτες ίσα με τους περιφερειάρχες και οι κοινοί δικαστές ίσα με τους ομοβάθμιούς τους του δημοσίου. Ποιος θα τολμούσε να παρενοχλήσει τη δικαιοσύνη σε μια τέτοια περίπτωση; Σε μια περίπτωση που κανένας δεν θα μπορούσε ν' απειλεί κανέναν, είτε σε επίπεδο εξέλιξης είτε σε επίπεδο παροχών;
Θα τολμούσε ο υπουργός δικαιοσύνης να καλέσει στο γραφείο του τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για να τον συγχαρεί για την προαγωγή του; Γιατί τον καλεί; Για να τον συγχαρεί για το "δώρο" που ο ίδιος του χάρισε; Τον καλεί, για να του δείξει ποιος είναι το "αφεντικό". Από το ποιος πηγαίνει σε ποιον στις εθιμοτυπικές συναντήσεις μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο ισχυρός. Γι' αυτό τον καλεί στο γραφείο του ο υπουργός δικαιοσύνης. Τον καλεί, για να ελέγξει τη νομιμοφροσύνη του ως προς το πρόσωπό του. Τον καλεί ως "αφεντικό", για να του ζητήσει να "μεριμνήσει" για μια "ειδική" περίπτωση. Όταν παίρνεις δώρα, ανταποδίδεις δώρα. Όταν δεν περιμένεις δώρα, κάνεις τη δουλειά σου. Πώς θα κάνει τη δουλειά της η ηγεσία της δικαιοσύνης, όταν ως πρόσωπα "χρωστάνε" στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία; Πώς θα ελέγξουν τους νόμους που επιβάλει η εκτελεστική εξουσία στην νομοθετική σ' ό,τι αφορά τη συνταγματικότητά τους; Το Σύνταγμα είναι σαφές σ' αυτόν τον τομέα. ’ρθρo 93 4. Tα δικαστήρια ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ να μην εφαρμόζoυν νόμo πoυ τo περιεχόμενό τoυ είναι αντίθετo πρoς τo Σύνταγμα.
Όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, αυτός ο απλός νόμος είναι που κάνει την εξουσία της δικαιοσύνης πανίσχυρη και της διασφαλίζει την ανεξαρτησία της. Γιατί; Γιατί απλούστατα της δίνει το δικαίωμα να κρίνει το σύνολο των νόμων με το "μέτρο" του Συντάγματος. Γιατί της δίνει το δικαίωμα να "αντινομοθετεί", όταν αυτοί οι οποίοι νομοθετούν είναι παράνομοι, είτε λόγω βλακείας είτε λόγω ανικανότητας είτε λόγω διαφθοράς. Της δίνει το δικαίωμα να κρίνει τις άλλες δύο εξουσίες. Τις εξουσίες, οι οποίες είναι πιθανόν να παραβούν το Σύνταγμα. Τις εξουσίες, που, πάνω στην αγωνία των διαχειριστών τους να παραμείνουν στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, δεν θα διστάσουν να εξυπηρετήσουν πολυποίκιλα έκνομα συμφέροντα.
Αυτή είναι η ιδιομορφία της δικαστικής εξουσίας. Η εξουσία αυτή δεν κυβερνάει τον λαό. Προστατεύει τον λαό από κακούς κυβερνήτες. Αυτός ο οποίος κυβερνάει αποφασίζει προς τα πού θα "πάμε". Αυτός όμως ο οποίος μας προστατεύει αποφασίζει πού δεν πρέπει να "πάμε". Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι καθόλου τυπικό το θέμα της ορκωμοσίας της ηγεσίας της δικα­στικής εξουσίας. Όταν ορκίζεσαι δίνεις λογαριασμό μόνον στον λαό με βάση την πίστη σου στο Σύνταγμα. Όταν προάγεσαι δίνεις λογαριασμό μόνον στον εκάστοτε υπουργό δικαιοσύνης.
Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό ήταν παντελώς "σάπιο". Τα δύο μεγάλα ιδιόκτητα κόμματα κατάφεραν και με τη μόνιμη επαφή τους με την εκτελεστική εξουσία μπόρεσαν και έλεγξαν τα πάντα. Έλεγξαν την νομοθετική εξουσία και στη συνέχεια έλεγξαν τη δικαστική εξουσία. Στην κυριολεξία τρεις οικογένειες μονοπωλούν τα πάντα. Μπό­ρεσαν κι εξυπηρέτησαν το σύνολο των συμφερόντων που είχαν "υποχρέωση" να εξυπηρετήσουν. "Εξυπηρέτησαν" τους ιμπεριαλιστές, που ήταν τα "αφεντικά" τους. "Εξυπηρέτησαν" τους χορηγούς, που ήταν οι ευεργέτες τους. "Εξυπηρέτησαν" και τα οικογενειακά τους συμφέροντα. Τρεις οικογένειες όλες κι όλες. Τρεις οικογένειες και κάποιοι λίγοι "δορυφόροι" τους. Οι Παπανδρέου, οι Καραμανλήδες και οι Μητσοτάκηδες. Οι διορισμένοι λακέδες των Αμερικανών, που μετα­τρέπουν σε λακέδες όχι μόνον τους βουλευτές και τους δικαστές, αλλά και τον υπόλοιπο λαό.
Κατάλαβε τώρα ο αναγνώστης γιατί είναι τρομοκρατημένο το κράτος; Κατάλαβε γιατί "καίγεται" από την καυτή "πατάτα" της τρομοκρατίας; Τρέμουν οι μεγαλοπαράγοντες της ελληνικής κοινωνίας για τις εξελίξεις που μπορούν να δρομολογηθούν εξαιτίας της δίκης της υποτιθέμενης 17 Νοέμβρη. Γιατί; Γιατί αυτοί οι οποίοι διαχειρίζονται το κράτος το κάνουν "ένοχο". "Ένοχο" απέναντι στο Σύνταγμα κι απέναντι στον λαό. Κινδυνεύουν αυτοί οι μεγαλοπαράγοντες όχι απλά να δικαστούν δίπλα-δίπλα με τους τρομοκράτες, αλλά να εκτελεστούν στις πλατείες για εσχάτη προδοσία. Τώρα, εξαιτίας της βλακείας των ιμπεριαλιστών, είναι υποχρεωμένοι να "λουστούν" τους Κουφοντίνες και τους Ξηρούς. Είναι υποχρεωμένοι να τους δώσουν τον λόγο κι αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί θ' αρχίσει να ξετυλίγεται το "κουβάρι" που οδηγεί σ' αυτές τις οικογένειες. Θ' αρχίσει να εξασθενεί ο "γόρδιος δεσμός", που συνδέει το σύνολο των εξουσιών με τις οικογένειες αυτές. Μέσω της δίκης θα οδηγηθούμε σε κάποιους λίγους πολίτες, που αντι­λαμβά­νονται τους εαυτούς τους πιο "ίσους" απ' όσο ανέχεται το εκ των δεδομένων βίαιο Σύνταγμά μας.
Πού "συναντώνται" οι Παπανδρέου, οι Μητσοτάκηδες και οι Καραμανλήδες με τους Κουφο­ντίνες, τους Ξηρούς και τους Σερίφηδες; Στην αίθουσα του δικαστηρίου; Απλά ο καθένας καταλήγει εκεί από διαφορετική αφετηρία. Αν όμως γνωρίζει κάποιος την "πορεία" των ισχυρών προς το δικαστήριο, εύκολα τους καταστρέφει. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Αυτές οι οικογένειες έγιναν ελέω ΗΠΑ οι κυρίαρχοι πολιτικοί παράγοντες της χώρας. Αυτοί μονοπωλούν το δικαίωμα στη διεκδίκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Με μέσον αυτούς οι Αμερικανοί ελέγχουν όχι μόνον την κυβέρνηση, αλλά και την αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση κυβερνάει με "ραβασάκια" των Αμερικανών και η αντι­πολίτευση "εμφανίζεται" μόνον όταν το αντιπολιτευτικό της "έργο" δεν θίγει τις βασικές στρατηγικές των ιμπεριαλιστών. Η κυβέρνηση ελέγχει τη βουλή και η αντιπολίτευση περιορίζει τις αντιδράσεις της μόνον όταν δεν ενοχλεί τους Αμερικανούς. Γιατί; Γιατί τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση βρίσκονται υπό την εξουσία αυτών των οικογενειών.
Από εδώ ξεκινάει ο πρώτος "κόμπος", που συνδέει μόνιμα αυτές τις συγκεκριμένες οικο­γένειες με την εκτελεστική εξουσία η οποία ελέγχει τα πάντα. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι αλληλένδετα. Ο πρώτος "κόμπος" συνδέει αυτές τις οικογένειες με την εκτελεστική εξουσία και ο δεύτερος συνδέει την εκτελεστική εξουσία με τις άλλες δύο εξουσίες. Το αποτέλεσμα είναι μερικές οικογένειες ιδιωτών να ελέγχουν το σύνολο των εξουσιών.
Θα εξετάσουμε την περίπτωση του "τρομονόμου", για να καταλάβει ο αναγνώστης πώς λειτουργούν τα πράγματα στη "Μπανανία". Η εκτελεστική εξουσία πήρε από τους ιμπεριαλιστές υπό μορφή "ραβασακίου" έτοιμο τον "τρομονόμο". Έναν νόμο προφανώς αντισυνταγματικό. Με την κομματική της δύναμη μπόρεσε να επιβάλει την επιλογή της στη νομοθετική εξουσία. Μπορεί να εκβιάζει τους βουλευτές και άρα μπορούσε να τον περάσει από τη βουλή. Είτε στο όνομα της ιδεολογίας είτε στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας είτε εξαιτίας ενός κοινού εκβιασμού, είναι εύκολο να ελεγχθεί το σώμα των βουλευτών.
Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν απλά. Το "ραβασάκι" θα περνούσε από τη βουλή και θα παραδιδόταν στο σύστημα δικαιοσύνης. Ο υπουργός δικαιοσύνης ήταν εκείνος ο οποίος προφα­νώς ανέλαβε να ελέγξει το σύστημα δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να μην αντιδράσει απέναντι στο νομοθετικό αυτό "έκτρωμα". Σε περίπτωση που θα υπήρχε αντίδραση, θα ξεκινούσε τη διαδικασία των προαγω­γών και των συνταξιοδοτήσεων. Αυτό γίνεται πάντα. Όποιος φιλόδοξος δικαστικός "πλειοδοτήσει" σε πίστη απέναντι στον υπουργό, θα "προαχθεί". Όποιος διατυπώσει αντιρρήσεις, θα συνταξιοδοτηθεί. Από τη στιγμή που θα περάσει ο κάθε "τρομονόμος" τα "φίλτρα" της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας, θα παραδοθεί στους κοινούς δικαστές για να δικάσουν. Στους δικαστές, που από το Σύνταγμα έχουν το δικαίωμα ν' αμφισβητήσουν την επιλογή της ηγεσίας τους και ν' αρνηθούν να εφαρμόσουν τον αντισυνταγματικό νόμο.
Αυτή είναι η "πορεία" των Μητσοτάκηδων, των Παπανδρέου και των Καραμανλήδων μέχρι το σημερινό δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν οι τρομοκράτες. Αυτοί, για δικούς τους λόγους, ξεκίνησαν έναν ένοπλο αγώνα εναντίον του συστήματος. Θεώρησαν το σύστημα ένοχο και θέλησαν να το "καταγγείλουν" με τις εγκληματικές πράξεις που διέπραξαν. Η πορεία αυτών των ανθρώπων είναι σχετικά απλή και σύντομη. Εξοργίστηκαν, εγκλημάτησαν, συνελήφθησαν και έφτασαν κι αυτοί στο ίδιο δικαστήριο. Στη δικαστική αίθουσα οι μεν "σπρώχνουν" του δε, βάζοντας στη "μέση" τους δικαστές. Οι ισχυροί της εξουσίας "σπρώχνουν" μέσω των δικαστών τους αντι­δραστικούς, οι οποίοι κατηγορούνται για τρομοκρατία και το αντίστροφο. Γιατί; Γιατί ο καθένας έχει δικά του συμφέροντα να υπερασπιστεί. Καί οι δύο αυτές ομάδες αγωνίζονται με πάθος, γιατί είναι θέμα επιβίωσης γι' αυτούς να επιβληθεί η δική τους εκδοχή ως προς τη διεξαγωγή της δίκης.
Γιατί είναι θέμα επιβίωσης; Γιατί όποιος καταφέρει να επιβάλει τη δική του άποψη, θα καταστρέψει τον άλλο. Όποιος καταφέρει και "πείσει" τους δικαστές να υιοθετήσουν τη δική του άποψη περί του νόμου, θα νικήσει. Αν εφαρμοστεί ο "τρομονόμος" και δικαστούν οι φερόμενοι ως τρομοκράτες σαν κοινοί κακοποιοί, καταστρέφονται. Καταστρέφεται η επιλογή της ζωής τους, άσχετα με το αν εμείς συμφωνούμε με την επιλογή αυτήν ή όχι. Δικάζονται με τους νόμους που αφορούν τους σωματέμπορους, τους κλέφτες και τους εμπόρους ναρκωτικών. Η δίκη τους θα χάσει τον δημόσιο χαρακτήρα που της αρμόζει και ο λαός δεν θα έχει τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει. Η άποψή τους δεν θα δημοσιοποιείται και στην ουσία "φιμώνονται". Ο κόσμος στο επίπεδο που κρίνει δεν μπορεί είτε να τους "δικαιώσει" είτε να τους "καταδικάσει" για τον αγώνα τους και ταυτόχρονα οι ίδιοι αισθάνονται ότι απέτυχαν σ' αυτό που έκαναν, εφόσον ο κόσμος δεν θα μάθει τι ακριβώς κατήγγειλαν και γιατί έβαλαν τους εαυτούς σ' αυτήν τη διαδικασία. Είναι θέμα επιβίωσης γι' αυτούς να δικαστούν για πολιτικά εγκλήματα και άρα δημόσια από μεικτό ορκωτό δικαστήριο και άρα από τον ίδιο τον λαό.
Στο τακτικό δικαστήριο αυτοί εύκολα καταστρέφονται, γιατί είναι απόλυτα μόνοι τους. Είναι κατηγορούμενοι πολίτες μέσα σ' έναν χώρο όπου κυριαρχούν "υπηρέτες". Βρίσκονται στο "μέσον"  μιας εξαιρετικά δύσκολης κατάστασης. Από τη μία τους δικάζουν δικαστές, που είναι υπάλληλοι του κράτους και από την άλλη υπάρχουν οι συγγενείς των θυμάτων των ενεργειών τους, που ζητάνε σκληρή τιμωρία και οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν διαφέρουν ταξικά και οικονομικά από τους δικαστές. Γιατί; Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς είναι κρατικοδίαιτοι και έχουν κοινά συμφέροντα μ' αυτούς που δικάζουν. Γιατί οι περισσότεροι από αυτούς είναι συγγενείς θυμάτων, που έχουν "καταγ­γελθεί", είτε για επιορκία είτε για άνομες σχέσεις με ανθρώπους του κράτους.
Ανατρίχιασε λέει η Ντόρα, όταν αντίκρισε τον Ξηρό. Οι τρομοκράτες, εκατομμύρια πολίτες και ο γράφων μεταξύ αυτών, ανατριχιάζουν ακόμα περισσότερο, όταν αυτή και το σόι της πλησιάζουν κάθε μήνα τα γκισέ των δημόσιων ταμείων. Μήπως ανατρίχιασε κι ο Πέτσος; Ο Πέτσος, που κατά την άποψη πολλών πολιτών θα έπρεπε να είναι φυλακή; Ο Πέτσος, που είναι ελεύθερος εξαιτίας της απόφασης ενός δικα­στη­ρίου, του οποίου ο ίδιος ο πρόεδρος είπε το τρομερό: "…μέσα από αυτό το δικαστήριο πέρασαν οι πάντες, εκτός από την αλήθεια". Μήπως ανατρίχιασε κι ο Κατσαντώνης; Ο "καθηγητής" της Χούντας, που από ένα "ψέλλισμα" του Κουφοντίνα κατάλαβε τον ηγετικό του ρόλο, αλλά δεν κατάλαβε ότι ο "τρομονόμος" είναι αντισυνταγματικός;
Απλά είναι τα πράγματα. Δεν είναι δυνατόν να δικάζεσαι για εγκλήματα που διέπραξες κατά κρατικών υπαλλήλων που τους θεωρούσες διεφθαρμένους και να εμπιστεύεσαι την κρίση κρατικών υπαλλήλων. Δεν είναι δυνατόν να εμπιστεύεσαι ένα δικαστήριο τακτικών δικαστών και από πίσω σου να βρίσκεται η κόρη του Μητσοτάκη, στον πατέρα της οποίας μπορεί ο δικαστής να οφείλει την προαγωγή του. Απαιτείς να δικαστείς από ενόρκους πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν κοινά συμφέροντα ούτε με τον Μητσοτάκη ούτε με τον τακτικό δικαστή. Απαιτείς το στοιχειώδες που διασφαλίζει μια δίκαιη δίκη. Δεν είναι δυνατόν αυτός ο οποίος θεωρείς ότι σε προκάλεσε να τον χτυπήσεις, να σε δικάσει για το χτύπημα. Δέχεσαι να δικαστείς από αυτόν που θεωρείς ότι μπορεί, λόγω φύσης και θέσης, να είναι ουδέτερος. Αυτός είναι ο λόγος που το Σύνταγμα προβλέπει τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια και τις δημόσιες δίκες. Προφανώς οι "πατέρες" του Συντάγματός μας γνώριζαν από τις δικές τους περιπτώσεις ότι υπάρχει το ασυμβίβαστο σ' αυτήν την περίπτωση. Υπάρχει ασυμβίβαστο, όταν αυτός ο οποίος "καταγγέλλεται" δικάζει μόνος του τους "καταγγέλοντες".
Γι' αυτόν τον λόγο οι τρομοκράτες "σπρώχνουν" τους δικαστές μέσα στο δικαστήριο. Απαιτούν "ανώτερο" δικαστήριο, γιατί θεωρούν τα εγκλήματά τους "ανώτερου" τύπου. Αυτό όμως αναγκάζει καί τους Μητσοτάκηδες καί τους ομοίους τους να "σπρώχνουν" προς την αντίθετη κατεύθυνση. Γιατί; Γιατί αν καταφέρουν οι κατηγορούμενοι να "σπρώξουν" το δικαστήριο, τους εκθέτουν και "ακυρώνουν" τον "τρομονόμο". Η ακύρωση του "τρομονόμου" εύκολα μας οδηγεί σ' αυτούς που τον επέβαλαν στα δικαστήρια. Εύκολα αποδεικνύεται ότι αυτός ο νόμος ήταν ένα "ραβασάκι" των αφεντικών τους.
Όμως, από εκεί και πέρα αρχίζουν και "ξετυλίγονται" αυτά που πρέπει και συμφέρει τους πονηρούς να είναι μπερδεμένα. Τα πάντα λειτουργούν αλυσιδωτά. Γιατί; Γιατί αν αποδειχθεί ο "τρομονόμος" αντισυνταγματικός, αυτόματα πρέπει όχι απλά ν' αντικατασταθούν οι τακτικοί δικαστές, αλλά να παραιτηθούν από το δικαστικό σώμα. Γιατί; Γιατί αν δεν κατηγορηθούν για επιορκία, θα κατηγορηθούν για ανικανότητα. Γιατί ανέλαβαν να εκδικάσουν μόνοι τους μια υπόθεση, που δεν ήταν στην αρμοδιότητά τους. Μόνοι τους έπρεπε να καταλάβουν την αντι­συνταγματικότητα του νόμου και όχι να περιμένουν από τους κατηγορούμενους να τους το καταγγείλουν. Έπρεπε μόνοι τους να καταλάβουν ότι η δίκη αυτή αφορά πολιτικά εγκλήματα.
Εδώ πρέπει να πούμε το εξής σημαντικό πράγμα. Πολλοί αμφισβητούν την πολιτική διάσταση των εγκλημάτων, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Μιλάνε για ληστές, κοινούς κακοποιούς κλπ.. Προσπαθούν ν' "ανιχνεύσουν" την πολιτική διάσταση των εγκλημάτων και υποτίθεται δεν βρίσκουν τέτοια. Αν όλοι αυτοί δεν το κάνουν από κοινή βλακεία, είναι απλά πονηροί. Γιατί; Γιατί σ' ό,τι αφορά την ιδιότητα των κατηγορουμένων συμβαίνει το εξής: Ένας εγκληματίας μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολυεγκληματίας. Μπορεί δηλαδή να υποπέσει ταυτόχρονα σε πολλές εγκληματικές πράξεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να πάει να φονεύσει κάποιον και ταυτόχρονα να κάνει φασαρία και άρα να διαταράσσει την κοινή ησυχία. Μπορεί, στην πορεία του προς τον φόνο, να κλέψει κι ένα περίπτερο. Όταν τον συλλάβεις αυτόν τον άνθρωπο, τον χαρακτηρίζεις πάντα με την ιδιότητα που του προσδίδει το βαρύτερο έγκλημά του. Συλλαμβάνεις έναν φονιά. Δεν συλλαμβάνεις ούτε έναν ταραξία ούτε έναν κλέφτη περιπτέρων. Τον εγκληματία τον χαρακτηρίζει πάντα η βαρύτερη κατηγορία.
Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί το σύστημα και οι "μανδαρίνοι" του θα μας τρελάνουν με τη βλακεία τους. Επιμένουν εκ του πονηρού να χαρακτηρίζουν τους συλληφθέντες σαν ληστές και κοινούς κακοποιούς. Αυτό είναι λάθος. Οι συλληφθέντες είναι πάνω απ' όλα κατηγορούμενοι για φόνους. Αυτή τους η ιδιότητα επικαλύπτει τις υπόλοιπες. Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί θέλουν να περάσουν στον κόσμο την ιδέα ότι πρόκειται περί κοινών κακοποιών. Γιατί θέλουν στο δικαστήριο να ρωτάνε ληστές γιατί έκαναν τις ληστείες. Θέλουν δηλαδή να κάνουν ερωτήσεις, που θα τους δώσουν απαντήσεις τις οποίες μπορούν να τις χειρίζονται. Δεν τους συμφέρει να τους αποκαλούν δολοφόνους, γιατί δεν τους συμφέρει να ρωτάνε μέσα στο δικαστήριο γιατί δολοφόνησαν αυτούς που κατηγορούνται ότι δολοφόνησαν. Δεν ρωτάνε τον δολοφόνο του παραδείγματός μας γιατί σκότωσε αυτόν που σκότωσε, γιατί φοβούνται μήπως αποκαλυφθεί ότι το θύμα ήταν χειρότερο από τον θύτη. Τον ρωτάνε γιατί έκανε φασαρία και γιατί λήστεψε το περίπτερο.
Αυτό το κάνουν εκ του πονηρού και για δύο λόγους. Πρώτον αποφεύγουν τις ανεπιθύμητες αποκαλύψεις και δεύτερον δίνουν νομιμοφάνεια στον "τρομονόμο". Γιατί; Γιατί με διαφορετικούς νόμους δικάζεται κάποιος που ληστεύει μια τράπεζα και με διαφορετικούς νόμους κάποιος που διέπραξε έναν φόνο, χωρίς να υπάρχουν τα στοιχεία που εντάσσουν αυτόν τον φόνο στο κοινό έγκλημα. Τι σημαίνει αυτό; Το εξής απλό. Όταν ένας άνθρωπος σκοτώσει έναν άνθρωπο για να του πάρει κάτι και άρα να επωφεληθεί εις βάρος του, είναι κοινός εγκληματίας. Το ίδιον όφελος που προκύπτει για τον εγκληματία από το έγκλημα είναι αυτό το οποίο δίνει στο φόνο τα χαρακτηριστικά του κοινού εγκλήματος. Στην περίπτωση των σημερινών κατηγορούμενων δεν υπάρχει αυτό το χαρακτηριστικό. Οι τρομοκράτες δεν σκότωσαν τον Μπακογιάννη, για να του πάρουν το πορτοφόλι. Δεν σκότωσαν τον Περατικό, για να του πάρουν το καράβι. Δεν σκότωσαν τους Αμερικανούς πράκτορες, για να τους ληστέψουν. Όλους αυτούς τους σκότωσαν για άλλους λόγους. Αυτοί οι "άλλοι" λόγοι κάνουν το έγκλημα όχι απαραίτητα πολιτικό, αλλά σίγουρα "μη κοινό".
Τι σημαίνει αυτό; Ότι το ζητούμενο στην περίπτωση αυτήν δεν είναι ν' αποδείξεις ότι το έγκλημα είναι πολιτικό. Το ζητούμενο δεν είναι να ξεκινήσεις να κινείσαι στο χώρο του υποκει­μενικού και να προσπαθείς να βρεις τα "μυστικά" και τα "κρυμμένα" όπως περιγράφονται στο 134 άρθρο του ποινικού κώδικα. Αυτά, αν βρεθούν, θα βρεθούν κατά τη διάρκεια της δίκης. Επειδή όμως η δίκη ξεκινάει πριν βρεθούν αυτά, σημαίνει ότι πιθανόν να κάνεις λάθος και άρα να αδικήσεις τους κατηγορούμενους. Η μορφή δηλαδή του δικαστηρίου θα ορισθεί όχι από τη δύσκολη απόδειξη του αν είναι ή δεν είναι πολιτικά εγκλήματα αυτά τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, αλλά από την εύκολη απόδειξη του ότι σίγουρα δεν διέπραξαν κοινά εγκλήματα. Είναι προφανώς πιο εύκολο να συγκρίνεις κάτι σύνθετο κι απροσδιόριστο με ένα απλό —που είναι απόλυτα προσδιορισμένο—, παρά να προσπαθήσεις να προσδιορίσεις το ίδιο το σύνθετο. Όταν ο νόμος διαχωρίζει στην αντιμετώπισή τους τούς "λευκούς" από τους "έγχρωμους", ευνόητα είναι μερικά πράγματα. Δεν προσπαθείς ν' αποδείξεις ότι κάποιος είναι λίγο "ερυθρόδερμος" και λίγο "μαύρος" και απλά είναι λίγο μπερδεμένο το "χρώμα" του. Αρκεί ν' αποδείξεις ότι δεν είναι "λευκός" και ο νόμος από μόνος του τον τοποθετεί εκεί που πρέπει και δικαιούται.
Είναι προφανές ότι τα εγκλήματα των κατηγορουμένων δεν είναι κοινά και άρα πρέπει να εκδικαστούν από μεικτό ορκωτό δικαστήριο. Είναι προφανές ότι τα εγκλήματα είναι ανώτερα των κοινών και άρα υποχρεωτικά θα πρέπει να εκδικαστούν από ανώτερα δικαστήρια. Αν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αποδειχθεί ότι δεν υπήρχε το παραμικρό στοιχείο πολιτι­κής υφής των εγκλημάτων τους, δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, όταν, εξαιτίας μιας λανθασμένης αρχικής εκτίμησης, ένα ανώτερο δικαστήριο εκδικάσει ένα κατώτερο έγκλημα. Πρόβλημα υπάρχει μόνον όταν γίνεται το αντίθετο. Όταν ένα κατώτερο δικαστήριο εκδικάσει παρανόμως ένα ανώτερο έγκλημα. Όταν δηλαδή ένα τακτικό δικαστήριο ξεκινήσει από λάθος εκτίμηση να εκδικάζει ένα έγκλημα, για το οποίο υπήρχαν ενδείξεις ότι ήταν πολιτικό και τις αγνόησε και στη συνέχεια αποδειχθεί ότι το έγκλημα ήταν πράγματι πολιτικό. Γιατί υπάρχει πρόβλημα; Γιατί οι κατηγορούμενοι δεν έτυχαν της μεταχείρισης που προβλέπει το Σύνταγμα για την περίπτωσή τους.
Τα πράγματα με τη δίκη αυτήν είναι ιδιαίτερα εύκολα για τους δικαστές, που έπρεπε να κρίνουν τη φύση των εγκλημάτων των κατηγορουμένων. Ακόμα και με την απλή παρατήρηση μπορεί να το καταλάβει κάποιος. Μακροσκοπικά, όπως θα έλεγε ένας ιατροδικαστής. Χωρίς να εξετάσει καν τη δικογραφία. Οι δικαστές με την εμπειρία τους δεν μπορούν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται; Τους έτυχε σε δίκες κοινών εγκληματιών να περιφέρονται στις αίθουσες των δικαστηρίων πράκτορες των ΗΠΑ; Τους έτυχε σε δίκες κοινών εγκληματιών να παίρνει θέση ο πρέσβης των ΗΠΑ; Ενδιαφέρθηκε ποτέ το CNN για τη δίκη κάποιου κοινού ληστή τραπεζών; Απασχόλησε την κοινή γνώμη και την εξουσία κάποια κοινή δίκη σ' αυτόν τον βαθμό; Πώς εξηγούν τα μιλιούνια των δημοσιογράφων που περιφέρονται μέσα και έξω από την αίθουσα όπου διεξάγεται η δίκη; Πώς εξηγούν το τεράστιο ενδιαφέρον του κόσμου να παρακολουθήσει τη δίκη; Επομένως οι δικαστές γνωρίζουν τι περίπου συμβαίνει. Μπορεί να μην γνωρίζουν γιατί ακριβώς είναι πολιτικά τα εγκλήματα, αλλά είναι σίγουροι ότι δεν είναι κοινά.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σ' ό,τι αφορά το πολυσυζητημένο θέμα της εισόδου της τηλεοπτικής κάμερας μέσα στον χώρο της αίθουσας όπου διεξάγεται η δίκη. Και σ' αυτό το σημείο τα πράγματα είναι απλά. Το ελληνικό Σύνταγμα είναι απόλυτα σαφές. ’ρθρo 93.2. Oι συνεδριάσεις ΚΑΘΕ δικαστηρίoυ είναι ΔΗΜΟΣΙΕΣ, εκτός αν τo δικαστήριo κρίνει με απόφασή τoυ ότι η δημoσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχoυν ειδικoί λόγoι πρoστασίας της ιδιωτικής ή oικoγενειακής ζωής των διαδίκων. Ο σημερινός νόμος, βάση του οποίου απαγορεύεται η τηλεοπτική κάμερα, είναι βέβαιον ότι είναι αντισυνταγματικός. Είναι προφανώς αντισυνταγματικός, εφόσον, αγνοώντας τον συνταγματικό νόμο, υποβιβάζει επιδεικτικά τους διαδίκους και δίνει το δικαίωμα ακόμα και στον εισαγγελέα να θέσει βέτο στην τοποθέτηση κάμερας. Ο νόμος αυτός "κατασκευάστηκε" ειδικά γι' αυτήν τη δίκη λίγους μήνες πριν τη διεξα­γωγή της. Αυτά γίνονται μόνον στις "Μπανανίες".
Επειδή όμως είναι πονηροί κάνουν το εξής: Όπως και στην περίπτωση του χαρακτηρισμού των εγκλημάτων, έτσι και στην περίπτωση αυτήν "παίζουν" με τις έννοιες, ώστε να μην έρθουν απευθείας αντιμέτωποι με τον συνταγματικό νόμο. Τι κάνουν; Το εξής απλό. Δημιουργούν σύγχυση μεταξύ της έννοιας της "μεγάλης δημοσιότητας" ενός γεγονότος με την έννοια "δημόσιο γεγονός". Θεωρούν δηλαδή —εντελώς εσφαλμένα— ότι, από τη στιγμή που επιτρέπουν τη δημο­σιό­τητα της δίκης, καλύπτουν τον συνταγματικό νόμο που απαιτεί δημόσια δίκη. Αυτό είναι λάθος. Γιατί; Γιατί ο συνταγματικός νόμος απαιτεί η δίκη να είναι δημόσια και όχι να τύχει μεγάλης δημοσιότητας.
Η διάφορά αυτή είναι τεράστια και για να την κατανοήσει κάποιος θα πρέπει να σκεφτεί το εξής απλό. Δύο άτομα συζητάνε μεταξύ τους, αλλά αυτή η ιδιωτικού χαρακτήρα πράξη τους τυγχάνει μεγάλης δημοσιότητας. Όλοι δηλαδή γνωρίζουν ότι συζητάνε, αλλά δεν γνωρίζουν τι λένε. Τι σχέση έχει αυτή η κατάσταση με τη δημόσια συζήτηση; Καμία. Το κράτος επιθυμεί μόνον τη μεγάλη δημοσιότητα της δίκης και όχι τις κάμερες, γιατί αυτές την κάνουν δημόσια. Γιατί το επιθυμεί; Γιατί με τον τρόπο αυτόν μπορεί να ελέγχει τι θα μάθει ο λαός. Γιατί έχει τα μέσα να ελέγχει τους "ενδιάμεσους" της ενημέρωσης. Οι δικοί του άνθρωποι θα πουν στον λαό τι γίνεται μέσα στο δικαστήριο. Δεν θα μπορεί ο λαός να είναι αυτόπτης μάρτυρας της δίκης, γιατί αυτό είναι κάτι που τους απειλεί.
Τα πράγματα δηλαδή είναι απλά. Η δίκη, από τη στιγμή που είναι δημόσια, επιβάλει τη χρήση του πιο προηγμένου μέσου που υπηρετεί αυτόν τον στόχο. Αν αυτήν τη στιγμή το πιο προηγμένο μέσο είναι η τηλεόραση, θα μπει αναγκαστικά η κάμερα μέσα στο δικαστήριο. Κάποτε τον "δημό­σιο" χαρακτήρα της δίκης τον εξασφάλιζε ο έντυπος τύπος και το ραδιόφωνο. Αυτά τα μέσα σήμερα ξεπεράστηκαν και το ίδιο μπορεί να συμβεί αύριο μεθαύριο και με την τηλεόραση. Στο μέλλον, για παράδειγμα, μπορεί, μέσω ηλεκτρονικών τρισδιάστατων απεικονίσεων, να "μετα­φέρεται" το δικαστήριο μέσα στο κάθε σπίτι. Να μπορεί δηλαδή ο πολίτης να "κάθεται" δίπλα στους παράγοντες της δίκης. Ό,τι είναι πιο προηγμένο και υπηρετεί την έννοια του δημοσίου χαρακτήρα της δίκης, είναι ευπρόσδεκτο από τον συνταγματικό νόμο.
Ο ίδιος όμως αυτός νόμος προσδιορίζει απόλυτα και το τι ακριβώς θα μεταδίδεται και πώς. Ο νόμος μιλάει για δημόσια δίκη και όχι για δημόσιο δικαστικό "έργο". Είναι άλλο πράγμα το ένα και άλλο πράγμα το άλλο. Το ένα είναι η πραγματικότητα που συμβαίνει μέσα στη δικαστική αίθουσα και το άλλο είναι η "πραγματικότητα" που συμβαίνει μέσα στο μυαλό του δημιουργού του. Ο νόμος δίνει το δικαίωμα στον πολίτη να μπορεί να παρακολουθήσει ελεύθερα μια δίκη και όχι να παρακολουθεί ένα δικαστικό "έργο", που μπορεί να υπηρετεί τα συμφέροντα του δημιουργού του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η δίκη θα πρέπει να δίδεται σε πραγματικό χρόνο. Είτε σε απευθείας μετάδοση είτε με κάποια χρονική καθυστέρηση —για να μπορούν να την παρακολουθήσουν οι εργαζόμενοι πολίτες—, πρέπει να μεταδίδεται σε πραγματικό χρόνο. Ακόμα και οι επαναλήψεις της τηλεοπτικής μετάδοσης πρέπει να δίνονται σε πραγματικό χρόνο. Πρέπει στην εικόνα που μεταδίδεται να υπάρχει πάντα καί η ημερομηνία καί η ώρα. Γιατί; Για να μην μπορεί κάποιος πονηρός να κάνει προσθαφαιρέσεις εικόνων με βάση τα συμφέροντά του. Πρέπει δηλαδή να γίνεται απόλυτη "μεταφορά" των δεδομένων της δίκης.
Όπως όταν μπαίνει ένας πολίτης μέσα στη δικαστική αίθουσα παρακολουθεί τα πάντα από εκείνη τη στιγμή και μετά με τον ρυθμό που αυτά γίνονται, έτσι πρέπει να γίνεται και στην τηλεοπτική μετάδοση. Όπως δεν ξεκινάει η δίκη από την αρχή, κάθε φορά που μπαίνει ένας πολίτης στη δικαστική αίθουσα, έτσι δεν πρέπει να ξεκινάει και στην τηλεοπτική μετάδοση. Η δίκη δεν είναι θεατρική παράσταση, ώστε ο πολίτης να παρακολουθεί μόνον τα "καλά" της ή τις εξάρσεις της. Ακόμα και τα "κακά" της ή η "κοιλιά" της έχουν το νόημά τους. Το "ράβε-ξήλωνε" δηλαδή απαγορεύεται, εφόσον αποτελεί μια μορφή λογοκρισίας, που δεν μπορεί να ελεγχθεί. Δεν μπορεί να ελεγχθεί αυτός ο οποίος την κάνει για τις προθέσεις του. Είναι υποχρέωση λοιπόν του κάθε δημοκρατικού κράτους να διατηρεί μια τηλεοπτική συχνότητα γι' αυτήν την ανάγκη. Από εκεί και πέρα το κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο κανάλι μπορεί να "κατασκευάζει" το δικαστικό έργο της αρεσκείας του. Όπως δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν οι πολίτες να διαβάζουν τις εφημερίδες της αρεσκείας τους, που μεταφέρουν την "αλήθεια" με βάση τα δικά τους "φίλτρα", έτσι δεν μπορεί να περιοριστούν και τα κανάλια. Όλοι μπορούν να "κατασκευάζουν" το δικαστικό τους "έργο", αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνον όταν έχει διασφαλιστεί από την πολιτεία η δημόσια δίκη και άρα η πραγματικότητα.
Πρώτα δηλαδή εξασφαλίζεις την επαφή του πολίτη με την πραγματικότητα και μετά του δίνεις τη δυνατότητα να κάνει τις επιλογές του με βάση τα υποκειμενικά του κριτήρια. Πρώτα τον κάνεις αυτόπτη "μάρτυρα" ενός γεγονότος και μετά τον αφήνεις ν' "ανταλλάσσει" απόψεις με τους ομοίους του. Από αυτήν την πραγματικότητα παίρνουν τα κανάλια υλικό, για να δημιουργήσουν το "έργο" τους. Δεν μπαίνουν μέσα στη δίκη τα κανάλια, για να "παίξουν" με σκηνοθετικά "τρυκ". Για να κάνουν "ζουμ" στα πρόσωπα που βολεύουν το δικό τους "έργο". Για να εκμεταλλευτούν ανθρώπινες στιγμές, για να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να "περάσουν" εύκολα στον κόσμο την άποψή τους.  Αυτά πρέπει να απαγορεύονται ρητά. Επειδή όμως οι απαγορεύσεις δεν ισχύουν, όταν οι παραβιάσεις τους βολεύουν την εξουσία, πρέπει να μεριμνάς με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνεις την παραποίηση της αλήθειας προφανή και άρα δύσκολο το έργο για τους πονηρούς συκοφάντες. Γι' αυτόν τον λόγο πολίτες και κανάλια πρέπει να παίρνουν την πραγματικότητα από την ίδια "πηγή". Να παίρνουν εικόνα με ημερομηνία και ώρα πάνω της. Να παίρνουν εικόνα από κάμερα που ανήκει στα δικαστήρια και όχι σε κάποιο κρατικό κανάλι, το οποίο βρίσκεται υπό τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί πρέπει να γνωρίζουμε, όταν κάποιοι "μαγειρεύουν", ποια είναι η "συνταγή τους. Τι θα πει "μαγείρεμα"; Το να δημιουργείς εντυπώσεις με πονηρό τρόπο. Εντυπώσεις, που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Να δείχνεις για παράδειγμα έναν συγγενή θύματος να περιγράφει το δράμα του κι αμέσως μετά να δείχνεις τον κατηγορούμενο να ξεκαρδίζεται στα γέλια, εξαιτίας μιας φάσης όμως που έγινε μερικές μέρες πριν. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στην κάθε εικόνα που μεταδίδουν τα κανάλια, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια, να υπάρχει ημερομηνία και ώρα.
Ευνόητο είναι ότι απαγορεύεται και η φωτογράφηση μέσα στη δικαστική αίθουσα. Απαγορεύεται, γιατί μπορεί να δημιουργεί εντυπώσεις, που δεν έχουν σχέση με το "κλίμα" της δίκης. Απαγορεύεται, γιατί μια προσωπική στιγμή ή μια προσωπική έκρηξη δεν μπορεί να μεταφέρει σωστά το "κλίμα" της δίκης. Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ο συνταγματικός νόμος είναι πλήρης. Ό,τι σήμερα αποτελεί θέμα συζήτησης περί της κάμερας, είναι εκ του πονηρού. Η φράση "δημόσια δίκη", για κάποιον που γνωρίζει ελληνικά, είναι ικανή να προσδιορίσει τα πάντα. Αυτό αποφάσισε το Σύνταγμα και αυτό είναι που πρέπει να γίνει. Η τηλεοπτική μετάδοση της δίκης δεν είναι δηλαδή θέμα απόφασης των δικαστών. Δεν μπορεί ν' αποφανθεί το δικαστήριο για κάτι για το οποίο έχει αποφανθεί το ίδιο το Σύνταγμα.
Γι' αυτόν τον λόγο τους θεωρούμε τους δικαστές που ανέλαβαν τη δίκη ύποπτους επιορκίας. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρούμε σημαντικότατο το ’ρθρo 93 4. Tα δικαστήρια ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ να μην εφαρμόζoυν νόμo πoυ τo περιεχόμενό τoυ είναι αντίθετo πρoς τo Σύνταγμα. "Υποχρεούνται" σημαίνει ότι, όταν οι δικαστές που τα στελεχώνουν δεν εκτελούν την παραγγελία του, δεν είναι απλά ανεπαρκείς, αλλά επίορκοι. Είναι υποχρεωμένοι να κρίνουν τους νόμους με βάση το Σύνταγμα πριν δικάσουν κάποιον με βάση αυτούς τους νόμους. Έπρεπε οι συγκεκριμένοι δικα­στές να καταλάβουν πολύ πριν κάνουν ένσταση οι κατηγορούμενοι ότι δεν είναι δική τους αρμοδιότητα η εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Έπρεπε, ως θεματοφύλακες του Συντάγ­ματος, να το γνωρίζουν καλύτερα από τους κατηγορούμενους και τους δικηγόρους τους. Θα έπρεπε ν' αρνηθούν να δικάσουν τους κατηγορούμενους. Γιατί; Γιατί αυτό προβλέπει το Σύνταγμα. ’ρθρo 97 1. Tα κακoυργήματα και τα ΠΟΛΙΤΙΚΑ εγκλήματα δικάζoνται από μικτά oρκωτά δικαστήρια πoυ συγκρoτoύνται από τακτικoύς δικαστές και ΕΝΟΡΚΟΥΣ, όπως νόμoς oρίζει.
Αυτή η άρνηση των δικαστών όμως, αν πραγματοποιηθεί, είναι η αρχή του τέλους για τη διαπλοκή των εξουσιών. Γιατί; Γιατί, αν οι δικαστές κάνουν το καθήκον τους, θ' απορριφθεί ο "τρομονόμος" ως αντισυνταγματικός και μάλιστα σε ένα χαμηλό επίπεδο. Αυτό όμως, όπως είπαμε, θα δημιουργήσει αλυσιδωτά φαινόμενα. Γιατί; Γιατί στη συνέχεια θα κριθεί η ηγεσία του δικαστικού σώματος για ανεπάρκεια. Θα κριθούν αυτοί οι οποίοι έπρεπε να γνωρίζουν το Σύνταγμα πολύ καλύτερα από τους κοινούς Εφέτες δικαστές. Από εκεί θα φτάσουμε στον υπουργό δικαιοσύνης και στη σχέση του με την ηγεσία αυτήν. Θα πρέπει να παραιτηθεί η ανεπαρκής ηγεσία και αυτήν να την ακολουθήσει και ο υπουργός που την "προήγαγε". Θα αποκαλυφθούν οι άνομες σχέσεις μεταξύ υπουργού και συστήματος δικαιοσύνης. Από εκεί και πέρα η βουλή "λούζεται" το φιάσκο του "τρομονόμου" και εύκολα τα "χρεώνεται" όλα η κυβέρνηση. Ποιοι όμως είναι αυτοί που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να πάρει ένα "ραβασάκι" και να το επιβάλει σε μια ολόκληρη εξουσία, η οποία εκτέθηκε στη δικαστική αίθουσα; Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες των κομμάτων. Οι εκλεκτοί των Αμερικανών. Οι "Μητσοτάκηδες", που κυβερνούν μονοπωλιακά τη χώρα.
Αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα δεν είναι απλά. Κινδυνεύει με κατάρρευση το πολιτικο­οικονομικό κατεστημένο της χώρας. Κινδυνεύουν οι "κηδεμόνες" των πολιτικών, που είναι ταυτόχρονα και οι "προστάτες" των διαπλεκομένων. Γι' αυτόν τον λόγο μιλήσαμε για βλακεία των ιμπεριαλιστών. Δεν υπήρχε λόγος να φέρουν σε τόσο δύσκολη θέση τους δούλους τους. Αν δεν συλλαμβάνονταν οι τρομοκράτες, θα είχαμε αυτόν τον μεγάλο κίνδυνο; Όχι βέβαια. Θα είχαμε το ίδιο τροπάριο που ακούμε εδώ και τριάντα χρόνια. Ο ένας θα κατηγορούσε τον άλλο για ανικα­νότητα στο θέμα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και όλοι θα βολεύονταν εις βάρος του κόσμου.
Τώρα όλοι αυτοί οι μεγαλοπαράγοντες της δημόσιας ζωής είναι υποχρεωμένοι να "σπρώ­χνουν", γιατί εύκολα, αν χάσουν τη μάχη στο δικαστήριο, θα τους πάρουν "σβάρνα" οι κατηγο­ρούμενοι. Από τη βλακεία τους έγιναν ίσα κι όμοια με τους "Ξηρούς", που οι ίδιοι αν όχι τους δημιούργησαν τουλάχιστον τους εκμεταλλεύτηκαν. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της τρομοκρατίας και γι' αυτό πάντα πρέπει να τυγχάνει λεπτών χειρισμών από πλευράς εξουσίας. Η τρομοκρατία, ως φαινόμενο, απειλεί τη εξουσία, γιατί λάθος χειρισμός της προκαλεί τον λαό. Κάνει ίσα και όμοια τα "σαλόνια" με τα "αλώνια". Όταν όμως συγκρούεται ο "λαός" με το "Κολωνάκι", σπάνια χάνει ο λαός. Σπάνια χάνει το τέρας που λέγεται λαός. Επειδή ο λαός έχει μια φυσική τάση να υποστηρίζει τους φτωχούς και τους αδύναμους, αλίμονό τους αν εκδηλώσει συμπάθεια προς τους κατηγο­ρουμένους.
Τώρα ας τρέχουν οι καραγκιόζηδες να πείσουν τον λαό ότι θα εξασφαλίσουν στους κατηγο­ρούμενους δίκαιη δίκη με άδικο νόμο. Ας τρέχουν να τον πείσουν ότι δεν πρέπει να μπει η τηλεόραση μέσα στη δικαστική αίθουσα, για να προστατεύσουν τους διαδίκους από τον "τηλεκανιβαλισμό". Τον "τηλεκανιβαλισμό" που οι ίδιοι προκάλεσαν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η υπόθεση του "ξηλώματος" της τρομοκρατίας. Ας έχουν υπόψη τους ότι τώρα άνοιξε η "όρεξη" πολλών και αν χαθεί ο έλεγχος θα χαθούν τα "τζάκια" της μεταπολίτευσης μέσα σε μια νύχτα. Θυμάται κανείς πώς "αλλοίωσε" η φυλακή τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο Κοσκωτά; Από πανίσχυρος μεγαλοπαράγοντας έγινε ένας αξιολύπητος υπέρβαρος φουκαράς.
Ήδη αρχίσανε τα "όργανα". Οι κατηγορούμενοι αρνούνται να δεχθούν τη νομιμότητα του δικα­στηρίου που ανέλαβε την εκδίκαση της υπόθεσής τους. ’ρχισαν να "σπρώχνουν" το δικα­στήριο με στόχο να το αναγκάσουν να κρίνει την συνταγματικότητα του "τρομονόμου". Από εδώ και πέρα είναι εύκολο να δημιουργήσουν προβλήματα, άσχετα με την απόφαση του δικαστηρίου. Αρκεί να γνωρίζουν πώς να το χειριστούν. Πώς πρέπει να το χειριστούν; Μιμούμενοι τους πρώτους διδάξαντες σ' ό,τι αφορά την αντίδραση σ' αυτόν τον νόμο και αυτοί είναι οι Ιρλανδοί του IRA. Ο "τρομονόμος" είναι αγγλοσαξονικής εμπνεύσεως και έχει ως στόχο τον υποβιβασμό του πολιτικού εγκλήματος σε κοινό έγκλημα. Οι Βρετανοί, για να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα με τους αντιδραστικούς Ιρλανδούς, εφεύραν αυτόν τον νόμο. Για να μην κρίνεται το σύστημά τους και άρα για να μην "δικάζεται" για την αποικιοκρατική του πολιτική στη Βόρεια Ιρλανδία, προσπαθούν να μετατρέψουν το πολιτικό έγκλημα σε κοινό.
Το ίδιο κάνουν και οι Αμερικανοί, εφόσον έχουν πρόβλημα με τους μαύρους των ΗΠΑ. Πρόβλημα, που είναι δεδομένο, εφόσον ασκούν φυλετικό ιμπεριαλισμό εις βάρος τους. Κάθε φορά λοιπόν που κάποιοι μαύροι αγωνίζονται για δικαιώματα, συλλαμβάνονται και με συνοπτικές διαδικασίες δικάζονται σαν κοινοί ποινικοί. Δεν δικάζονται γι' αυτά που λένε στις πορείες τους, αλλά για μερικές σπασμένες τζαμαρίες. Δεν δικάζονται ως πολιτικοί αγωνιστές, αλλά σαν κοινοί καταστροφείς ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας. Δικάζονται από τους "πολιτισμένους" σαν βάνδαλοι κι απολίτιστοι καταστροφείς. Δικάζονται στα ίδια δικαστήρια από τους ίδιους δικαστές που δικάζουν τους σωματέμπορους, τους κλέφτες ή τους εμπόρους ναρκωτικών. Στη δίκη δεν ακούγονται ποτέ τα αιτήματα τους για τα δικαιώματα που τους στερούνται, αλλά οι συγνώμες τους για τις καταστροφές. Καταστροφές, που πάντα το σύστημα φροντίζει να υπάρχουν, χρησιμο­ποιώντας έμμισθους προβοκάτορες.
Αυτή είναι η περίφημη "εγκληματικοποίηση" (criminalization). Αυτήν την κατάσταση την αντιμετωπίζουν καλύτερα απ' όλους οι Ιρλανδοί. Τι κάνουν οι Ιρλανδοί; Αρνούνται να υπερα­σπιστούν τους εαυτούς τους. Αρνούνται να συμμετάσχουν στη δίκη, εφόσον αμφισβητούν τη νομιμότητα του δικαστή που τους δικάζει. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στη βρετανική εξουσία, γιατί η άρνηση καταφέρνει και μετατρέπει εκείνο το οποίο ο νόμος τους το χαρακτηρίζει σαν "κοινό έγκλημα" σε πολιτικό έγκλημα, που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Ενώ δεν έχουν συνταγματικό πρό­βλημα με τη θέσπιση αυτού του μεσαιωνικού νόμου, η πρακτική των Ιρλανδών τους "εξανεμίζει" το πλεονέκτημα. Οι Ιρλανδοί αγωνιστές, σαν κοινοί ποινικοί με βάση τον βρετανικό νόμο, καταφέρνουν και "βγάζουν" εκτός δικαστηρίου την υπόθεσή τους και την μετατρέπουν σε πολιτική. Οι συγγενείς τους με τις διαμαρτυρίες τους κάνουν τη δίκη τους δημόσια. Οι συγγενείς τους με τον λόγο τους παίζουν τον ρόλο της απαγορευμένης κάμερας. Αθώοι πολίτες, που δεν μπορούν να τους πειράξουν οι διωκτικές αρχές, "εξηγούν" γιατί έγιναν εγκληματίες οι συγγενείς τους. Αυτό είναι το επίτευγμά τους. Βάζουν τη βρετανική αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη να "κρίνει" την περίπτωσή τους.
Ενώ δηλαδή δεν υπάρχει πολιτικό έγκλημα στη βρετανική νομολογία, καταφέρνουν οι Ιρλανδοί με τη στάση τους και το δημιουργούν. Το πρόβλημα το μεταβιβάζουν στο βρετανικό κράτος και το φέρνουν σε δύσκολη θέση. Γιατί; Γιατί στην περίπτωση αυτήν κρίνεται το κράτος. Γιατί αυτό πρέπει να δώσει εξηγήσεις. Πρέπει να δώσει εξηγήσεις στον λαό γιατί αρνούνται να δικαστούν οι Ιρλανδοί σαν κοινοί ποινικοί και να απολαύσουν την ευνοϊκή μεταχείριση που προβλέπει αυτός ο νόμος. Μεταχείριση, που είναι σκανδαλωδώς ευνοϊκή για το επίπεδο του κοινού εγκλήματος. Πρέπει το βρετανικό κράτος να εξηγήσει στον κόσμο με ποια ιδιότητα είναι φυλακισμένοι αυτοί οι οποίοι δεν δικάστηκαν. Τι είναι; Κοινοί ποινικοί; Ιδεολόγοι αντιδραστικοί; Εθνικοί ήρωες της Ιρλανδίας; Αυτό όμως είναι πολιτικό ζήτημα και ευνοεί τους Ιρλανδούς στον αγώνα τους. Για τους Έλληνες κατηγορούμενους τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα, γιατί έχουν στο πλευρό τους και το ελληνικό Σύνταγμα. Είναι εύκολο δηλαδή γι' αυτούς είτε να "σπρώξουν" τον τρομονόμο είτε να "εξάγουν" το πρόβλημά τους εκτός της αίθουσας.
Από την άλλη πλευρά "σπρώχνουν" και οι ισχυροί της κοινωνίας, που απειλούνται από το "σπρώξιμο" των κατηγορουμένων. Με την έναρξη της δίκης ρωτήθηκε ο Μητσοτάκης για την άποψή του περί της δίκης. Επεδίωξε βέβαια ο ίδιος να ρωτηθεί για τη δίκη. Τι περιμένεις όμως ν' ακούσεις από τον κόρακα εκτός από το "κρα"; Τι περιμένεις ν' ακούσεις από τον "αποστάτη" εκτός από ψέματα; Γιατί το λέμε αυτό; Για τον εξής απλό λόγο. Ερωτώμενος ο Μητσοτάκης, έκανε μια άνευ προηγουμένου επίδειξη νομιμοφροσύνης, που δεν ήταν απλά ύποπτη, αλλά ένοχη. Αυτός  ο οποίος πολλές φορές έχει αμφισβητήσει τη δικαιοσύνη και τις αποφάσεις των δικαστηρίων, εμφανίστηκε βασιλικότερος του βασιλέως. Τι είπε; " Το δικαστήριο πρέπει να σεβαστεί το "γράμμα" του νόμου. Πρέπει να δικάσει δίκαια τους κατηγορούμενους, άσχετα αν αυτοί είναι κοινοί εγκληματίες και ληστές, που "ταλάνισαν" τον τόπο για πολλές δεκαετίες. Όσο δε για τις κάμερες, θα πρέπει ν' αποφασίσει το δικαστήριο με βάση τον νόμο".
Πού βρίσκεται η υποκρισία και το ψέμα; Στο εξής απλό. Ο "νομοταγής" και "τυπολάτρης" Μητσοτάκης αναφέρεται στον "τρομονόμο" και όχι στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα το "θυμάται" μόνον όταν τον συμφέρει και σήμερα προφανώς δεν συμβαίνει αυτό. Ο Μητσοτάκης αναφέρεται στον νόμο των αφεντικών του, που είναι και δικός του νόμος. Στον νόμο που τους έδωσαν οι Αμερικανοί και τον οποίο τον ψήφισε αυτός, οι "κολλητοί" του και εκείνοι τους οποίους όλοι αυτοί εκβίαζαν. Στον νόμο "by pass". Γιατί τον ονομάζουμε έτσι; Γιατί απλούστατα αυτός ο νόμος έγινε για να παρακαμφθούν θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος. Για να παρακαμφθούν διατάξεις, που είτε είναι αδύνατον να αναθεωρηθούν είτε έχει πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος για να επιχειρήσει κάποιος να τις αναθεωρήσει. Γι' αυτόν τον λόγο ο Μητσοτάκης "ξεκινάει" τη σκέψη του μακριά από την κρίση του ίδιου του νόμου. Γνωρίζει ότι, αν δεν κριθεί ο ίδιος ο νόμος με βάση το Σύνταγμα, όλα θα είναι ευνοϊκά γι' αυτόν και τους ομοίους του. Γιατί; Γιατί οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν σαν σωματέμποροι και ληστές και η κάμερα δεν θα μπει στο δικαστήριο, εφόσον ο εισαγγελέας δεν θα το επιτρέψει σε καμία περίπτωση.
Στο σημείο αυτό θα μας κρίνει κάποιους σαν μεροληπτικούς και εμπαθείς απέναντι στον Μητσοτάκη, εφόσον τα ίδια πράγματα τα έχουν πει και άλλοι και μάλιστα με πολύ περισσότερο ακραίο τρόπο. Γιατί αναφερόμαστε ειδικά σ' αυτόν; Γιατί απλούστατα αυτός είναι η χειρότερη περίπτωση. Είναι αυτός ο οποίος έχει παραπάνω λόγους από όλους τους υπόλοιπους να περάσει άκριτα ο "τρομονόμος". Αυτήν τη στιγμή παίζει διπλό "παιχνίδι" πάνω στις πλάτες των κατηγο­ρουμένων. Ο αποστάτης ως συνήθως προσπαθεί να εκμεταλλευτεί στα όρια την κατάσταση. Δεν προσπαθεί μόνον να διασφαλίσει τα δικά του συμφέροντα και των ομοίων του απέναντι στον λαό, όπως κάνουν και οι όμοιοί του. Συνεχίζει παραπέρα και προσπαθεί να επωφεληθεί και εις βάρος αυτών των ομοίων. Προσπαθεί, όχι μόνον να προστατεύσει τα συμφέροντα της οικογενειακής "συμμορίας" του, αλλά να τα επεκτείνει και εις βάρος των άλλων οικογενειακών "συμμοριών".
Για να το καταλάβει κάποιος αυτό, θα πρέπει να γνωρίζει τα συνήθη φαινόμενα της ελληνικής πραγματικότητας και να τα συγκρίνει με τα όσα συμβαίνουν γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη. Τι γίνεται συνήθως; Κάθε φορά που έχουμε στη χώρα μας την εκδήλωση ενός αρνητικού κοινωνικού φαινομένου, που φθείρει την εικόνα της κυβέρνησης, σπεύδει η αντιπολίτευση να το εκμεταλ­λευτεί. Πάνω στις πλάτες των πλημμυροπαθών, των σεισμοπλήκτων, των αγροτών ή των συντα­ξι­ού­χων παίζονται κομματικά παιχνίδια. Κάποιοι εκμεταλλεύονται τα δάκρυα ή την οργή των δυστυ­χισμένων με στόχο να κερδίσουν κάποιες ψήφους. Σήμερα, που κυβέρνηση είναι το ΠΑΣΟΚ και ο "τρομονόμος" δικός του νόμος, υπάρχει "ψαχνό" για κομματική εκμετάλλευση. Θα μπορούσε για παράδειγμα η ΝΔ, με πρόφαση την προστασία του Συντάγματος, να της δημιουργήσει προβλή­ματα. Να προσπαθήσει με μέσον την απαίτηση για δίκαιη απονομή δικαιοσύνης ν' "αρπάξει" κάποιες ψήφους από το ΠΑΣΟΚ.
Γίνεται όμως αυτό; Όχι βέβαια. Γιατί οι Καραμανλήδες, που είναι ιδιοκτήτες της ΝΔ, φοβούνται να "παίξουν" με τον "τρομονόμο", μη τυχόν και δυσαρεστήσουν τα υπερατλαντικά αφεντικά τους. Το μέγιστο της εκμετάλλευσης που επιτρέπουν στους εαυτούς τους είναι να κρατήσουν παθητική στάση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, που προσπαθεί με κάθε κόστος να επιβάλει τον "τρομονόμο". Να καθίσουν στη γωνία κι απλά να περιμένουν τις όποιες εισπράξεις θα προκύψουν από τη διαχείριση του θέματος από πλευράς κυβέρνησης. Αυτό είναι το μέγιστο που μπορούν να κάνουν. Ενόσω "παίζεται" ο νόμος των "αφεντικών" τους, δεν πολεμάνε την κυβέρνηση, αλλά δεν τη βοηθάνε κιόλας. Απλά περιμένουν, γιατί αυτό συμφέρει το κόμμα τους. Τους συμφέρει στο γενικό επίπεδο να "περάσει" ο τρομονόμος, αλλά τους συμφέρει και στο κομματικό επίπεδο να δυσκολευτεί να τον "περάσει" η κυβέρνηση. Αυτά είναι τα γενικά συμφέροντα των ιδιοκτητών της ΝΔ και όλων όσων τρώνε ή έχουν σκοπό να φάνε "ψωμί" από αυτήν.
Βλέπουμε λοιπόν ότι θεωρητικά θα έπρεπε και ο Μητσοτάκης, ως μεγαλοστέλεχος της ΝΔ, να έχει ταυτισμένα συμφέροντα με την ιδιοκτησία της. Θα έπρεπε να περιμένει και να μην ενεργεί. Να μην πολεμάει την κυβέρνηση που σήμερα δυσκολεύεται, αλλά και να μην την βοηθάει. Συμβαίνει όμως αυτό; Όχι βέβαια. Ο Μητσοτάκης βοηθάει την κυβέρνηση στο παιχνίδι αυτό. Η εμπειρία του μάλιστα τον καθιστά ως έναν από τους πιο ισχυρούς σύμμαχούς της. Αυτό το κάνει για δύο λόγους. Από τη μια προσπαθεί να κάνει το θέλημα των κοινών αφεντικών τους και από την άλλη προσπαθεί να μειώσει τη ζημιά της κυβέρνησης. Συμπαρασέρνει δηλαδή και τη ΝΔ στο παιχνίδι του υπέρ της κυβέρνησης. Την κάνει συνένοχη στην κατάσταση. Γιατί το κάνει αυτό; Για να μην επωφεληθεί η ΝΔ από τη φθορά που αναγκαστικά θα έχει η κυβέρνηση από το βρόμικο παιχνίδι της. Με ποια δικαιολογία το κάνει και που αποβλέπει; Η δικαιολογία του είναι η προσωπική του εμπλοκή στο θέμα της τρομοκρατίας λόγω Μπακογιάννη. Αυτός, που, όταν ήταν πρωθυπουργός δεν έκανε τίποτε απολύτως για να βρει τους δολοφόνους του Μπακογιάννη, τον χρησιμοποιεί σαν "άλλοθι" για τη σημερινή του στάση. Αυτό είναι το "άλλοθί" του, που του επιτρέπει να μην έρχεται σε ανοικτή σύγκρουση με το κόμμα του εξαιτίας της διαφορετικής του στάσης. Δεν τολμούν στη ΝΔ να του ζητήσουν εξηγήσεις, γιατί θα τους "εκθέσει" απέναντι στους Αμερικανούς. Θα τους εμφανίσει σαν πολέμιους των κοινών αφεντικών και του κοινού στόχου.
Τι επιδιώκει με το "παιχνίδι" αυτό; Το εξής απλό. Ο Μητσοτάκης αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο μέσον ενός μεγαλόπνοου σχεδιασμού, που έχει ως στόχο ν' αρπάξει τη ΝΔ από τα χέρια των Καραμανλήδων. Έναν σχεδιασμό όμως άκρως επικίνδυνο για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του. Γιατί; Γιατί είναι σχεδιασμός του τύπου "όλα ή τίποτε". Είναι σχεδιασμός που τον αφήνει "ανοικτό" και άρα ευάλωτο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί όπως έχει ο ίδιος ως στόχο να καταστρέψει τους Καραμανλήδες, τον ίδιο στόχο προφανώς έχουν κι αυτοί. Ποιος είναι αυτός ο σχεδιασμός; Να αποσύρει την κόρη του στη δημαρχία της Αθήνας, ώστε να κάνει εκμεταλλεύσιμη μια ενδεχόμενη ήττα της ΝΔ στις προσεχείς εκλογές. Να "χρεωθεί" την ήττα η ηγεσία της και άρα οι Καραμανλήδες και να επιστρέψει στο κόμμα η κόρη του σαν "σωτήρας" καί του κόμματος καί της παράταξης. Με τον τρόπο αυτόν επιδιώκει ν' αποκτήσει την ιδιοκτησία της ΝΔ.
Τι φοβάται λοιπόν ο Μητσοτάκης; Ενδεχόμενη μεγάλη κι ανεξέλεγκτη φθορά της κυβέρνησης εξαιτίας της δίκης, θα οδηγήσει τη ΝΔ στην εκλογική νίκη. Στην περίπτωση αυτήν όχι μόνον δεν επωφελείται ο ίδιος, αλλά αντίθετα καταστρέφεται. Γιατί; Γιατί από τη μια θα γίνει πανίσχυρος ο Καραμανλής και το περιβάλλον του και από την άλλη η οικογένεια Μητσοτάκη θα είναι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση. Ο ίδιος θα είναι ακόμα πιο γέρος απ' όσο είναι σήμερα και η κόρη του εκτός κόμματος και άρα έξω από το παιχνίδι διεκδίκησης κυβερνητικών "οφίτσιων". "Οφίτσιων" που θα της δίνουν τη δυνατότητα να παραμένει στο πολιτικό προσκήνιο και να πολεμά εκ των έσω τον Καραμανλή. Η Ντόρα σε μια τέτοια περίπτωση εύκολα γίνεται ένας νέος "ευνούχος" και αδύναμος "Καγκελόπουλος". Αυτό όμως είναι ένας πραγματικός εφιάλτης για την οικογένεια.
Αυτόν τον εφιάλτη ο Μητσοτάκης προσπαθεί να αποτρέψει με την εμπλοκή του στην υπόθεση και τις συνεχείς του παρεμβάσεις. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να βοηθήσει την κυβέρνηση να μην υποστεί φθορά και προσπαθεί να μετακινήσει μέρος αυτής της φθοράς και προς τη ΝΔ. Με την όλη στάση του όχι μόνον προστατεύει την κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα εμπλέκει και την αντιπολίτευση στο κόστος της δίκης. Όλα αυτά τα κάνει εις βάρος των κατηγορούμενων, εφόσον οι στόχοι του σε όλα τα επίπεδα επιτυγχάνονται μόνον εάν "περάσει" ο "τρομονόμος". Μόνο αν περάσει αυτός ο νόμος διασφαλίζονται τα συμφέροντα του ως ενός εκ των κυρίαρχων μεγαλοαστών και επεκτείνονται αυτά εις βάρος των ομοίων του. Μόνον αν περάσει αυτός ο νόμος μπορεί να συνεχίσει το παιχνίδι του.
Γι' αυτό λοιπόν ο Μητσοτάκης σήμερα "σπρώχνει" με πάθος μέσα στο δικαστήριο. Γι' αυτόν τον λόγο χρησιμοποιεί "νύφες και εγγόνια", προκειμένου να συγκινήσει τον λαό. "Σπρώχνει" αυτός και το ίδιο κάνουν και οι όμοιοί του και βέβαια τα "τσιράκια" τους. Δεν "σπρώχνουν" δηλαδή μόνον οι μεγαλοπαράγοντες —είτε πολιτικοί είτε διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες—, αλλά και οι υπάλληλοί τους. "Σπρώχνουν" όλοι όσοι έχουν συμφέροντα από την υπάρχουσα δομή του ελληνικού συστήματος. Όλοι όσοι συμμετέχουν στη λεηλασία του ελληνικού λαού, είτε ως πολιτικοί είτε ως εκδότες είτε ως εργολάβοι είτε ως εφοπλιστές είτε ως προμηθευτές κλπ.. Αυτοί χρησιμοποιούν στον κοινό τους αγώνα τους ακριβοπληρωμένους και διάσημους υπάλληλους τους. Τους υπαλλήλους, που πληρώνουν "χρυσάφι" για τη "δύσκολη" ώρα η οποία έφτασε. Σήμερα τους έχουν περισσότερη ανάγκη από ποτέ.
Αυτοί οι "χρήσιμοι" υπάλληλοι κινούνται σε χώρους που από τη φύση τους παίζουν ρόλο στη δίκη. Χώροι, που αυτήν τη στιγμή δοκιμάζονται και οι ίδιοι για την αξιοπιστία τους. Σε ποιους αναφερόμαστε; Στους δημοσιογράφους και στον δικηγορικό κόσμο. Αναφερόμαστε σ' αυτούς που επηρεάζουν τον δημόσιο χαρακτήρα της δίκης και σ' αυτούς που επηρεάζουν τη σωστή εφαρμογή το νόμου. Αυτοί όλοι, που σε καθημερινή βάση αρέσκονται να μας παρουσιάζονται ως "λειτουργοί" και υπηρέτες του κοινωνικού συμφέροντος, σήμερα πρέπει ν' αποδείξουν ότι αυτό είναι κάτι που ισχύει. Οι "λειτουργοί" της ενημέρωσης πρέπει ν' αποδείξουν ότι πραγματικά ενημερώνουν τον κόσμο και δεν γίνονται φερέφωνα των ισχυρών και "παπαγάλοι" της κρατικής προπαγάνδας. Οι "λειτουργοί" της δικαιοσύνης πρέπει ν' αποδείξουν ότι υπηρετούν τη δικαιοσύνη και δεν είναι έμμισθοι υπηρέτες των ισχυρών και συνένοχοί τους.
Τα πράγματα δυστυχώς είναι τραγικά καί για τους μεν καί για τους δε. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία "σπρώχνουν" κι αυτοί με τους ισχυρούς. Ας ψάξει κάποιος να δει ποιοι από τους δημοσιογράφους έχουν την ίδια άποψη με τους μεγαλοσχήμονες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι οι διάσημοι και "έγκριτοι" δημοσιογράφοι των γνωστών "συγκροτημάτων". Των ευνοημένων "χορηγών" των ιδιόκτητων κομμάτων. Των εκδοτικών "συγκροτημάτων", που είναι ταυτόχρονα προμηθευτές του κράτους και κατασκευαστές δημοσίων έργων. Είναι θλιβερό και μόνον να σκεφτεί κάποιος ότι μπορεί να γνωρίζει ποια είναι άποψή τους για τη δίκη, χωρίς καν να τους ακούσει. Αρκεί να δει κάποιος στην τηλεόραση ποιος δουλεύει πού και για ποιον και δεν χρειάζεται καν ν' ανοίξει την έντασή της για να τους ακούσει.
Χαφιέδες της εξουσίας. Συκοφάντες των εχθρών των αφεντικών τους. "Βαποράκια" της κάθε εξουσίας. Εκβιαστές και τρομοκράτες πολιτών. Επιβε­βαιώνουν καθημερινά αυτά που πολλοί συμπολίτες μας υποπτεύονται γι' αυτούς. Ότι δηλαδή ο δημοσιογραφικός χώρος έχει γίνει καταφύγιο των πάσης φύσεως αγράμματων, αστοιχείωτων και ελεεινών παρασίτων. Παρασίτων, που εκτός του συγκεκριμένου χώρου δεν θα μπορούσαν όχι απλά να διακριθούν, αλλά ούτε καν να επιβιώσουν. Παρασίτων, που ξεκίνησαν από εκφωνητές ειδήσεων και έγιναν αυθαίρετοι "εισαγγελείς" της κοινωνίας. Παρασίτων, που ξεκίνησαν από τα κουτσομπολιά των ποδοσφαιρικών αποδυτηρίων και σήμερα παριστάνουν τους "συνταγματολόγους" και προστάτες της δημοκρατίας.
Αυτοί εκτελούν το "λειτούργημά" τους με τον καλύτερο τρόπο. Με το προφανές "άλλοθι" της αγραμματοσιάς και της ασχετοσύνης τους, υπηρετούν την αθλιότητα. Το κράτος εγκληματεί, ο νόμος καταρρέει κι αυτοί ασχολούνται με τη δίκη με τη λογική που κάποιος ασχολείται με μια κοσμική εκδήλωση. Ασχολούνται με το ποιος φοράει τι στην δική και ποιος μιλάει με ποιον. Ασχολούνται με το αν έχουν ή δεν έχουν προβλήματα στη σχέση τους ο Κουφοντίνας με τη Σωτηροπούλου. Με την ίδια λογική που ασχολούνται με τη σχέση του ποδοσφαιριστή με την τραγουδίστρια. Το πιο απίθανο το είπε ο θεωρητικά επικεφαλής τους. Ο γνωστός βραδύγλωσσος ρήτορας Σόμπολος. Αυτός που κοίταξε τον Γιωτόπουλο για "8" δευτερόλεπτα και του "πάγωσε" το αίμα. Αυτός που αγνοεί ότι υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας και ότι δεν μπορεί ο καθένας κατά τη διάρκεια της δίκης να λέει ηλιθιότητες που δημιουργούν εντυπώσεις εις βάρος των κατηγο­ρουμένων. Αν σου "παγώνει" το αίμα τόσο εύκολα, κάθεσαι σπίτι σου και το βαστάς "ζεστό". Δεν έχεις δουλειά να περιφέρεσαι σε χώρους όπου το κράτος δίνει "εξετάσεις" και πολίτες αγωνίζονται για την τιμή και τη ζωή τους.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με τους δικηγόρους. Καθημερινά αποδεικνύουν ότι δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο μοναδικός κλάδος επαγγελματιών που έχει προκαλέσει ανέκδοτα του τύπου: "Τι είναι πεντακόσιοι δικηγόροι στον πάτο της θάλασσας; …Μια καλή αρχή". Για κανέναν άλλον επαγγελματικό κλάδο δεν έχει ακουστεί ένας τέτοιος γενικός αφορισμός. Από τον πιο διάσημο γιατρό μέχρι την πιο ταπεινή κοπτοραπτού, όλοι οι επαγγελματίες έχουν την πολυτιμότητά τους για την κοινωνία και δεν "αφορίστηκαν" ποτέ κατ' αυτόν τον απαξιοτικό τρόπο. Αυτό έχει γίνει μόνον για τους δικηγόρους. Γιατί; Γιατί καθημερινά μας αποδεικνύουν ότι είναι ψεύτες, υποκριτές αναξιοπρεπείς, χαφιέδες, έτοιμοι να υπερασπιστούν τον οποιοδήποτε τους πληρώσει. Ελεεινοί δικολάβοι, που υπηρετούν ισχυρούς κλέφτες. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους "πατέρες" τους, που  για τους ίδιους λόγους περιφέρονταν στα δωμάτια των ισχυρών από την εποχή της Βαβυλώνας. Όσα πιο πολλά χρήματα τους δίνεις, τόσο πιο πολύ "θολώνει" η εικόνα τους απέναντι στο Σύνταγμα και τους νόμους.
Είναι πραγματικά δυστυχείς τις λίγες φορές που ο πλούσιος πελάτης τους εκτός από χρήματα έχει και δίκιο. Γιατί; Γιατί το δίκιο είναι "φτηνό". Το δίκιο έχει χαμηλή ανταμοιβή όταν το υπερασπίζεσαι. Το άδικο πληρώνεται "χρυσάφι". Αυτό το "χρυσάφι" αναζητούν οι δικηγόροι. Όπως λειτουργεί σήμερα ο νόμος, οι διάσημοι μεγαλοδικηγόροι είναι στην πραγματικότητα οι εκ των υστέρων συνένοχοι όλων των εγκληματιών της χώρας. Οι αμοιβές τους αποτελούν το "τέλος" που θα πληρώσουν οι κακοποιοί στην περίπτωση που συλληφθούν. Γι' αυτόν τον λόγο κοστίζουν τόσο ακριβά οι υπηρεσίες τους. Ποιος απλός πολίτης, που αναζητά το δίκιο του, θα μπορούσε να τους πληρώσει, όταν αυτοί τις αμοιβές τους τις υπολογίζουν ανάλογα με τη "λεία" του ενόχου; Όταν αυτοί δεν ζητάνε απλή ανταμοιβή, αλλά μερίδιο από τη "λεία"; Αυτοί είναι που "κατασκευάζουν" τους ψευδομάρτυρες με τον τόνο. Αυτούς που μπορούν με λίγα "ψίχουλα" να βεβαιώσουν τα πάντα για τους πάντες.
Αυτοί είναι που έχουν μετατρέψει τη δικαιοσύνη σε "φάμπρικα" που τη χειρίζονται σαν προσωπική τους περιουσία. Αυτοί έχουν μετατρέψει το νομικό "οικοδόμημα" σε έναν χαώδη "λαβύρινθο", αφιλόξενο για τον απλό πολίτη. Γιατί; Γιατί τους συμφέρει να παίρνουν αμοιβή "παραστάτη" ακόμα και για το πιο απλά προβλήματα του πολίτη. Τους συμφέρει να γίνονται οι έπ' αμοιβή "οδηγοί" του. Το αποτέλεσμα είναι να λένε ό,τι θέλουν, χωρίς να φοβούνται και χωρίς να σέβονται κανέναν. Ούτε νόμο ούτε άνθρωπο. "Πρέπει να "μπει" ο λαός στη δίκη…" είπε σε τηλεοπτικό παράθυρο ένας δημοσιογράφος στον διάσημο "νομικό" Κεχαγιόγλου. Οι δικαστές δεν είναι λαός;… του απάντησε αυτός με ύφος καρδιναλίου; Έκανε πως δεν γνώριζε αυτό το οποίο είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ακόμα κι ένας πρωτοετής της νομικής. Λαός στη δίκη εννοείται ο ιδιώτης, που αναλαμβάνει τον ρόλο του ορκωτού δικαστή. Ο ιδιώτης, που ανήκει στο σώμα των κυρίαρχων ιδιοκτητών του συστήματος. Λαός δεν εννοείται ο τακτικός δικαστής, που από το Σύνταγμα ανήκει στο σώμα των "υπηρετών" του λαού. Λαός είναι αυτοί που τους υπηρετεί το Σύνταγμα, για να ζήσουν δίκαια μέσα στην ιδιοκτησία τους και όχι αυτοί οι οποίοι ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα, για να εργαστούν μέσα σ' αυτήν την ιδιοκτησία.
Αυτοί είναι οι δικηγόροι που "αλληθωρίζουν" σήμερα απέναντι στα εγκλήματα του κράτους. Αυτοί είναι που τρομοκρατούν τους πολίτες με το σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο για λόγους ευνόητους διαρκώς το διαβάλλουν. Αυτοί είναι που στρέφουν τον νόμο εναντίων των πολιτών. Όπου αφέθηκαν ανεξέλεγκτοι, κατέστρεψαν τα πάντα. Απείλησαν ακόμα κι αυτά που δεν μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορούν ν' απειληθούν. Μετατρέπουν μια κοινωνία ανθρώπων σε μια κοινωνία δικομανών θηρίων. Σε μια κοινωνία άφιλη, όπου ο ένας φοβάται να κοιτάξει ή να μιλήσει στον άλλον. Μπορούν να οδηγήσουν ένα παιδί στο να κάνει μήνυση στη μάνα του, επειδή καθυστέρησε να το ταΐσει. Μια πραγματική μάστιγα, που ξεκίνησε μέσα από τα δικαστήρια και μετατρέπεται σταδιακά σε "καρκίνωμα" ολόκληρης της κοινωνίας. Μια πραγματική μάστιγα, που μεταφέρει συμπεριφορές δικαστηρίου και στις γειτονιές. Όσο πιο μεγάλη γίνεται η κοινωνική ανισότητα και η κλοπή των ισχυρών, τόσο πιο πολύτιμοι θα γίνονται οι δικηγόροι για τους κλέφτες. Όσο προχωρά η απαξίωση των πάντων, τόσο πιο μεγάλες οι αμοιβές τους. Όσο πιο πολύ προχωρά η κοινωνική "αρρώστια", τόσο πιο μεγάλος ο "καρκίνος" της. Όσο πιο "άρρωστη" η κοινωνία, τόσο μεγαλύτερος ο ρόλος τους. Όπου υπάρχει τεράστια κοινωνική ανισότητα, διαπρέπουν οι δικηγόροι. Είναι τυχαίο που στις κοινωνικά άδικες και ρατσιστικές ΗΠΑ οι δικηγόροι είναι κορυφαίοι παράγοντες της κοινωνίας; Είναι τυχαίο που στις ΗΠΑ ο ένας περιμένει τον άλλο για να τον μηνύσει;
Γενικεύουμε τα συμπεράσματά μας τόσο για τους δημοσιογράφους όσο και για τους δικηγόρους χωρίς τύψεις συνειδήσεως, γιατί απλούστατα αυτοί τους οποίους ενδεχομένως μπορεί να αδικούμε κατάφορα με αυτά τα συμπεράσματα είναι βέβαιον ότι συμφωνούνε μαζί μας. Δημοσιογράφοι είναι αυτοί που πιο πολύ από τον καθένα έχουν τάσεις εμετού κάθε φορά που βλέπουν τους "έγκριτους" συναδέρφους τους. Δικηγόροι είναι αυτοί που έχουν τις ίδιες τάσεις, κάθε φορά που βλέπουν κι αυτοί τους άθλιους συναδέρφους τους. Αυτούς, που έχουν γίνει "οικόσιτα" των ισχυρών. Αυτούς, που από "αγάπη" τους χαρίζουν ανοικτές Mercedes οι μεγαλόσχημοι κλέφτες. Αυτούς, που αρέσκονται να ξαπλώνουν ως "σκυλιά" στους "καναπέδες" των ισχυρών που τους ταΐζουν. Αυτούς, που μπορούν να κάνουν οτιδήποτε κι αν τους ζητηθεί. Αρκεί το αφεντικό να μπορεί να τους πληρώνει και μπορούν οι πρώτοι να ισχυριστούν και οι δεύτεροι να υπερασπιστούν οτιδήποτε. "Πετάει" ο γάιδαρος; "Πετάει" θα πει ο "έγκριτος" δημοσιογράφος ο οποίος θα κάνει το ρεπορτάζ που το "αποδεικνύει". "Πετάει" θα πει και ο δικηγόρος, που θα είναι έτοιμος να κάνει αγωγή σε όποιον το αμφισβητήσει. Η ενημέρωση και η δικαιοσύνη έχουν γίνει "μαγαζιά", που αποδίδουν δισεκατομμύρια σε άθλια υποκείμενα. Αυτή είναι δυστυχώς η κατάσταση σήμερα με τους "λειτουργούς" τόσο της δημοσιογραφίας όσο και της νομικής, που όλοι τους γνωρίζουν με τα μικρά τους ονόματα.
Έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα της υπόθεσης. Ο γράφων, ως πολίτης που απολαμβάνει πλήρη πολιτικά δικαιώματα, μπήκε —μαζί με τα εκατομμύρια των συμπολιτών του— αναγκαστικά στη θέση του "κριτή". Ως ένας εκ των ιδιοκτητών του κράτους και του Συντάγματος, δίκασε το κράτος με βάση τη σημερινή συμπεριφορά του. Μέτρησε το κράτος με το "μέτρο" του Συντάγματος και το βρήκε "λειψό". Διαπίστωσε εύκολα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος διεφθαρμένο από την κορυφή μέχρι τη βάση του. Από τον πρωθυπουργό της χώρας, που επιβάλει έναν αντισυνταγματικό νόμο, για να κάνει "εξυπηρέτηση" στους ιμπερια­λιστές, μέχρι τον κοινό χωροφύλακα, που "διαρρέει" πληροφορίες για να κάνει "εξυπηρέτηση" στους προϊσταμένους του. Όλοι αυτοί από τον ισχυρό μέχρι και τον πιο αδύναμο έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Δεν σέβονται τον λαό, εφόσον δεν υπακούν στο Σύνταγμα. Δεν τιμούν τον όρκο τους απέναντι σ' αυτό το Σύνταγμα.
Από εδώ και πέρα είναι θέμα των πολιτών ν' αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Από τη στιγμή που υπάρχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να κρίνουν οι πολίτες το κράτος τους, ευνόητο είναι ότι από εδώ και πέρα αυτοί είναι υπεύθυνοι για τα πάντα. Αυτό που συνήθως λέμε και έχει ρητορική σημασία, σήμερα ισχύει απόλυτα. Εμείς οι πολίτες είμαστε οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι καί γι' αυτούς που μας κυβερνούν καί γι' αυτούς που τους πληρώνουμε απλά για να μας υπηρετούν. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι καί για τους πολιτικούς που θα μας "σώσουν" καί για τους κρατικούς υπαλλήλους που εργάζονται για λογαριασμό μας. Εμείς τους πληρώνουμε και εμείς πρέπει να τους τιμωρήσουμε όταν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Εμείς αποφασίζουμε ποιοι μας αξίζουν και να μας κυβερνούν και να μας υπηρετούν. Η παράβαση του Συντάγματος είναι το ύψιστο των εγκλημάτων. Κοινωνία που δεν προστατεύει το Σύνταγμά της δεν μπορεί να ελπίζει σε επιβίωση. Κράτος που δεν σέβεται το Σύνταγμα απειλεί απευθείας την επιβίωση του λαού. Το Σύνταγμα είναι το "οξυγόνο" καί της δικαιοσύνης καί της δημοκρατίας μας. Ακριβώς, επειδή είναι το ζωογόνο "οξυγόνο", το ίδιο το Σύνταγμα απαιτεί ακόμα και τη βίαιη προστασία του από αυτούς που το απειλούν.
Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι από εδώ και πέρα τα πάντα είναι θέμα των πολιτών. Εμείς πρέπει να ενεργήσουμε μέσα στα πλαίσια που μας επιτρέπει το Σύνταγμα και οι νόμοι. Εμείς πρέπει να προστατεύσουμε την ιδιοκτησία μας, που είναι προϊόν αγώνων και κατακτήσεων. Εμείς πρέπει, ως άτομα —ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί ως σύνολο— να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Εμείς "κοιμόμαστε" και άρα εμείς πρέπει να "ξυπνήσουμε". Το Σύνταγμα μας ανήκει και πρέπει να το προστατεύουμε. Δεν μας χαρίστηκε, για να το χαρίσουμε στο κράτος και στους δικηγόρους. Με αίμα το κατακτήσαμε και είμαστε υποχρεωμένοι να το προστατεύσουμε, εφόσον αυτό είναι η αμυντική μας θωράκιση. Το Σύνταγμα είναι το δικό μας "μέτρο" και εμείς πρέπει να το προστατεύσουμε από αυτούς που το απειλούν. Ακόμα και οι δικαστές πρέπει να γνωρίζουν ότι ακόμα και οι κρίνοντες κρίνονται. Το Σύνταγμα τους δίνει το δικαίωμα να κρίνουν και όταν δεν το σέβονται κρίνονται και οι ίδιοι. Το Σύνταγμα δεν είναι περιουσία τους, για να το ερμηνεύουν όπως τους βολεύει. Αυτό είναι δουλειά των πολιτών, που εκ των δεδομένων δεν τους βολεύει η παραβίασή του.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι πρέπει να κινηθούμε σε όλα τα επίπεδα. Ότι πρέπει να προστατεύσουμε την περιουσία μας με όλα τα μέσα. Πρέπει να αφαιρέσουμε τη διαχείριση του κράτους από τους λακέδες των ιμπεριαλιστών και πρέπει ταυτόχρονα να "καθαρίσουμε" το κράτος από τους επίορκους υπαλλήλους του. Αυτά όλα όμως προϋποθέτουν να γνωρίζει κάποιος τι συμβαίνει και άρα τι πρέπει να κάνει. Δεν θα πούμε για το ευνόητο και το χιλιοειπωμένο. Ότι δηλαδή οι πολίτες δεν πρέπει να τους ψηφίσουν. Θα πούμε γι' αυτά που πρέπει να γνωρίζει ο πολίτης ότι ανήκουν στα δικαιώματά του και δεν τα ασκεί. Γι' αυτά που μπορεί να τα κάνει ο πολίτης την ίδια ημέρα που αντιλαμβάνεται το πρόβλημα με τους εξουσιαστές του και όχι γι' αυτά που το Σύνταγμα του δίνει το δικαίωμα να κάνει κάθε τέσσερα χρόνια.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι εμείς, ως πολίτες, πρέπει να γκρεμίσουμε τον κομματισμό, που είναι ο "καρκίνος" της δημοκρατίας μας. Πρέπει να καταστρέψουμε τις ιδιωτικές πολιτικές επιχειρήσεις των άθλιων που μας κυβερνούν. Αυτό δεν γίνεται μόνον με τις εκλογές. Αυτό γίνεται και με άλλον τρόπο. Πώς γίνεται; Με μαζικές μηνύσεις πολιτών εναντίον των κομμάτων. Πρέπει να σταμα­τήσουμε να "ταΐζουμε" μόνοι μας τα θηρία που μας κατατρώγουν. Το θηρίο του κομματισμού το "ταΐζει" ο κρατικός προϋπολογισμός και αυτό είναι παράνομο. Το κράτος έχει δικαίωμα και υποχρέωση να συντηρεί οικονομικά μόνον τους μηχανισμούς που συνδέονται με τους θεσμούς του. Δεν υπάρχουν τα κόμματα μέσα στο Σύνταγμα. Για το Σύνταγμα η άποψη ενός κόμματος δεν διαφέρει σε ισχύ από την άποψη που μπορεί να εκφράσει ακόμα κι ένας πολίτης. Από τη στιγμή που ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να δημιουργήσει κόμμα, ευνόητα είναι μερικά πράγματα. ’ρθρo 29.1. Έλληνες πoλίτες πoυ έχoυν τo εκλoγικό δικαίωμα μπoρoύν ελεύθερα να ιδρύoυν και να συμμετέχoυν σε πoλιτικά κόμματα, πoυ η oργάνωση και η δράση τoυς oφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτoυργία τoυ δημoκρατικoύ πoλιτεύματoς. Όπως δεν χρηματοδοτείται ο απλός πολίτης, για να κάνει την προπαγάνδα της προσωπικής του άποψης, έτσι δεν δικαιούνται και τα κόμματα χρηματοδότηση.
 Τα κόμματα δεν αποτελούν θεσμούς, τους οποίους έχει την υποχρέωση να τους συντηρεί το κράτος. Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι προφανώς αντισυνταγματική η συμπληρωματική διάταξη του ίδιου νόμου. ’ρθρο 29.**2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Γιατί είναι αντισυνταγματική; Γιατί απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των πολιτών. Απειλεί ένα από τα πλέον βασικά και μη επιδεχόμενα αναθεώρησης άρθρο του Συντάγματος. ’ρθρo 4.1. Oι Έλληνες είναι ίσoι ενώπιoν τoυ νόμoυ. 2. Oι Έλληνες και oι Eλληνίδες έχoυν ίσα δικαιώματα και υπoχρεώσεις. Όταν κόμμα μπορεί και έχει δικαίωμα να δημιουργήσει ο κάθε πολίτης, ευνόητο είναι ότι υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός, όταν στον αγώνα του θα έχει ν' ανταγωνιστεί εκτός από τις απόψεις του αντιπάλου του και τα κρατικά χρήματα. Δεν είναι δυνατόν, όταν κάποιος προσπαθεί να πείσει τον συμπολίτη του με ιδέες, κάποιος άλλος να τον "πείθει" με βολέματα. Είναι τόσο παράλογο, που ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να το καταλάβει. Είναι σαν να βάζουμε στους οικογενειακούς κανονισμούς τον όρο ότι ο "αγαπημένος" γιος του πατέρα θα τρώει τα πολλαπλάσια από τα αδέρφια του και θα εισπράττει πολλαπλάσιο χαρτζιλίκι. Είναι λογική οικογένεια αυτή; Πώς είναι δυνατόν να είναι λογικό το κράτος, όταν κάνει κάτι ανάλογο;
Εδώ μπορεί να καταλάβει ο αναγνώστης πώς κατάφεραν οι πονηροί και στην "αυγή" της μεταπολίτευσης "ακύρωσαν" ένα πανίσχυρο Σύνταγμα. Αυτές ήταν οι αναθεωρήσεις Συντάγματος, τις οποίες ψήφιζαν μόνοι τους οι δημοκράτες βουλευτές μας, που πάντα υποστηρίζουν τις αποφάσεις των ιδιοκτητών των κομματικών "στάβλων". Οι βουλευτές, που, για να σώσουν την θεσούλα τους, υπακούν σε όποιον τους τις εξασφαλίζει. Αυτή είναι η δημοκρατία όπως την αντιλαμβάνονται οι "Μητσοτάκηδες". Αυτές είναι οι παράνομες διατάξεις που έπρεπε κάποτε να κρίνει με βάση το Σύνταγμα η "ανεξάρτητη" δικαιοσύνη και δεν το έκανε. Γι' αυτόν τον λόγο τρέμει σήμερα το κράτος τη δίκη της τρομοκρατίας, που αποκαλύπτει τις παρανομίες του. Φοβάται την αντίδραση των πολιτών, που θα θέσουν εκ νέου υπό κρίση όλους τους νόμους που οδήγησαν στην "αρρώστια" του κράτους. Όλους τους νόμους, που επέτρεψαν στην εξουσία να ασυδοτεί και άρα να "παράγει" και την τρομοκρατία.
Όταν η πολιτική "δράση" είναι παράνομη, είναι θέμα χρόνου να εμφανιστεί η επίσης παράνομη "αντίδραση". Όταν μία νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση έχει ρημάξει τον τόπο, επειδή της το επιτρέπουν οι δικοί της νόμοι, είναι θέμα χρόνου να εμφανιστεί η τρομοκρατία. Είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί η λαϊκή οργή, που κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εκδηλωθεί κάθε φορά. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να καταλάβουν κάποιοι "αγαθοί" εξουσιαστές ότι η τρομοκρατία δεν είναι φαινόμενο που δικαιολογείται μόνον στις χούντες. Δεν δικαιολογείται μόνον η δική τους τρομοκρατία, που εξαργυρώνουν κάθε μέρα. Η τρομοκρατία δικαιολογείται και στις ψευδο­δημοκρατίες, που λειτουργούν ως "χούντες". Κατάλαβαν οι ηγέτες μας, που εντελώς παράνομα κατάφεραν και μας έπεισαν κάποτε ότι το χρηματιστήριο θα πάει στις 7000 μονάδες; Όταν αυτό πέφτει στις 1400 μονάδες, κάποιοι θα βγάλουν πιστόλια και δεν θα φταίνε οι ίδιοι. Όταν την εξουσία σου τη χρησιμοποιείς για να ευνοήσεις τους "κολλητούς" σου, πρέπει να ξέρεις ότι κινδυνεύεις καί εσύ καί αυτοί. Όταν εξανεμίζονται περιουσίες και "θολώνουν" νεανικά όνειρα, υπάρχει κίνδυνος.
Αυτός είναι ο λόγος που μιλάμε για μηνύσεις και όχι επειδή είμαστε δικομανείς. Προσπα­θούμε να προλάβουμε τα χειρότερα. Η μήνυση είναι το τελειότερο μέσο για να στραφεί κάποιος κατά της εξουσίας. Είναι το τελειότερο, γιατί είναι αναίμακτο και γιατί την αναγκάζει να έρθει σε σύγκρουση με τον ίδιο τον νόμο. Γιατί; Γιατί —όπως είπαμε σε άλλο σημείο— είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο, πριν εκδικάσει μια υπόθεση που αφορά τα πρόσωπα, να κρίνει τον ίδιο τον νόμο. Μία μήνυση κατά των κομμάτων για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος θα θέσει υπό κρίση τον νόμο περί χρηματοδότησής τους. Στην περίπτωση αυτήν εύκολα αποδεικνύεται η αντισυνταγματικότητα της συνταγματικής διάταξης. Εύκολα αποδεικνύεται ότι η συνταγματική "τσόντα" απειλεί θεμελιώ­δεις και μη αναθεωρήσιμες διατάξεις του Συντάγματος. Εύκολα αποδεικνύεται ότι η ύπαρξή της, πέρα από το ότι απειλεί την ισονομία και την ισοπολιτεία μεταξύ των πολιτών, είναι το αίτιο για να "καπελώνονται" όλες οι εξουσίες από την εκτελεστική εξουσία.
Από την κατάργησή της δεν απειλείται το Σύνταγμα και βέβαια η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας μας. Τα πράγματα είναι απλά με τα κόμματα και τα έξοδα που συνεπάγεται η λειτουργία τους. Αν θέλουν οι οπαδοί τους, μπορούν να γίνουν "αιμοδότες" τους, αλλά όχι το ίδιο το κράτος. Σ' ό,τι αφορά την ψευδοεπιχειρηματολογία, ότι αυτό γίνεται για να προστατεύσουν την πολιτική ζωή από τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αυτά είναι ηλιθιότητες. Γιατί; Γιατί τα ιδιωτικά συμφέροντα δεν χρηματοδοτούν τα κόμματα για πλάκα ή από "αγάπη". "Επενδύουν" κι αυτό σημαίνει ότι αναζητούν ανταπόδοση. Αυτό όμως είναι πάντα παράνομο, όταν εκδηλώνεται ως φαινόμενο. Όποιος θέλει μπορεί να χρηματοδοτεί όποιον θέλει. Όποιος όμως στη συνέχεια ζητήσει ως ανταπόδοση κάτι παράνομο από αυτόν που χρηματοδότησε, θα πρέπει να πηγαίνει φυλακή.
Σήμερα οι ιδιώτες χρηματοδοτούν αδρά τα κόμματα, γιατί περιμένουν "δώρα", όταν αυτά αναλάβουν την εξουσία. Σήμερα οι ιδιώτες τα χρηματοδοτούν, γιατί θεωρούν δεδομένο ότι όποιος έχει την εξουσία στην Ελλάδα μπορεί να "βοηθάει" χωρίς πρόβλημα τους "κολλητούς του. Το θεωρούν δεδομένο, γιατί γνωρίζουν ότι η εκτελεστική εξουσία ελέγχει τη δικαστική εξουσία που τους απειλεί. Αν πάψουν να περιμένουν "δώρα", θα πάψουν ν' αποτελούν απειλή για τη δημοκρατία μας. Αν η δικαιοσύνη αφεθεί ελεύθερη να κυνηγήσει την παρανομία, θα κλείσουν οι "στρόφιγγες" που γεμίζουν χρήματα τα κομματικά ταμεία. Αν αυτά αδειάσουν, θα "ξεφουσκώσει" το θηρίο του κομματισμού, που καταστρέφει τη δημοκρατία μας. Αυτή είναι η τιμωρία εκείνων που απολαμβάνουν το βουλευτικό άσυλο και τους προστατεύει ο νόμος από ποινικές ευθύνες για τις όποιες πολιτικές επιλογές τους.
Αντιλαμβανόμαστε ότι, ακόμα και για τις πιο ιδιόμορφες περιπτώσεις, νόμοι υπάρχουν, για να βρει ο πολίτης το δίκιο του. Το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι νόμοι δεν εφαρμόζονται. Αφού τελειώσουμε μ' αυτούς, που από τον νόμο δεν έχουμε δικαίωμα να τους απειλήσουμε άμεσα με τιμωρία, στη συνέχεια θα στραφούμε εναντίον αυτών, για τους οποίους έχουμε αυτό το δικαίωμα. Ως πολίτες μπορούμε να κινηθούμε εις βάρος των επίορκων κρατικών υπαλλήλων, σε όποιο επίπεδο κι αν λειτουργούν αυτοί. Γιατί; Γιατί μας το επιτρέπει το Σύνταγμα. Όλοι αυτοί ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα. Όταν δεν το σέβονται, όχι απλά διώχνονται με τις κλωτσιές από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά πηγαίνουν φυλακή. Δικό μας θέμα είναι να "καθαρίσουμε" τον κρατικό μηχανισμό από τους επίορκους υπαλλήλους. Δικό μας θέμα είναι να τους στείλουμε στη φυλακή. Από τη στιγμή που οι ειδικοί μηχανισμοί του κράτους δεν εξασφαλίζουν το εύρυθμο της λειτουργίας του, είναι δική μας δουλειά να τους βάλουμε στο "σκαμνί". Από τον πιο ισχυρό μέχρι τον πιο ασήμαντο υπάλληλο που εργάζεται για λογαριασμό μας. Γι' αυτό μιλήσαμε για ολοκλη­ρωτικά "σάπιο" κράτος.
Το κράτος είναι διεφθαρμένο από την κορυφή μέχρι τη βάση και σήμερα μπορούμε να τιμωρήσουμε τη διαφθορά. Αυτή η μοναδική ευκαιρία να το "καθαρίσουμε" μας δίνεται εξαιτίας της δίκης της τρομοκρατίας. Γιατί; Γιατί σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εμφανίστηκαν οι επίορκοι, που δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Έχουμε πλέον τα στοιχεία που αποδεικνύουν με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους. Από τις πρώτες συλλήψεις μέχρι σήμερα μας προσφέρουν στοιχεία οι επίορκοι. Μας προσφέρουν στοιχεία, για να τους καθίσουμε πραγματικά στο "σκαμνί" της δικαιοσύνης. Θα ξεκινήσουμε τη διερεύνηση από "χαμηλά" και θα φτάσουμε με βάση αυτά τα στοιχεία όσο πιο "ψηλά" γίνεται.
Είναι επίορκοι και πρέπει να διωχθούν από τον κρατικό μηχανισμό οι εξής: Κάποιοι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί της αστυνομίας, εφόσον αυτοί αποδεδειγμένα έδιναν απόρρητες πληροφορίες σε δημοσιογράφους. Η ηγεσία της αστυνομίας, γιατί αποδειγμένα αυτήν ήταν που διέρρευσε το προανακριτικό υλικό της υπόθεσης της τρομοκρατίας. Όταν πρόσβαση σ' αυτό το υλικό είχαν μόνον αυτοί, ήταν αδύνατον να κάνει τη "διαρροή" κάποιος άλλος. Πρέπει μαζί μ' αυτούς να δικαστούν καί ο πολιτικός καί ο δικαστικός προϊστάμενός τους. Να παραιτηθεί ο υπουργός δημόσιας τάξης και να δικαστεί για παράβαση καθήκοντος με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Να εκδιωχθεί από το σώμα των εισαγγελέων και να τιμωρηθεί ως επίορκος ο προϊστάμενος της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας εισαγγελέας Διώτης. Γιατί; Γιατί ο πρώτος επέτρεψε την παρανομία των διωκτικών αρχών και έδωσε πολιτικό ρόλο σε απλά ένστολα "όργανα" του κράτους και ο δεύτερος γιατί απήγαγε πολίτη και υπέπεσε σε σωρεία εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Όπως το Σύνταγμα δεν δικαιολογεί το πολιτικό έγκλημα, έτσι δεν δικαιολογεί και το "…ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", που ένας επίορκος υπάλληλος μπορεί να επικαλεστεί σαν δικαιολογία.
Στη συνέχεια να διωχθούν από το δικαστικό σώμα και να δικαστούν ως επίορκοι με την κατηγορία της απιστίας και οι τακτικοί δικαστές, που ανέλαβαν κατά παράβαση του Συντάγματος να εκδικάσουν την υπόθεση της τρομοκρατίας. Να διωχθούν από το δικαστικό σώμα και να δικαστούν για επιορκία αυτοί που σήμερα στελεχώνουν την ηγεσία του συστήματος δικαιοσύνης. Μαζί μ' αυτούς να παραιτηθεί και να δικαστεί για παράβαση καθήκοντος και ο υπουργός δικαιοσύνης. Αυτά όλα, όσο κι αν φαίνονται υπερβολικά, είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του πολίτη να τα επιτύχει. Ακόμα και μόνος του ένας πολίτης μπορεί με απλές μηνύσεις να ξεκινήσει το "ξεκαθάρισμα" στους κόλπους του κράτους. Δική του δουλειά είναι αυτή, γιατί αυτό το κράτος του ανήκει και αυτός πληρώνει το κόστος της λειτουργίας του. Όταν βλέπει ότι οι εσωτερικοί μηχανισμοί ασφαλείας δεν λειτουργούν, πρέπει ως ιδιοκτήτης να επέμβει. Αυτό έχει το κόστος του. Το κόστος που πρέπει να πληρώσουν οι πολίτες. Ένα κόστος, που, για όσο διάστημα η εξουσία θα έχει συγκρουόμενα συμφέροντα με τον πολίτη, θα δίνει νόημα στη φράση "…θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία".
Το κόστος αυτό αφορά καί αυτούς που φοβούνται το κράτος και δεν επιθυμούν να συγκρουστούν μαζί του, αλλά καί αυτούς που δεν το φοβούνται και βρίσκονται μόνιμα σε θέση μάχης. Σ' ό,τι αφορά τους πρώτους συμβαίνει το εξής: Όποιος φοβάται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, κάθεται σπίτι του και δεν έχει απαιτήσεις. Ό,τι του αρμόζει, αυτό παίρνει. Ό,τι περισσεύει από τα "παμφάγα" της εξουσίας, αυτό παίρνει. Όποιος φοβάται κάθεται σπίτι του και βλέπει "big brother". Κάθεται και βλέπει τον κάθε "Σόμπολο" να μετράει τη θερμοκρασία του αίματός του, κάθε φορά που αντικρίζει τους κατηγορούμενους. Όταν στη συνέχεια θα του κλέβουν τη σύνταξη, να κάθεται καί σιωπηλός καί να μην διαμαρτύρεται, γιατί ο ίδιος είναι υπεύθυνος για την κακή του τύχη. Όταν θα υποφέρει από την ασιτία, να κάθεται και να βλέπει στην τηλεόραση τις δεξιώσεις των "μανδαρίνων". Σε τέτοιους πολίτες τέτοια δημοκρατία αντι­στοιχεί.
Δεν μπορείς να ζεις ως φοβισμένος ποντικός και να διεκδικείς "τροφή" λεόντων. Πρέπει ν' αφήσεις την ασφάλεια της "τρύπας" σου και να βγεις στο "ξέφωτο" για να τη διεκδικήσεις. Δεν μπορείς να περιμένεις πάντα από τους άλλους να βγάλουν το "φίδι" από την τρύπα. Αυτούς που, όταν με το οποιοδήποτε πρόσχημα τούς συλλάβει το σύστημα, θα τους εγκαταλείψεις στην τύχη τους. Όταν είσαι δειλός, θ' απολαμβάνεις τη δημοκρατία των δειλών. Θα έχεις πάντα απέναντί σου ένα κράτος που θα αρνείται μόνιμα να κάνει το καθήκον του. Γιατί; Γιατί αυτό ευνοεί τους "κολλητούς" του. Για να σε αναγκάζει, ακόμα κι όταν διεκδικείς τα προφανή, να "ταΐζεις" δικηγόρους. Για να σε αναγκάζει για τα ίδια προφανή να παρακαλάς δημοσιογράφους. Οι δικηγόροι θα παριστάνουν τους "σωτήρες" σου και θα "ροκανίζουν" την περιουσία σου και οι δημοσιογράφοι θα παριστάνουν τους "σωτήρες" σου και θα "ροκανίζουν" την αξιοπρέπειά σου. Για να βρεις το δίκιο σου, είτε θα πρέπει να υποστείς οικονομική αιμορραγία είτε να παριστάνεις στις τηλεοράσεις την "αρκούδα".
Τα ίδια περίπου ισχύουν και γι' αυτούς που κατά τα φαινόμενα δεν φοβούνται το κράτος και βρίσκονται μόνιμα σε θέση μάχης εναντίον του. Από τη στιγμή που βγαίνεις στους δρόμους και ασκείς βία και καταστροφή, το ίδιο βίαιο και καταστροφικό κράτος δικαιούσαι. Δεν μπορείς να διεκδικείς δίκαιο κράτος και να είσαι άδικος με τους συμπολίτες σου, καίγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά σου. Δεν μπορείς με τη δική σου αναίτια βία να δίνεις το μόνιμο "άλλοθι" στο κράτος να γίνεται βίαιο σε όλες τις εκφάνσεις του. Δεν μπορείς να ζητάς από το κράτος να παρανομήσει και να έχεις απαίτηση να είναι δίκαιο. Όταν, παρακάμπτοντας κάθε έννοια περί δικαίου, ζητάς την απελευθέρωση κατηγορουμένων που πρέπει να δικαστούν, "ζητάς" παρανομία. 
Αυτό είναι τελείως διαφορετικό πράγμα από το να βγεις ειρηνικά στο δρόμο και να διαδη­λώσεις την ανάγκη σου για δικαιοσύνη. Να απαιτήσεις μια δίκαιη δίκη για τους κατηγορούμενους, αλλά όχι μόνον αυτό. Να απαιτήσεις να εφαρμοστεί και το πλαίσιο που θα κάνει μόνιμη κατάσταση αυτήν τη δικαιοσύνη, είτε αυτό σε συμφέρει είτε όχι. Είδαμε πολίτες να διαδηλώνουν υπέρ των τρομοκρατών. Δεν είδαμε όμως να διαδηλώνουν υπέρ της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Δεν είδαμε τους πολίτες να προσπαθούν να προστατεύσουν τη δικαστική εξουσία από τα αρπακτικά της εκτελεστικής εξουσίας. Τους είδαμε να καίνε κάδους σκουπιδιών και είναι βέβαιον ότι θα τους δούμε και στις εκλογές να υπερασπίζονται κόμματα. Όταν αγωνίζεσαι για τη δημοκρατία του συμφέροντος, αυτήν τη δημοκρατία "εισπράττεις". Τη δημοκρατία που υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών. 
’ποψη του γράφοντος είναι ότι δεν θα πάει μακριά αυτήν η κατάσταση. Βρισκόμαστε λίγο πριν από ένα θεαματικό κι απρόβλεπτο στην εξέλιξή του τέλος. Όταν η εξουσία έχει ως πρωτοπαλίκαρά της δικηγόρους και δημοσιογράφους, δεν επιβιώνει επί μακρόν, χωρίς ν' αλλάξει συμπεριφορά. Αυτοί οι προστάτες της είναι αέρας κοπανιστός. Μοιάζουν με τις "τσατσάδες" στους οίκους ανοχής. Όταν όλα πάνε καλά, αρπάζουν το μερίδιο του λέοντος από τις εισπράξεις. Όταν όλα πάνε καλά, εξαργυρώνουν τις ευγένειες και τις απειλές. Όταν αρχίσουν να πέφτουν οι "φάπες", εξαφανίζονται. Πιο πολύ αγωνίζονται οι πόρνες, παρά αυτές.
Εδώ βέβαια βρίσκεται και το στρατηγικό σφάλμα της ελληνικής εξουσίας. Η ασχετοσύνη των εξουσιαστών, σε συνδυασμό με την απληστία των "διαπλεκομένων", στέρησαν από την εξουσία τον πιο ισχυρό στρατηγικό της σύμμαχο, που είναι η κεφαλαιοκρατία. Οι αστοί εξουσιαστές νόμισαν ότι τους συμφέρει περισσότερο να δημιουργήσουν αστούς μεγαλοπαράγοντες της οικονομίας. Πίστεψαν ότι αυτό τους βόλευε περισσότερο, εφόσον "ξεκοκάλιζαν" τη δημόσια περιουσία. Οι "τσατσάδες" έπεισαν τις "πόρνες" ότι δεν χρειάζονται "προστάτη", που θα παίρνει μερίδιο από τις εισπράξεις. Έβγαλαν τους βιομηχάνους από το "παιχνίδι" και στην ουσία τους κατέστρεψαν με τη μορφή της οικονομίας που υιοθέτησαν. Αυτό το οποίο δεν διέβλεψαν είναι το τι θα γινόταν όταν θα ερχόταν η "κακή" ώρα. Η ώρα της "φάπας". Ποιος θα προστατεύει τις "τρελές"; Γι' αυτόν τον λόγο είπαμε ότι   η ελληνική εξουσία έκανε σφάλμα στρατηγικής. Έβγαλε από το "παιχνίδι" την κεφαλαιοκρατία —που πάντα την προστάτευε— και έμεινε με την προστασία δικηγόρων και δημοσιο­γράφων. Οι "αεριτζήδες" θα προστάτευαν τους "αεριτζήδες". Τώρα που ο λαός είναι κατεστραμμένος και θυμωμένος, ας περιμένουν τις "φάπες". Ούτε φαντάζονται μερικοί νεόπλουτοι της εξουσίας πόσο κοντά βρίσκονται οι λαϊκές συνοικίες στο "Κολωνάκι".

Υ.Γ. 1 
Σ' ό,τι αφορά το αστυνομικό μέρος της δίκης, ο γράφων πιστεύει αυτό το οποίο πιστεύει το μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού λαού. Η τρομοκρατία δεν έχει πραγματικά εξαρθρωθεί. Αυτοί οι οποίοι δικάζονται σήμερα δεν είναι η πραγματική 17 Νοέμβρη. Γιατί; Γιατί δεν μπορούν να μας πείσουν ότι κατέχουν τη θεωρητική κατάρτιση που απαιτούσε η στρατηγικότητα των χτυπημάτων της και ταυτόχρονα ως άτομα δεν έχουν τα σωματικά χαρακτηριστικά που απαιτούσαν οι επιχειρησιακές της ανάγκες. Για τον γράφοντα η 17 Νοέμβρη είναι μια επιχείρηση ξένων μυστικών υπηρεσιών. Υπηρεσιών, που είχαν στόχο να "παράγουν" πολιτική μέσα στην Ελλάδα, χωρίς να προκαλούν αντιδράσεις. Η πραγματική 17 Νοέμβρη είναι αυτή που σκότωσε τον Γουέλς, τον Μάλλιο, τον Πέτρου, τον Μπακογιάννη και τον Σόντερς. Αυτή που διάπραξε τους φόνους οι οποίοι "παρήγαγαν" πολιτική και ωφελούσαν τόσο τους εξουσιαστές μας όσο και τους ιμπεριαλιστές. Όποιος τους βρει αυτούς, θα βρει τη 17 Νοέμβρη.
Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι για μερικές από αυτές τις δολοφονίες ήταν αδύνατον —λόγω ηλικίας— να είναι υπεύθυνοι και για τις υπόλοιπες αποδεικνύεται ότι είναι άσχετοι. Οι καταθέσεις τους, ακόμα και στις περιπτώσεις που αναλαμβάνουν τις ευθύνες για κάποια από αυτές τις ενέργειες, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα που κατέθεσαν οι αυτόπτες μάρτυρες.
Σ' ό,τι αφορά τις υπόλοιπες δραστηριότητες που αποδίδονται σ' αυτήν την οργάνωση, τα πράγματα είναι απλά. Μπορεί να έγιναν για άλλους λόγους από τρίτους, που μπορεί να είναι και οι κατηγορούμενοι. Μπορεί η 17 Νοέμβρη να μοίραζε "φασόν" επιχειρήσεις, για να τις εκμεταλ­λευτεί σε μια περίπτωση όπως η σημερινή. Όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να κλείσει τον "κύκλο" της και ν' αφήσει πίσω της ενόχους.
Είναι δυνατόν αυτός ο οποίος θεωρητικά συνέταξε τις προκηρύξεις, να χρειάζεται το βιβλίο των προκηρύξεων, για να "δηλώσει" τις θέσεις της οργάνωσης; Είναι δυνατόν ένας ασθματικός και ένας υπέρβαρος να σκότωσαν τον Μπακογιάννη στο κέντρο της Αθήνας; Πού είναι ο "έγχρωμος" που είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες στη δολοφονία του Σόντερς; Στο βιβλίο "Η μπαμπούσκα της τρομοκρατίας" ο γράφων περιγράφει ακριβώς ποιοι είναι κατά την άποψή του η πραγματική 17 Νοέμβρη.

Υ.Γ. 2

Κουίζ…

για τους διάσημους δικηγόρους της πολιτικής αγωγής

και τους "έγκριτους" δημοσιογράφους των γνωστών "συγκροτημάτων".

Έστω ότι συλλαμβάνονται οι δολοφόνοι του Τσίτζιτζ κι αποδεικνύεται ότι είναι κοινοί κακοποιοί. Σωματέμποροι, ληστές κλπ.. Η δολοφονία του Σέρβου πρωθυπουργού είναι πολιτικό έγκλημα ή όχι; Από τη στιγμή που η πράξη τους είχε ως στόχο τον εκφραστή μιας πολιτικής και μέσω αυτής της πράξης θ' αλλάξει —έστω και στοιχειωδώς— αυτή η πολιτική στη Σερβία, αυτομάτως το έγκλημά τους είναι πολιτικό έγκλημα. Γιατί; Γιατί παρακάμπτονται τα θεσμικά όργανα της δημοκρατίας και "παράγεται" πολιτική. Γιατί επηρεάζει τη ζωή του σερβικού λαού στο όνομα κάποιων άλλων συμφερόντων. Είτε αυτά είναι τα συλλογικά συμφέροντα του υποκόσμου είτε τα συλλογικά συμφέροντα μιας ιδεολογίας, είναι το ίδιο πράγμα. Κάποιοι μόνοι τους και με τη βία επηρεάζουν τη ζωή ενός ολόκληρου λαού, χωρίς να τον "ρωτήσουν". Επηρεάζουν ένα ολόκληρο πολιτικό σκηνικό, χωρίς να έχουν τη νομιμοποίηση της ψήφου του λαού. Αν τώρα θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο σερβικός λαός αγωνιά για την επιβίωσή του και αυτοί οι "κουμπουροφόροι" τον οδηγούν στην απόλυτη εξαθλίωση με την "παραπολιτική" παραγωγή τους, προκύπτει το εξής ερώτημα. Πού συμφέρει αυτούς τους κακοποιούς να δικαστούν; Σε τακτικό δικαστήριο ενός διεφθαρμένου κράτους, με το οποίο είναι δεδομένο ότι έχουν "στενές" σχέσεις ή σε μεικτό ορκωτό, έχοντας απέναντί τους εξοργισμένους πολίτες;
Αν αυτό το "προβάλλουμε" στην ελληνική πραγματικότητα, τι προκύπτει; Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι ήταν σε όλη τους τη ζωή κοινοί κακοποιοί, η δολοφονία του Μπακογιάννη τι ήταν; Δεν ήταν πολιτικό έγκλημα; Εξαιτίας αυτής της δολοφονίας δεν "παράχθηκε" πολιτική; Δεν οδήγησε σε πολιτικές συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις; Ο Μητσο­τάκης, εξαιτίας εκείνης της δολοφονίας δεν έγινε πρωθυπουργός; Δεν άλλαξε η βούληση του ελληνικού λαού εξαιτίας εκείνης της ενέργειας; ’ρα ήταν πολιτικό έγκλημα, που έγινε στο όνομα κάποιων συμφερόντων, που προφανώς δεν έχουν σχέση με τα νόμιμα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Έγιναν επιλογές από μη νόμιμα κέντρα εξουσίας. Δεν πρέπει να ψάξουμε να βρούμε ποια είναι αυτά τα κέντρα που μας κατευθύνουν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη μας; Θα αρκεστούμε να τιμωρήσουμε τα "όργανά" τους. Τι θα κερδίσει ο λαός από τη δίκη αυτήν;
Αν ο ελληνικός λαός, όπως μας λέει η κυβέρνηση, μισεί την τρομοκρατία και την αντιλαμβάνεται ως μάστιγα, γιατί δεν του παραδίδει τους τρομοκράτες να τους δικάσει; ’ρα, είτε λέει ψέματα για τα πιστεύω του ελληνικού λαού είτε φοβάται μήπως αυτός ο λαός εκλάβει τη δίκη ως ευκαιρία για να τιμωρήσει την εξουσία. Γι' αυτό προτείνουμε στους κουτοπόνηρους δικολάβους να παρατήσουν τις εξυπνάδες τύπου "λήσταρχος Νταβέλης και Γιαγκούλας" και τα άλλα φαιδρά. Ακόμα κι έναν σκύλο να βάλεις να επιτεθεί σε έναν πρωθυπουργό, για να εξαλειφθεί μία πολιτική, υπάρχει πολιτικό έγκλημα. Οι ιστορικοί τα πολιτικά εγκλήματα τα αξιολογούν ανάλογα με το πού οδήγησαν έναν λαό και όχι με το αν οι εγκληματίες ήταν πλυμένοι ή άπλυτοι. Ας μάθουν πρώτα οι δικηγόροι να κάνουν καλά τη δική τους δουλειά και μετά ας μας πούνε ποια είναι η δουλειά των ιστορικών.
 
            Παναγιώτης Τραϊανού
Δημιουργός της θεωρίας του ΥΔΡΟΧΟΟΥ
http://www.ydrohoos.gr/diki17n.htm 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου