a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Η τραπεζική Απάτη

Αποκαλύπτουμε την ... τραπεζική απάτη

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Στο τέλος αυτής της ιστορίας θα μάθετε την αιτία που υπάρχει ο κόσμος.

Σε έναν μακρινό πλανήτη, πολύ μακριά από τη μικρή μας Γη, ζούσε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε αυτό το μυστικό. Έμενε σε ένα φτωχικό σπίτι, με λίγα έπιπλα και εκεί δεχόταν κάθε μέρα απεσταλμένους από όλο το σύμπαν που πρόσμεναν να τους αποκαλύψει τη γνώση για το ποια ήταν η αιτία της ζωής. Εκατοντάδες διαστημόπλοια πηγαινοέρχονταν και άφηναν επισκέπτες. Κάθε μέρα δέκα απεσταλμένοι έμπαιναν στο σπίτι του, έτρωγαν μαζί του ένα πιάτο φαΐ, έπιναν ένα ποτήρι κρασί και περνούσαν την υπόλοιπη μέρα παρατηρώντας τον να κάθεται σκεπτικός χωρίς να βγάζει ούτε μία λέξη από το στόμα του.
Ο Ιγνάτιος ήταν ο εκλεκτός του δικού του πλανήτη και περίμενε οχτώ μήνες υπομονετικά στον περίβολο του σπιτιού μέχρι να τον δεχτεί ο σοφός. Κάθε μέρα έβλεπε δέκα ανθρώπους να μπαίνουν γεμάτοι ενθουσιασμό στο πέτρινο σπίτι και κάθε νύχτα έβλεπε τους ίδιους δέκα ανθρώπους να βγαίνουν απογοητευμένοι, αφού κανείς τους δεν είχε μάθει το μυστικό που τόσο αποζητούσαν.
Όταν ήρθε η σειρά του, ο Ιγνάτιος στάθηκε μπροστά στην είσοδο και διάβασε για άλλη μια φορά την επιγραφή που όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει.

Το μυστικό είμαι εγώ που σε περιμένω

Είχαν γραφεί χιλιάδες σελίδες για αυτή τη φράση, αλλά κανείς ακόμα δεν είχε καταφέρει να αποκαλύψει τη σημασία της. Ο Ιγνάτιος μπήκε γεμάτος δέος στο σπιτάκι και είδε το σοφό, που αν και ήταν πολύ ηλικιωμένος, έδειχνε απόλυτα νηφάλιος και ήρεμος καθώς οι επισκέπτες κάθονταν γύρω του και περίμεναν να μιλήσει. Όλοι είχαν ακούσει ότι ποτέ δεν έλεγε τίποτε, αλλά και όλοι πίστευαν μέσα τους ότι είναι οι εκλεκτοί και αυτή τη φορά θα μάθαιναν το μεγάλο μυστικό. Όμως, η μέρα πέρασε σαν νερό χωρίς ο σοφός να ανοίξει το στόμα του. Όταν ήρθε η νύχτα, ο Ιγνάτιος σηκώθηκε στενοχωρημένος και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, όπου είδε για πρώτη φορά την επιγραφή που βρισκόταν πάνω από την ξύλινη πόρτα.


Το μυστικό είσαι εσύ που φεύγεις

Όταν βγήκε έξω μαζί με τους υπόλοιπους, ο ουρανός ήταν ξάστερος και γεμάτος από μικρές σπίθες που δύσκολα πίστευες ότι ήταν φλεγόμενοι ήλιοι που ζέσταιναν ανθρώπους σε κάποιους μακρινούς πλανήτες. Ο Ιγνάτιος κάθισε στο κρύο, σκληρό χώμα και σκέφτηκε τη φράση που μόλις είχε διαβάσει. Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες έμεινε εκεί. Άλλοι λένε μία μέρα, άλλοι μερικούς μήνες ενώ υπάρχουν πολλοί που λένε ότι ο Ιγνάτιος έμεινε τρία χρόνια έξω από το σπίτι του σοφού, πίνονταν λίγο νερό και τρώγοντας ένα πιάτο φαΐ. Το σίγουρο είναι ότι μια μέρα έκατσε μπροστά στην πόρτα και ξαναμπήκε στο σπίτι. ¨Έμεινε όλη την μέρα μέσα, αλλά το βράδυ δεν βγήκε μαζί με τους υπόλοιπους. Κάθισε δίπλα στο σοφό και περίμενε, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Τότε ο σοφός χαμογέλασε, έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε το μεγάλο μυστικό. Την άλλη μέρα ο σοφός χάθηκε από το σπίτι, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε, αλλά όλοι ξέρουν ότι τώρα στη θέση του βρίσκεται ο Ιγνάτιος, ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει το γιατί υπάρχει ο κόσμος, και κάθε μέρα δέκα άνθρωποι μπαίνουν μέσα στο σπίτι του ελπίζοντας ότι θα τους αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό.


«…..που, ….ναι αλή……το;».
Ο Ιωάννης κούνησε λίγο το ακουστικό στο αυτί του. Μάλλον ήθελε αλλαγή η μπαταρία.
«Τι είπες παιδί μου;»
«Είναι αλήθεια αυτό;»
«Μα φυσικά».
Ο Βαγγελάκης τον κοίταξε με δυσπιστία. Μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο κριτικός. Αντίθετα η Μαιρούλα ήταν ενθουσιασμένη.
«Παππού, εσύ το ξέρεις το μυστικό;»
«Το ξέρω, είπε ο Ιωάννης..
«Θα μας το πεις;»
«Θέλετε;», ρώτησε ο Ιωάννης.
«Ναιιιιιιιι», είπαν και τα δυο μικρά με δυνατή φωνή,
«Πιο σιγά. Λοιπόν, θα κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα σας πω το μυστικό και εσείς θα κοιμηθείτε. Σύμφωνοι;»
«Ναι», είπαν τα εγγονάκια του.
Ο Ιωάννης ξερόβηξε, άνοιξε διάπλατα τα χέρια του, άλλαξε επίτηδες τη φωνή του και ξεκίνησε:
«Το μεγάλο μυστικό, λοιπόν, η εξήγηση που ο ήλιος ανατέλλει, ο λόγος που η Γη γυρίζει, και η αιτία που οι άνθρωποι ζουν είναι…..»
Τα δυο παιδάκια τον κοιτούσαν με αγωνία καθώς σταμάτησε στο πιο κρίσιμο σημείο.
«….είναι η ελπίδα», είπε ο Ιωάννης, «και τώρα γρήγορα κάτω από τις κουβέρτες».
Τα μικρά χώθηκαν στα σκεπάσματα και ο Ιωάννης έκλεισε το φως και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο πριν αρχίσουν τις ερωτήσεις. Περπάτησε μέχρι την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο καιρός ήταν ακόμα ζεστός και ο ουρανός ξάστερος. Σκέφτηκε τα μικρά που μεγάλωναν γεμάτα ενθουσιασμό για να ανακαλύψουν τον κόσμο τους και ζήλεψε. Δεν χρειαζόταν να τους πει τίποτα παραπάνω. Κάποια στιγμή θα καταλάβαιναν μόνα τους τι είχε παραλείψει από το μεγάλο μυστικό του κόσμου. Από την ελπίδα ότι, σε κάποιο μακρινό μέρος, υπάρχει κάποιος που ξέρει αυτό το μυστικό και μια μέρα θα είναι αρκετά σπλαχνικός ώστε να σκύψει πάνω από τον μικρό μας πλανήτη και να μας το ψιθυρίσει απαλά.
Ξαφνικά ο Ιωάννης ένοιωσε να πέφτει η θερμοκρασία. Άρχισε να κρυώνει και του φάνηκε σαν ο άνεμος να είχε δυναμώσει υπερβολικά. Το σώμα του μούδιασε, σχεδόν παρέλυσε, σαν ένα γιγάντιο χέρι να τον είχε αγκαλιάσει. Τα άστρα άρχισαν να τρεμοπαίζουν λες και κάποιος τα μετακινούσε, και νόμισε ότι άκουσε μια γλυκιά φωνή
«Το..στικο…ναι….ιδα….».
Τα λόγια έσβησαν μαζί με τον ψυχρό άνεμο και ο Ιωάννης έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτώντας τα αστέρια που έδειχναν να επανήλθαν στη θέση τους. Να μην ξεχάσω να αλλάξω μπαταρία, σκέφτηκε ο και ξαναμπήκε στο σπίτι χαμογελώντας.


ΤΕΛΟΣ
Το μυστικό της Ζωής

Στο τέλος αυτής της ιστορίας θα μάθετε την αιτία που υπάρχει ο κόσμος.

Σε έναν μακρινό πλανήτη, πολύ μακριά από τη μικρή μας Γη, ζούσε ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε αυτό το μυστικό. Έμενε σε ένα φτωχικό σπίτι, με λίγα έπιπλα και εκεί δεχόταν κάθε μέρα απεσταλμένους από όλο το σύμπαν που πρόσμεναν να τους αποκαλύψει τη γνώση για το ποια ήταν η αιτία της ζωής. Εκατοντάδες διαστημόπλοια πηγαινοέρχονταν και άφηναν επισκέπτες. Κάθε μέρα δέκα απεσταλμένοι έμπαιναν στο σπίτι του, έτρωγαν μαζί του ένα πιάτο φαΐ, έπιναν ένα ποτήρι κρασί και περνούσαν την υπόλοιπη μέρα παρατηρώντας τον να κάθεται σκεπτικός χωρίς να βγάζει ούτε μία λέξη από το στόμα του.
Ο Ιγνάτιος ήταν ο εκλεκτός του δικού του πλανήτη και περίμενε οχτώ μήνες υπομονετικά στον περίβολο του σπιτιού μέχρι να τον δεχτεί ο σοφός. Κάθε μέρα έβλεπε δέκα ανθρώπους να μπαίνουν γεμάτοι ενθουσιασμό στο πέτρινο σπίτι και κάθε νύχτα έβλεπε τους ίδιους δέκα ανθρώπους να βγαίνουν απογοητευμένοι, αφού κανείς τους δεν είχε μάθει το μυστικό που τόσο αποζητούσαν.
Όταν ήρθε η σειρά του, ο Ιγνάτιος στάθηκε μπροστά στην είσοδο και διάβασε για άλλη μια φορά την επιγραφή που όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει.

Το μυστικό είμαι εγώ που σε περιμένω

Είχαν γραφεί χιλιάδες σελίδες για αυτή τη φράση, αλλά κανείς ακόμα δεν είχε καταφέρει να αποκαλύψει τη σημασία της. Ο Ιγνάτιος μπήκε γεμάτος δέος στο σπιτάκι και είδε το σοφό, που αν και ήταν πολύ ηλικιωμένος, έδειχνε απόλυτα νηφάλιος και ήρεμος καθώς οι επισκέπτες κάθονταν γύρω του και περίμεναν να μιλήσει. Όλοι είχαν ακούσει ότι ποτέ δεν έλεγε τίποτε, αλλά και όλοι πίστευαν μέσα τους ότι είναι οι εκλεκτοί και αυτή τη φορά θα μάθαιναν το μεγάλο μυστικό. Όμως, η μέρα πέρασε σαν νερό χωρίς ο σοφός να ανοίξει το στόμα του. Όταν ήρθε η νύχτα, ο Ιγνάτιος σηκώθηκε στενοχωρημένος και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, όπου είδε για πρώτη φορά την επιγραφή που βρισκόταν πάνω από την ξύλινη πόρτα.


Το μυστικό είσαι εσύ που φεύγεις

Όταν βγήκε έξω μαζί με τους υπόλοιπους, ο ουρανός ήταν ξάστερος και γεμάτος από μικρές σπίθες που δύσκολα πίστευες ότι ήταν φλεγόμενοι ήλιοι που ζέσταιναν ανθρώπους σε κάποιους μακρινούς πλανήτες. Ο Ιγνάτιος κάθισε στο κρύο, σκληρό χώμα και σκέφτηκε τη φράση που μόλις είχε διαβάσει. Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες έμεινε εκεί. Άλλοι λένε μία μέρα, άλλοι μερικούς μήνες ενώ υπάρχουν πολλοί που λένε ότι ο Ιγνάτιος έμεινε τρία χρόνια έξω από το σπίτι του σοφού, πίνονταν λίγο νερό και τρώγοντας ένα πιάτο φαΐ. Το σίγουρο είναι ότι μια μέρα έκατσε μπροστά στην πόρτα και ξαναμπήκε στο σπίτι. ¨Έμεινε όλη την μέρα μέσα, αλλά το βράδυ δεν βγήκε μαζί με τους υπόλοιπους. Κάθισε δίπλα στο σοφό και περίμενε, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Τότε ο σοφός χαμογέλασε, έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε το μεγάλο μυστικό. Την άλλη μέρα ο σοφός χάθηκε από το σπίτι, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε, αλλά όλοι ξέρουν ότι τώρα στη θέση του βρίσκεται ο Ιγνάτιος, ο μοναδικός άνθρωπος που ξέρει το γιατί υπάρχει ο κόσμος, και κάθε μέρα δέκα άνθρωποι μπαίνουν μέσα στο σπίτι του ελπίζοντας ότι θα τους αποκαλύψει το μεγάλο μυστικό.


«…..που, ….ναι αλή……το;».
Ο Ιωάννης κούνησε λίγο το ακουστικό στο αυτί του. Μάλλον ήθελε αλλαγή η μπαταρία.
«Τι είπες παιδί μου;»
«Είναι αλήθεια αυτό;»
«Μα φυσικά».
Ο Βαγγελάκης τον κοίταξε με δυσπιστία. Μεγάλωνε και γινόταν όλο και πιο κριτικός. Αντίθετα η Μαιρούλα ήταν ενθουσιασμένη.
«Παππού, εσύ το ξέρεις το μυστικό;»
«Το ξέρω, είπε ο Ιωάννης..
«Θα μας το πεις;»
«Θέλετε;», ρώτησε ο Ιωάννης.
«Ναιιιιιιιι», είπαν και τα δυο μικρά με δυνατή φωνή,
«Πιο σιγά. Λοιπόν, θα κάνουμε μια συμφωνία. Εγώ θα σας πω το μυστικό και εσείς θα κοιμηθείτε. Σύμφωνοι;»
«Ναι», είπαν τα εγγονάκια του.
Ο Ιωάννης ξερόβηξε, άνοιξε διάπλατα τα χέρια του, άλλαξε επίτηδες τη φωνή του και ξεκίνησε:
«Το μεγάλο μυστικό, λοιπόν, η εξήγηση που ο ήλιος ανατέλλει, ο λόγος που η Γη γυρίζει, και η αιτία που οι άνθρωποι ζουν είναι…..»
Τα δυο παιδάκια τον κοιτούσαν με αγωνία καθώς σταμάτησε στο πιο κρίσιμο σημείο.
«….είναι η ελπίδα», είπε ο Ιωάννης, «και τώρα γρήγορα κάτω από τις κουβέρτες».
Τα μικρά χώθηκαν στα σκεπάσματα και ο Ιωάννης έκλεισε το φως και βγήκε γρήγορα από το δωμάτιο πριν αρχίσουν τις ερωτήσεις. Περπάτησε μέχρι την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο καιρός ήταν ακόμα ζεστός και ο ουρανός ξάστερος. Σκέφτηκε τα μικρά που μεγάλωναν γεμάτα ενθουσιασμό για να ανακαλύψουν τον κόσμο τους και ζήλεψε. Δεν χρειαζόταν να τους πει τίποτα παραπάνω. Κάποια στιγμή θα καταλάβαιναν μόνα τους τι είχε παραλείψει από το μεγάλο μυστικό του κόσμου. Από την ελπίδα ότι, σε κάποιο μακρινό μέρος, υπάρχει κάποιος που ξέρει αυτό το μυστικό και μια μέρα θα είναι αρκετά σπλαχνικός ώστε να σκύψει πάνω από τον μικρό μας πλανήτη και να μας το ψιθυρίσει απαλά.
Ξαφνικά ο Ιωάννης ένοιωσε να πέφτει η θερμοκρασία. Άρχισε να κρυώνει και του φάνηκε σαν ο άνεμος να είχε δυναμώσει υπερβολικά. Το σώμα του μούδιασε, σχεδόν παρέλυσε, σαν ένα γιγάντιο χέρι να τον είχε αγκαλιάσει. Τα άστρα άρχισαν να τρεμοπαίζουν λες και κάποιος τα μετακινούσε, και νόμισε ότι άκουσε μια γλυκιά φωνή
«Το..στικο…ναι….ιδα….».
Τα λόγια έσβησαν μαζί με τον ψυχρό άνεμο και ο Ιωάννης έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτώντας τα αστέρια που έδειχναν να επανήλθαν στη θέση τους. Να μην ξεχάσω να αλλάξω μπαταρία, σκέφτηκε ο και ξαναμπήκε στο σπίτι χαμογελώντας.


ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου