a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Η τραπεζική Απάτη

Αποκαλύπτουμε την ... τραπεζική απάτη

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Περιοδικό Δίκη


Σ 2, 51 §§ 3 και 5, 52, 102 § 2, καθώς και Κώδικας Δήμων-Κοινοτήτων (π.δ. 323/1989) 37 §§ 1 και 2, 56 § 3, 64 · 84 π.δ. 92/1994 § 2.- Συνταγματικότητα του δικαιώματος λευκής ψήφου και της χορήγησης λευκού ψηφοδελτίου κατα τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές
Από την αρχή της ελεύθυερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 του Συντ., συνάγεται επίσης ότι το εκλογικό σώμα, στα πλαίσια της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχρεωτικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους τους υποψήφιους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντ. απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στη κάλπη λευκού ψηφοδελτίου.
ΣτΕ 2929/1996 [Γ. Παπαμεντζελόπουλος]
(Σύνθεση: Κ.Μ. Χαλαζωνίτης, Ν. Παπαδημητρίου, Γ. Σταυρόπουλος, Π. Πικραμμένος, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Σταθάκης ·δικαστικαί παραστάτες: Ι. Σταμούλης, Π. Θωμόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος)
Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση με την 799/1996 απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητος ανακύψαντος ζητήματος ζητείται η αναίρεση της 1/1995 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος, υποψηφίου δημάρχου Χαλκίδας κατά τις δημοτικές εκλογές της 16.10.1994 και 23.10.1994, κατά της 223/1994 αποφάσεως του διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει ένστασή του κατά του κύρους των εκλογών αυτών.
4. Επειδή στο άρθρο 1 Σ ορίζεται ότι «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» (§ 2) και ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα» ( § 3).
Περαιτέρω, στο μεν άρθρο 51 Σ προβλέπεται ότι «οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει» (...) 3) και ότι «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική (...)» ( § 5), στο δε άρθρο 52 ότι «η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 102 § 2 Σ: «οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία».
5. Επειδή, εξάλλου ο δημοτικός και κοινοτικός κώδικας (π.δ. 323/1989, Α 146) προβλέπει στο μεν άρθρο 37 ότι «το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ν' ασκούν μόνον οι δημότες-εκλογείς που είναι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του δήμου ή της κοινότητας» (§ 1) και ότι «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική» (§ 2), στο δε άρθρο 56 ότι «τα ψηφοδέλτια είναι μόνο έντυπα. Κάθε ψηφοδέλτιο που δεν είναι έντυπο, έστω και εν μέρει, είναι άκυρο. Η εκτύπωση των ψηφοδελτίων πρέπει να είναι με μαύρη απόχρωση» ( § 3), ενώ το άρθρο 67 του π.δ. 92/1994 «κωδικοποίηση σ' ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (Α 69), αντίστοιχο του άρθρου 67 του π.δ. 152/1985 (Α 55), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 57 § 3 του π.δ. 323/1989, προβλέπει ότι: «1. Σε περίπτωση που σε κάποιο εκλογικό τμήμα προβλέπεται κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας ότι θα προκύψει, για οποιοδήποτε λόγο, έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να φροντίσει αμέσως να εφοδιαστεί με τον αναγκαίο αριθμό ψηφοδελτίων. Εάν ο εφοδιασμός δεν πραγματοποιηθεί έγκαιρα, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να συντάξει την ίδια στιγμή πρακτικό, στο οποίο να βεβαιώνει την έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων (...) Μετά τη σύνταξη του πρακτικού αυτού επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η συνέχιση της ψηφοφορίας με λευκά ψηφοδέλτια. 2. Τα λευκά αυτα ψηφοδέλτια είναι από το ίδιο χαρτί, έχουν το ίδιο σχήμα και τις ίδιες διαστάσεις με τα έντυπα και δεν πρέπει να έχει γραφτέι σ' αυτά τίποτε με κανένα τρόπο. 3. Τα λευκά ψηφοδέλτια παραδίδονται από την εφορευτική επιτροπή, από ένα σε κάθε εκλογέα, αφού πρώτα τεθεί προς το μέρος της μικρότερης πλευράς του η σφραφίδα της εφορευτικής επιτροπής (...) 5. Στο λευκό ψηφοδέλτιο ο εκλογέας γράφει ο ίδιος με μολύβι μαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης (...) το όνομα του συνδυασμού ή το όνομα μεμονωμένου υποψηφίου της προτίμησής του (...)»
Περαιτέρω, σύμφωνα μεν με το άρθρο 84 § 2 του τελευταίου ως άνω π.δ./τος (που εφαρμόζεται και στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές κατά το άρθρο 64 π.δ. 323/1989), «αμέσως μόλις τελειώσει η διαλογή, ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή εκείνος που διευθύνει τις εργασίες της, τηλεγραφεί ή ανακοινώνει εγράφως (...) στο νομάρχη της περιφέρειας που υπάγεται το εκλογικό τμήμα, το αποτέλεσμα της διαλογής των ψήφων. Η ανακοίνωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει: (...) δ) τον αριθμό των άκυρων ψηφοδελτίων, ε) Τον αριθμό των λευκών ψηφοδελτίων (...)».
Κατά δε το άρθρο 86 § 2 του ίδιου π.δ./τος (που εφαρμόζεται και αυτό στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ. 323/1989), «αμέσως κατόπιν, η εφορευτική επιτροπή συντάσσει άλλη πράξη στο βίβλιο πρακτικών της εκλογής (...) Στην πράξη αναφέρονται (...) στ) ο αριθμός των άκυρων ψηφοδελτίων, ζ) ο αριθμός των λευκών ψηφοδελτίων (...)». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 73 δ του π.δ. 323/1989 (άρθρ. 1 § 24 ν. 1900/1990, Α 125), «1. το δικαστήριο αποφασίζει ότι η εκλογή είναι άκυρη, αν διαπιστώσει ότι: α) τα πρόσωπα που έχουν εκλεγεί δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα ή είχαν κάποιο κώλυμα εκλογιμότητας, β) υπάρχει παράβαση νόμου ή πλημμέλεια της εκλογής. Στη δεύτερη περίπτωση το δικαστήριο ακυρώνει την εκλογή, μόνο εφόσον δημιουργούνται αμφιβολίες για το ότι το συνολικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας θα ήταν διαφορετικό αν δεν συνέβαιναν οι παραβάσεις και οι πλημμέλλειες που διαπιστώθηκαν (...)».
6. Επειδή, από την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 Σ προκύπτει ότι το εκλογικό σώμα πρέπει πάντοτε να έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια επιλογής ενός κόμματος, συνδυασμού η υποψηφίου που μετέχει νόμιμα στις εκλογές (ΣτΕ 4107/1987). Από την ίδια αρχή συνάγεται περαιτέρω ότι το εκλογικό σώμα, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχωρητικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας (πρβλ. ΑΕΔ 55/1989). Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους του υποψηφίους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στην κάλπη λευκού ψηφοδελτίου.
7. Επειδή από την πρόβλεψη των διατάξεων των άρθρων 84 § 2 και 86 § 2 π.δ. 92/1994 (που κατά τα εκτεθέντα έχουν εφαρμογή και επί δημοτικών εκλογών) περί χωριστής καταμετρήσεως των λευκών ψηφοδελτίων συνάγεται ότι ο νομοθέτης, για την εκπλήρωση της κατά τα άνω υποχρεώσεώς του που απορρέει από το Σύνταγμα, επιβάλλει τη χορήγηση από την εφορευτική επιτροπή στους προσερχομένους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα ψηφοφόρους, εκτός των άλλων, και λευκού ψηφοδελτίου.
Διαφορετική δε είναι η περίπτωση της χορηγήσεως στους εκλογείς λευκών ψηφοδελτίων εάν εξαντληθούν τα έντυπα ψηφοδέλτια που ρυθμίζει το άρθρο 67 του αυτού π.δ. 92/1994, ορίζοντας ότι τα λευκά αυτά ψηφοδέλτια χρησιμεύουν για να σημειώσουν οι ίδιοι χειρογράφως την προτίμησή τους υπέρ συνδυασμού ή υποψηφίου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση τα εν λόγω ψηφοδέλτια δεν αριθμούνται με τα έντυπα ψηφοδέλτια.
Συνεπώς, η χορήγηση στους ψηφοφόρους κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές λευκού ψηφοδελτίου δεν συνιστά σε καμία περίπτωση εκλογική παράβαση που να μπορεί, υπό τους όρους του άρθρου 73δ του π.δ. 323/1989, να οδηγήσει σε ακύρωση των εκλογών.
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τις επαναληπτικές εκλογές της 23.10.1994 για την ανάδειξη των δημοτικών αρχών του δήμου Χαλκιδέων εχορηγείτο από τις εφορευτικές επιτροπές στους προσερχομένους για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα ψηφοφόρους, μαζί με τα ψηφοδέλτια των δύο δημάρχων και από ενα λευκό ψηφοδέλτιο. Τελικώς, επιτυχών ανεδείχθη ο συνδυασμός «Σπανός- Μελισσα» του αναιρεσιβλήτου με 11.958 ψηφοδέλτια, έναντι 11.440 ψηφοδελτίων του συνδυασμού «Χαλκίδα- Αναγέννηση» του αναιρεσείοντος, ενώ βρέθηκαν και 605 άκυρα και 816 λευκά ψηφοδέλτια. Ενόψει αυτών, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ναι μεν η χορήγηση λευκού ψηφοδελτίου αποτελούσε εκλογική παράβαση, γιατί δε προβλέπεται από καμία διάταξη του π.δ. 3232/1989, πλην υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η παράβαση αυτή δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση των εκλογών, γιατί δεν δημιουργούσε αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και συγκεκριμένα ότι θα ήταν διαφορετικό στην περίπτωση που δεν θα εδίδοντο και λευκά ψηφοδέλτια, με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που και αυτή με τις ίδιες σκέψεις είχε απορρίψει αντίστοιχο λόγο της ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος. Η κρίση αυτή περί μη ακυρότητος των εκλογών, στην οποία, αν και με διαφορετικό αιτιολογία, κατέληξε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι ορθή και τα περί του αντιθέτου με την υπό κρίση προβαλλόμενα, στηριζόμενα στην αντίληψη ότι η χορήγηση λευκού ψηφοδελτίου ούτε από το Σύνταγμα ούτε από την εκλογική νομοθεσία επιτρέπεται, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέα ως αβάσιμα.
9. Επειδή, ενόψει των όσων έγιναν πιο πάνω (σκέψη 6) δεκτά σχετικά με το επιτρεπτό της χορήγησης στους εκλογείς λευκού ψηφοδελτίου, ορθώς, έστω και με άλλη αιτιολογία, απερρίφθη από το δικάσαν διοικητικό εφετείο ο λόγος εφέσεως με τον οποίο προεβάλλετο ακυρότητα των εκλογών λόγω της εκ μέρους του τρίτου συνδυασμού των εκλογών της 16.10.1994 προτροπής προς τους ψηφοφόρους όπως κατά την επαναληπτική εκλογή της 23.10.1994 ρίψουν στην κάλπη λευκό ή άκυρο ψηδέλτιο, τα περί του εναντίου δε με την υπό κρίση αίτηση προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Απορριπτέος, τέλος επίσης ως αβάσιμος, είναι και ο σχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται ότι η κατά τα άνω κρίση του διοικητικού εφετείου παραβιάζει το άρθρο 3 του προσθέτου πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 (Α 256), διότι, εκτός του ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, πάντως δεν ρυθμίζει το ειδικό θέμα του τρόπου ψηφοφορίας.
Παρατηρήσεις
Ο συντάκτης του παρόντος σχολιασμού, έχει ήδη παραθέσει στο περιοδικό τούτο (βλ. Δ.26, 418 επομ.), μία σειρά σκέψεων του, που οδηγούν σε συμπέρασμα αντίθετο, από εκείνο που έγινε δεκτό, με την σχολιαζόμενη εδώ, 2929/1996 απόφαση του ΣτΕ
Στο συμπέρασμα του αυτό ο σχολιασμός εμμένει και συνεπώς εξακολουθεί να φρονεί ότι και η «λευκή» ψήφος και η χορήγηση στους εκλογείς «λευκών» ψηφοδελτίων για την άσκηση του «δικαιώματος» αυτού, δεν συμβιβάζονται με το Συντ.
Εκεί λοιπόν (ήτοι στη Δ. 26, 418 επομ.) παραπέμπει ο σχολιασμός, προς αποφυγήν επαναλήψεων, εκτός από τις κατωτέρω «οψιγενείς» παρατηρήσεις του. Ενα από τα λειτουργικά μειονεκτήματα της «λευκής» ψήφου, είναι η επικίνδυνη ασάφεια της και συνεπώς, η, με λογικό άλμα, πρόσδοση της με την σχολιαζόμενη απόφαση, αποκλειστικά και μόνον της εννοίας της αποδοκιμασίας όλων των υποψηφίων, αποτελεί από αυτή την άποψη, λήψη του ζητουμένου.
Αλλά και ταύτιση, η οποία δεν είναι λογικά υποχρεωτική, αφού η μη ψήφιση ενός υποψηφίου δεν σημαίνει αναγκαίως την αποδοκιμασία του, ούτε και όλων των υποψηφίων, την αποδοκιμασία τους.
Όχι μόνον την προσωπική αποδοκιμασία τους που είναι βαρύς χαρακτηρισμός, ούτε καν την κρίση ακαταλληλότητάς τους για τα βουλευτικά καθήκοντα. Αφού συστατικό στοιχείο του πολιτεύματος είναι τα πολιτικά κόμματα (πρβλ. 29 του Συντ.) προς τα οποία, ως οργανισμούς, είναι ενδεχόμενο εάν όχι πιθανότερο, να στρέφεται η δυσαρέσκεια του ψηφοφόρου εάν και όταν η «λευκή» ψήφος εκφράζει τέτοια δυσαρέσκεια.
Στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα της έμμεσης δημοκρατίας, η ευθύνη των κομμάτων για την καλύτερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της ύπαρξης τους, κατά δε την ορθότερη άποψη, η ύπαρξη και η νομική κατάσταση των κομμάτων δεν υπόκειται ούτε στην αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 110 του Συντ. (βλ. Μ. Γ. Κυπραίου «Η αντιπροσωπευτική αρχή ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος» έκδοση Παπαζήση σελ. 419 επομ.).
Εξάλλου η σχολιαζόμενη απόφαση για την στήριξη των ερμηνευτικών θέσεων της, επικαλείται την 55/1989 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Ο σχολιασμός φρονεί ότι η επικαλούμενη απόφαση του ΑΕΔ, δεν έλυσε αυτό το θέμα. Κατ' αρχήν στην, από 7 Νοεμβρίου 1989, έκθεση του εισηγητή Αρεοπαγίτη (Ε. Ρίκου), τα τελικά συμπεράσματα της οποίας έκθεσης υιοθετήθηκαν ομοψήφως με την 55/1989 απόφαση του ΑΕΔ, γίνονται σκέψεις που δεν συμπλέουν προς εκείνα που νομολογούνται με την σχολιαζόμενη απόφαση.
Δέχεται λοιπόν πολύ εύλογα, ο εισηγητής δικαστής, τα εξής: «κατά την § 3 εδάφιο α' του άρθρου 51 του Συντάγματος, οι βουλευτές εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία, κατά δε την § 5 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος και το άρθρο 6 ( § 2) του π.δ. 265/1989, η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Ως άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, προκειμένου περίν εκλογής βουλευτών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νοείται η εκλογή από τον εκλογέα ενός από τους συνδυασμούς, που μετέχουν στην εκλογή αυτή, όχι δε και η αποδοκιμασία όλων των συνδυασμών αυτών, που καθιστούν κενές περιεχομένου τις προμνημονευθείσες επιτακτικές διατάξεις της § 5 του άρθρου 51 του Συντ. και 6 § 2 του π.δ. 265/1989 και υποδηλώνει ανεπίτρεπτη άρνηση συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, πράγμα που σκοπεύουν να αποτρέψουν οι ρηθείσες διατάξεις».
Στο σημείο τούτο η 55/1989 απόφαση του ΑΕΔ προχωρεί στο σκεπτικό της ως εξής: «(...)Εν τούτοις, η αποδοκιμασία όλων των κομμάτων ή συνδυασμών είτε με αποχή είτε με άλλο τρόπο, δεν αποτελεί πλημμέλεια της εκλογής που επηρεάζει το κύρος της».
Συγκεκριμένα στην περίπτωση που έκρινε το ΑΕΔ, το απασχόλησε η εξής υπόθεση. Ζητήθηκε, με σχετική ένσταση να κηρυχθεί άκυρη και να επαναληφθεί η εκλογή ευρωβουλευτών που διεξήχθη στα αναφερόμενα ειδικώς εκλογικά τμήματα των εκλογικών περιφερειών Ξάνθης και Ροδόπης, επειδή 3.028 εκλογείς στην πρώτη περιφέρεια και 15.673 εκλογείς στην δεύτερη περιφέρεια ακολουθώντας την μεθόδευση που επέλεξε η Μουσολμανική Κοινότητα των ανωτέρω περιοχών για να ελέγξει την αποφασισθείσα αποχή των μουσουλμάνων από την ψηφοφορία έρριξαν στις κάλπες κενούς φακέλλους.
Ετσι όπως τέθηκε, θέμα κατά βάθος εθνικής έντασης, η απόφαση του ΑΕΔ έκρινε (όπως έπρεπε) με την ειδικότερη σκέψη της, ότι «Από τις διαταξεις αυτές (άρθρ. 52 του Συντ. και 63-69 και 76 του π.δ. 265/1989) συνάγεται ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο εκλογέας, όπως ορίζεται, παραλαμβάνει από την εφορευτική επιτροπή τον ειδικό φάκελλο και ολόκληρη σειρά από ψηφοδέλτια, αποσύρεται στον ξεχωριστό χώρο, όπου σφραγίζει το φάκελλο, χωρίς να εγκλείσει ψηφοδέλτιο της εκλογής του, και στη συνέχεια, ψηφίζει με κενό φάκελλο, δεν εκφράζει μεν θετικώς την εκλογική του προτίμηση, από το γεγονός όμως αυτό και μόνο δεν απέρχεται παραβίαση ούτε της μυστικότητας της ψηφοφορίας ούτε της ελευθερίας της ψήφου και, συνεπώς δεν συντελείται έτσι εκλογική παράβαση που επάγεται ολική ή μερική ακυρότητα της εκλογής».
Επρόκειτο, λοιπόν, για καταχρηστικότητα και μάλιστα μεθοδευμένη, ομαδικής εκλογικής συμπεριφοράς, που πιθανώς θα ακολουθείτο (δηλ. και πάλι δια των κενών φακέλλων) για λόγους ευδιακρίτου της διαφοροποίησης και εάν ακόμη είχαν δοθεί στους ψηφοφόρους και λευκά ψηφοδέλτια. Η καταχρηστικότητα αυτή, είναι σαφές, ότι δεν απέβλεπε στην αποδοκιμασία των συγκεκριμένων, συνδυασμών ή υποψηφίων, αλλά σε άλλους λόγους, βαθέως αντεθνικούς.
Εάν το δικαστήριο δεχόταν την ένσταση και εάν ακόμα δεχθούμε, ότι υπήρξε κατ' αρχήν, υπό στενήν ερμηνείαν παράβαση, θα επιβράβευε και θα έκανε αποτελεσματική, την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς.
Τούτο θα ήταν αντίθετο, προς τους πρωταρχικούς σκοπούς της έννομης τάξης. Άλλο συνεπώς, είναι το, επίμαχο εν προκειμένω, ζήτημα, της συνταγματικότητας, της θεσμοθέτησης της γενικής χορήγησης λευκών ψηφοδελτίων για την άσκηση του «δικαιώματος της λευκής ψήφου.
Εντυπωσιάζει, κατ' ακολουθίαν, το, πώς ένα τόσο μεγάλης σημασίας ζήτημα, δεν παραπέμφθηκε στην ολομέλεια του ΣτΕ
Αφού μάλιστα υπάρχει προηγούμενη αντίθετη νομολογία του ιδίου Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 3705/1987 εις ΕΔ.Δ.Δ. 1988 σελ. 66 επόμ.). Η θετική πλευρά αυτού του φαινομένου, έγκειται κατά τον σχολιασμό, στο ότι, έτσι, εκτονώνονται επί του παρόντος σχετικές ομαδικές πιέσεις, που πράγματι υπήρξαν, γι' αυτό και οδήγησαν στην «θεσμοθέτηση» της χορήγησης, υπό την έννοια αυτή, λευκών ψηφοδελτίων κ.λπ., ενώ επιφυλάσσεται, για το μέλλον, στην ολομέλεια του ΣτΕ, εφόσον θα δημιουργηθούν ουσιώδεις παρενέργειες στην λειτουργία του πολιτεύματος, να επανατοποθετήσει το ζήτημα, κατά τρόπον σύμφωνο προς την νομική ορθοδοξία.
Βελισσάριος Κ. Καράκωστας
Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.
http://www.kostasbeys.gr/ 


Ακολουθεί σχόλιο Δικαστικού αντιπροσώπου από forum :

" Τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον ......, αντιπροσωπεύουν μόνο μέρος της αλήθειας.
Παρά το γεγονός ότι δεν δηλώνει την ιδιότητά του, μπορώ να διακινδυνεύσω την άποψη ότι δεν είναι νομικός και εξ αυτού του λόγου, δεν χειρίζεται ορθά το σοβαρό θέμα με το οποίο καταπιάνεται, ειδικά μάλιστα αν δεν έχει εκ της ιδιότητος αυτής, συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία ως δικαστικός αντιπρόσωπος.
Εγώ λοιπόν χωρίς να αναλωθώ σε νομικίστικες λεπτομέρειες που κουράζουν, διαβεβαιώ τους αναγνώστες ότι σύμφωνα με την παγια εκλογική νομοθεσία, ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΔΕΝ ΠΡΟΣΜΕΤΡΑΤΑΙ ΣΤΑ ΕΓΚΥΡΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ, (όπως άλλωστε και το άκυρο) άρα όχι μόνο αντίδραση δεν εκφράζει, αλλά μια τέλεια φούσκα!
Να δώσω ένα παράδειγμα. Αν υποθέσουμε ότι ψηφίζουν 100, από τους οποίους οι 50 έχουν ψηφίσει λευκό (και οι υπόλοιποι 50 κόμματα) , η ποσοστιαία αναλογία επί τοις εκατό, θα βγει με το υπόλοιπο 50 των έγκυρων ψηφοδελτίων και όχι συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο των πραγματικά ψηφισάντων (100)! Αυτό γίνεται προφανώς γιατί οι κρατούντες, δεν θέλουν να εκφράζεται σε ποσοστό η δυσαρέσκεια του κόσμου μέσω του λευκού και του άκυρου, γι' αυτό δεν τις προσμετρούν και ως έγκυρες ψήφους!
Αυτό όμως, απέχει πολύ από το να λέμε, όπως ο ανωτέρω, ότι δήθεν αν το 51% ψηφίσει λευκό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να διαλύσει τη βουλή κλπ κλπ. Ούτε οφείλει να τη διαλύσει, ούτε τίποτα αφού αφενός δεν έχει δικαίωμα από το παρόν Σύνταγμα, αφετέρου δεν πρόκειται ποτέ να μάθει το 51% των λευκών, αφού είπαμε, αυτά δεν προσμετρούνται στις έγκυρες ψήφους. Θυμίζω μάλιστα, ότι στην Αμερική, το σύνολο της αποχής, των λευκών και των ακύρων ξεπερνούν το 50% και πολλές φορές αγγίζουν το 60%, χωρίς ποτέ να τίθεται συνταγματικό ζήτημα νομιμοποίησης της λαικής εντολής, η οποία κανονικά εκπροσωπείται από τη μειοψηφία. Αν αυτό είναι δημοκρατία, αυτό είναι άλλο καπέλο, αλλά να μην λέμε και ό,τι θέλουμε..."
ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΛΕΥΚΗΣ ΨΗΦΟΥ. Να τελειώνει το παραμύθι αυτό. Διαβάστε το προσεκτικά και θα καταλάβετε πιστεύω πως είναι ένα παιχνίδι της εξουσίας. Μπορεί να αφορά παλαιότερες εκλογές, όμως το πλαίσιο του κειμένου, αναδεικνύει την όλη εικόνα. Αυτό για να μην έχουμε αυταπάτες. Η λύση το ξαναλέω, ΕΙΝΑΙ ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΠΑΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ !

Περιοδικό Δίκη


Σ 2, 51 §§ 3 και 5, 52, 102 § 2, καθώς και Κώδικας Δήμων-Κοινοτήτων (π.δ. 323/1989) 37 §§ 1 και 2, 56 § 3, 64 · 84 π.δ. 92/1994 § 2.- Συνταγματικότητα του δικαιώματος λευκής ψήφου και της χορήγησης λευκού ψηφοδελτίου κατα τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές
Από την αρχή της ελεύθυερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 του Συντ., συνάγεται επίσης ότι το εκλογικό σώμα, στα πλαίσια της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχρεωτικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας. Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους τους υποψήφιους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντ. απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στη κάλπη λευκού ψηφοδελτίου.
ΣτΕ 2929/1996 [Γ. Παπαμεντζελόπουλος]
(Σύνθεση: Κ.Μ. Χαλαζωνίτης, Ν. Παπαδημητρίου, Γ. Σταυρόπουλος, Π. Πικραμμένος, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Σταθάκης ·δικαστικαί παραστάτες: Ι. Σταμούλης, Π. Θωμόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος)
Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση με την 799/1996 απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητος ανακύψαντος ζητήματος ζητείται η αναίρεση της 1/1995 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος, υποψηφίου δημάρχου Χαλκίδας κατά τις δημοτικές εκλογές της 16.10.1994 και 23.10.1994, κατά της 223/1994 αποφάσεως του διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει ένστασή του κατά του κύρους των εκλογών αυτών.
4. Επειδή στο άρθρο 1 Σ ορίζεται ότι «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία» (§ 2) και ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα» ( § 3).
Περαιτέρω, στο μεν άρθρο 51 Σ προβλέπεται ότι «οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει» (...) 3) και ότι «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική (...)» ( § 5), στο δε άρθρο 52 ότι «η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 102 § 2 Σ: «οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία».
5. Επειδή, εξάλλου ο δημοτικός και κοινοτικός κώδικας (π.δ. 323/1989, Α 146) προβλέπει στο μεν άρθρο 37 ότι «το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ν' ασκούν μόνον οι δημότες-εκλογείς που είναι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του δήμου ή της κοινότητας» (§ 1) και ότι «η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική» (§ 2), στο δε άρθρο 56 ότι «τα ψηφοδέλτια είναι μόνο έντυπα. Κάθε ψηφοδέλτιο που δεν είναι έντυπο, έστω και εν μέρει, είναι άκυρο. Η εκτύπωση των ψηφοδελτίων πρέπει να είναι με μαύρη απόχρωση» ( § 3), ενώ το άρθρο 67 του π.δ. 92/1994 «κωδικοποίηση σ' ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών» (Α 69), αντίστοιχο του άρθρου 67 του π.δ. 152/1985 (Α 55), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 57 § 3 του π.δ. 323/1989, προβλέπει ότι: «1. Σε περίπτωση που σε κάποιο εκλογικό τμήμα προβλέπεται κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας ότι θα προκύψει, για οποιοδήποτε λόγο, έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να φροντίσει αμέσως να εφοδιαστεί με τον αναγκαίο αριθμό ψηφοδελτίων. Εάν ο εφοδιασμός δεν πραγματοποιηθεί έγκαιρα, η εφορευτική επιτροπή οφείλει να συντάξει την ίδια στιγμή πρακτικό, στο οποίο να βεβαιώνει την έλλειψη έντυπων ψηφοδελτίων (...) Μετά τη σύνταξη του πρακτικού αυτού επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η συνέχιση της ψηφοφορίας με λευκά ψηφοδέλτια. 2. Τα λευκά αυτα ψηφοδέλτια είναι από το ίδιο χαρτί, έχουν το ίδιο σχήμα και τις ίδιες διαστάσεις με τα έντυπα και δεν πρέπει να έχει γραφτέι σ' αυτά τίποτε με κανένα τρόπο. 3. Τα λευκά ψηφοδέλτια παραδίδονται από την εφορευτική επιτροπή, από ένα σε κάθε εκλογέα, αφού πρώτα τεθεί προς το μέρος της μικρότερης πλευράς του η σφραφίδα της εφορευτικής επιτροπής (...) 5. Στο λευκό ψηφοδέλτιο ο εκλογέας γράφει ο ίδιος με μολύβι μαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης (...) το όνομα του συνδυασμού ή το όνομα μεμονωμένου υποψηφίου της προτίμησής του (...)»
Περαιτέρω, σύμφωνα μεν με το άρθρο 84 § 2 του τελευταίου ως άνω π.δ./τος (που εφαρμόζεται και στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές κατά το άρθρο 64 π.δ. 323/1989), «αμέσως μόλις τελειώσει η διαλογή, ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ή εκείνος που διευθύνει τις εργασίες της, τηλεγραφεί ή ανακοινώνει εγράφως (...) στο νομάρχη της περιφέρειας που υπάγεται το εκλογικό τμήμα, το αποτέλεσμα της διαλογής των ψήφων. Η ανακοίνωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει: (...) δ) τον αριθμό των άκυρων ψηφοδελτίων, ε) Τον αριθμό των λευκών ψηφοδελτίων (...)».
Κατά δε το άρθρο 86 § 2 του ίδιου π.δ./τος (που εφαρμόζεται και αυτό στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές σύμφωνα με το άρθρο 64 του π.δ. 323/1989), «αμέσως κατόπιν, η εφορευτική επιτροπή συντάσσει άλλη πράξη στο βίβλιο πρακτικών της εκλογής (...) Στην πράξη αναφέρονται (...) στ) ο αριθμός των άκυρων ψηφοδελτίων, ζ) ο αριθμός των λευκών ψηφοδελτίων (...)». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 73 δ του π.δ. 323/1989 (άρθρ. 1 § 24 ν. 1900/1990, Α 125), «1. το δικαστήριο αποφασίζει ότι η εκλογή είναι άκυρη, αν διαπιστώσει ότι: α) τα πρόσωπα που έχουν εκλεγεί δεν είχαν τα νόμιμα προσόντα ή είχαν κάποιο κώλυμα εκλογιμότητας, β) υπάρχει παράβαση νόμου ή πλημμέλεια της εκλογής. Στη δεύτερη περίπτωση το δικαστήριο ακυρώνει την εκλογή, μόνο εφόσον δημιουργούνται αμφιβολίες για το ότι το συνολικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας θα ήταν διαφορετικό αν δεν συνέβαιναν οι παραβάσεις και οι πλημμέλλειες που διαπιστώθηκαν (...)».
6. Επειδή, από την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης, ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 52 Σ προκύπτει ότι το εκλογικό σώμα πρέπει πάντοτε να έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια επιλογής ενός κόμματος, συνδυασμού η υποψηφίου που μετέχει νόμιμα στις εκλογές (ΣτΕ 4107/1987). Από την ίδια αρχή συνάγεται περαιτέρω ότι το εκλογικό σώμα, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής άσκησης του εκλογικού του δικαιώματος, είτε η υποχωρητικότητα προβλέπεται από το Σύνταγμα είτε επιβάλλεται από το νόμο, πρέπει να έχει και τη δυνατότητα αποδοκιμασίας όλων των κατερχομένων στις εκλογές υποψηφίων, γιατί αποτελεί και αυτή μορφή εκδήλωσης της λαϊκής κυριαρχίας (πρβλ. ΑΕΔ 55/1989). Δεδομένου δε ότι μόνο με τη λευκή ψήφο εκφράζεται γνήσια η βούληση του εκλογέα να αποδοκιμάσει όλους του υποψηφίους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι από το άρθρο 52 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, απορρέει και η υποχρέωση παροχής στον εκλογέα της δυνατότητας να εκφράσει τη βούλησή του αυτή με τη ρίψη στην κάλπη λευκού ψηφοδελτίου.
7. Επειδή από την πρόβλεψη των διατάξεων των άρθρων 84 § 2 και 86 § 2 π.δ. 92/1994 (που κατά τα εκτεθέντα έχουν εφαρμογή και επί δημοτικών εκλογών) περί χωριστής καταμετρήσεως των λευκών ψηφοδελτίων συνάγεται ότι ο νομοθέτης, για την εκπλήρωση της κατά τα άνω υποχρεώσεώς του που απορρέει από το Σύνταγμα, επιβάλλει τη χορήγηση από την εφορευτική επιτροπή στους προσερχομένους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα ψηφοφόρους, εκτός των άλλων, και λευκού ψηφοδελτίου.
Διαφορετική δε είναι η περίπτωση της χορηγήσεως στους εκλογείς λευκών ψηφοδελτίων εάν εξαντληθούν τα έντυπα ψηφοδέλτια που ρυθμίζει το άρθρο 67 του αυτού π.δ. 92/1994, ορίζοντας ότι τα λευκά αυτά ψηφοδέλτια χρησιμεύουν για να σημειώσουν οι ίδιοι χειρογράφως την προτίμησή τους υπέρ συνδυασμού ή υποψηφίου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση τα εν λόγω ψηφοδέλτια δεν αριθμούνται με τα έντυπα ψηφοδέλτια.
Συνεπώς, η χορήγηση στους ψηφοφόρους κατά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές λευκού ψηφοδελτίου δεν συνιστά σε καμία περίπτωση εκλογική παράβαση που να μπορεί, υπό τους όρους του άρθρου 73δ του π.δ. 323/1989, να οδηγήσει σε ακύρωση των εκλογών.
8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά τις επαναληπτικές εκλογές της 23.10.1994 για την ανάδειξη των δημοτικών αρχών του δήμου Χαλκιδέων εχορηγείτο από τις εφορευτικές επιτροπές στους προσερχομένους για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα ψηφοφόρους, μαζί με τα ψηφοδέλτια των δύο δημάρχων και από ενα λευκό ψηφοδέλτιο. Τελικώς, επιτυχών ανεδείχθη ο συνδυασμός «Σπανός- Μελισσα» του αναιρεσιβλήτου με 11.958 ψηφοδέλτια, έναντι 11.440 ψηφοδελτίων του συνδυασμού «Χαλκίδα- Αναγέννηση» του αναιρεσείοντος, ενώ βρέθηκαν και 605 άκυρα και 816 λευκά ψηφοδέλτια. Ενόψει αυτών, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ναι μεν η χορήγηση λευκού ψηφοδελτίου αποτελούσε εκλογική παράβαση, γιατί δε προβλέπεται από καμία διάταξη του π.δ. 3232/1989, πλην υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, η παράβαση αυτή δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση των εκλογών, γιατί δεν δημιουργούσε αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και συγκεκριμένα ότι θα ήταν διαφορετικό στην περίπτωση που δεν θα εδίδοντο και λευκά ψηφοδέλτια, με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που και αυτή με τις ίδιες σκέψεις είχε απορρίψει αντίστοιχο λόγο της ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος. Η κρίση αυτή περί μη ακυρότητος των εκλογών, στην οποία, αν και με διαφορετικό αιτιολογία, κατέληξε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι ορθή και τα περί του αντιθέτου με την υπό κρίση προβαλλόμενα, στηριζόμενα στην αντίληψη ότι η χορήγηση λευκού ψηφοδελτίου ούτε από το Σύνταγμα ούτε από την εκλογική νομοθεσία επιτρέπεται, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέα ως αβάσιμα.
9. Επειδή, ενόψει των όσων έγιναν πιο πάνω (σκέψη 6) δεκτά σχετικά με το επιτρεπτό της χορήγησης στους εκλογείς λευκού ψηφοδελτίου, ορθώς, έστω και με άλλη αιτιολογία, απερρίφθη από το δικάσαν διοικητικό εφετείο ο λόγος εφέσεως με τον οποίο προεβάλλετο ακυρότητα των εκλογών λόγω της εκ μέρους του τρίτου συνδυασμού των εκλογών της 16.10.1994 προτροπής προς τους ψηφοφόρους όπως κατά την επαναληπτική εκλογή της 23.10.1994 ρίψουν στην κάλπη λευκό ή άκυρο ψηδέλτιο, τα περί του εναντίου δε με την υπό κρίση αίτηση προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Απορριπτέος, τέλος επίσης ως αβάσιμος, είναι και ο σχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται ότι η κατά τα άνω κρίση του διοικητικού εφετείου παραβιάζει το άρθρο 3 του προσθέτου πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 (Α 256), διότι, εκτός του ότι το άρθρο αυτό δεν αφορά τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, πάντως δεν ρυθμίζει το ειδικό θέμα του τρόπου ψηφοφορίας.
Παρατηρήσεις
Ο συντάκτης του παρόντος σχολιασμού, έχει ήδη παραθέσει στο περιοδικό τούτο (βλ. Δ.26, 418 επομ.), μία σειρά σκέψεων του, που οδηγούν σε συμπέρασμα αντίθετο, από εκείνο που έγινε δεκτό, με την σχολιαζόμενη εδώ, 2929/1996 απόφαση του ΣτΕ
Στο συμπέρασμα του αυτό ο σχολιασμός εμμένει και συνεπώς εξακολουθεί να φρονεί ότι και η «λευκή» ψήφος και η χορήγηση στους εκλογείς «λευκών» ψηφοδελτίων για την άσκηση του «δικαιώματος» αυτού, δεν συμβιβάζονται με το Συντ.
Εκεί λοιπόν (ήτοι στη Δ. 26, 418 επομ.) παραπέμπει ο σχολιασμός, προς αποφυγήν επαναλήψεων, εκτός από τις κατωτέρω «οψιγενείς» παρατηρήσεις του. Ενα από τα λειτουργικά μειονεκτήματα της «λευκής» ψήφου, είναι η επικίνδυνη ασάφεια της και συνεπώς, η, με λογικό άλμα, πρόσδοση της με την σχολιαζόμενη απόφαση, αποκλειστικά και μόνον της εννοίας της αποδοκιμασίας όλων των υποψηφίων, αποτελεί από αυτή την άποψη, λήψη του ζητουμένου.
Αλλά και ταύτιση, η οποία δεν είναι λογικά υποχρεωτική, αφού η μη ψήφιση ενός υποψηφίου δεν σημαίνει αναγκαίως την αποδοκιμασία του, ούτε και όλων των υποψηφίων, την αποδοκιμασία τους.
Όχι μόνον την προσωπική αποδοκιμασία τους που είναι βαρύς χαρακτηρισμός, ούτε καν την κρίση ακαταλληλότητάς τους για τα βουλευτικά καθήκοντα. Αφού συστατικό στοιχείο του πολιτεύματος είναι τα πολιτικά κόμματα (πρβλ. 29 του Συντ.) προς τα οποία, ως οργανισμούς, είναι ενδεχόμενο εάν όχι πιθανότερο, να στρέφεται η δυσαρέσκεια του ψηφοφόρου εάν και όταν η «λευκή» ψήφος εκφράζει τέτοια δυσαρέσκεια.
Στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα της έμμεσης δημοκρατίας, η ευθύνη των κομμάτων για την καλύτερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί το δικαιολογητικό λόγο της ύπαρξης τους, κατά δε την ορθότερη άποψη, η ύπαρξη και η νομική κατάσταση των κομμάτων δεν υπόκειται ούτε στην αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 110 του Συντ. (βλ. Μ. Γ. Κυπραίου «Η αντιπροσωπευτική αρχή ως θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος» έκδοση Παπαζήση σελ. 419 επομ.).
Εξάλλου η σχολιαζόμενη απόφαση για την στήριξη των ερμηνευτικών θέσεων της, επικαλείται την 55/1989 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Ο σχολιασμός φρονεί ότι η επικαλούμενη απόφαση του ΑΕΔ, δεν έλυσε αυτό το θέμα. Κατ' αρχήν στην, από 7 Νοεμβρίου 1989, έκθεση του εισηγητή Αρεοπαγίτη (Ε. Ρίκου), τα τελικά συμπεράσματα της οποίας έκθεσης υιοθετήθηκαν ομοψήφως με την 55/1989 απόφαση του ΑΕΔ, γίνονται σκέψεις που δεν συμπλέουν προς εκείνα που νομολογούνται με την σχολιαζόμενη απόφαση.
Δέχεται λοιπόν πολύ εύλογα, ο εισηγητής δικαστής, τα εξής: «κατά την § 3 εδάφιο α' του άρθρου 51 του Συντάγματος, οι βουλευτές εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία, κατά δε την § 5 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος και το άρθρο 6 ( § 2) του π.δ. 265/1989, η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική. Ως άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, προκειμένου περίν εκλογής βουλευτών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νοείται η εκλογή από τον εκλογέα ενός από τους συνδυασμούς, που μετέχουν στην εκλογή αυτή, όχι δε και η αποδοκιμασία όλων των συνδυασμών αυτών, που καθιστούν κενές περιεχομένου τις προμνημονευθείσες επιτακτικές διατάξεις της § 5 του άρθρου 51 του Συντ. και 6 § 2 του π.δ. 265/1989 και υποδηλώνει ανεπίτρεπτη άρνηση συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, πράγμα που σκοπεύουν να αποτρέψουν οι ρηθείσες διατάξεις».
Στο σημείο τούτο η 55/1989 απόφαση του ΑΕΔ προχωρεί στο σκεπτικό της ως εξής: «(...)Εν τούτοις, η αποδοκιμασία όλων των κομμάτων ή συνδυασμών είτε με αποχή είτε με άλλο τρόπο, δεν αποτελεί πλημμέλεια της εκλογής που επηρεάζει το κύρος της».
Συγκεκριμένα στην περίπτωση που έκρινε το ΑΕΔ, το απασχόλησε η εξής υπόθεση. Ζητήθηκε, με σχετική ένσταση να κηρυχθεί άκυρη και να επαναληφθεί η εκλογή ευρωβουλευτών που διεξήχθη στα αναφερόμενα ειδικώς εκλογικά τμήματα των εκλογικών περιφερειών Ξάνθης και Ροδόπης, επειδή 3.028 εκλογείς στην πρώτη περιφέρεια και 15.673 εκλογείς στην δεύτερη περιφέρεια ακολουθώντας την μεθόδευση που επέλεξε η Μουσολμανική Κοινότητα των ανωτέρω περιοχών για να ελέγξει την αποφασισθείσα αποχή των μουσουλμάνων από την ψηφοφορία έρριξαν στις κάλπες κενούς φακέλλους.
Ετσι όπως τέθηκε, θέμα κατά βάθος εθνικής έντασης, η απόφαση του ΑΕΔ έκρινε (όπως έπρεπε) με την ειδικότερη σκέψη της, ότι «Από τις διαταξεις αυτές (άρθρ. 52 του Συντ. και 63-69 και 76 του π.δ. 265/1989) συνάγεται ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο εκλογέας, όπως ορίζεται, παραλαμβάνει από την εφορευτική επιτροπή τον ειδικό φάκελλο και ολόκληρη σειρά από ψηφοδέλτια, αποσύρεται στον ξεχωριστό χώρο, όπου σφραγίζει το φάκελλο, χωρίς να εγκλείσει ψηφοδέλτιο της εκλογής του, και στη συνέχεια, ψηφίζει με κενό φάκελλο, δεν εκφράζει μεν θετικώς την εκλογική του προτίμηση, από το γεγονός όμως αυτό και μόνο δεν απέρχεται παραβίαση ούτε της μυστικότητας της ψηφοφορίας ούτε της ελευθερίας της ψήφου και, συνεπώς δεν συντελείται έτσι εκλογική παράβαση που επάγεται ολική ή μερική ακυρότητα της εκλογής».
Επρόκειτο, λοιπόν, για καταχρηστικότητα και μάλιστα μεθοδευμένη, ομαδικής εκλογικής συμπεριφοράς, που πιθανώς θα ακολουθείτο (δηλ. και πάλι δια των κενών φακέλλων) για λόγους ευδιακρίτου της διαφοροποίησης και εάν ακόμη είχαν δοθεί στους ψηφοφόρους και λευκά ψηφοδέλτια. Η καταχρηστικότητα αυτή, είναι σαφές, ότι δεν απέβλεπε στην αποδοκιμασία των συγκεκριμένων, συνδυασμών ή υποψηφίων, αλλά σε άλλους λόγους, βαθέως αντεθνικούς.
Εάν το δικαστήριο δεχόταν την ένσταση και εάν ακόμα δεχθούμε, ότι υπήρξε κατ' αρχήν, υπό στενήν ερμηνείαν παράβαση, θα επιβράβευε και θα έκανε αποτελεσματική, την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς.
Τούτο θα ήταν αντίθετο, προς τους πρωταρχικούς σκοπούς της έννομης τάξης. Άλλο συνεπώς, είναι το, επίμαχο εν προκειμένω, ζήτημα, της συνταγματικότητας, της θεσμοθέτησης της γενικής χορήγησης λευκών ψηφοδελτίων για την άσκηση του «δικαιώματος της λευκής ψήφου.
Εντυπωσιάζει, κατ' ακολουθίαν, το, πώς ένα τόσο μεγάλης σημασίας ζήτημα, δεν παραπέμφθηκε στην ολομέλεια του ΣτΕ
Αφού μάλιστα υπάρχει προηγούμενη αντίθετη νομολογία του ιδίου Δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 3705/1987 εις ΕΔ.Δ.Δ. 1988 σελ. 66 επόμ.). Η θετική πλευρά αυτού του φαινομένου, έγκειται κατά τον σχολιασμό, στο ότι, έτσι, εκτονώνονται επί του παρόντος σχετικές ομαδικές πιέσεις, που πράγματι υπήρξαν, γι' αυτό και οδήγησαν στην «θεσμοθέτηση» της χορήγησης, υπό την έννοια αυτή, λευκών ψηφοδελτίων κ.λπ., ενώ επιφυλάσσεται, για το μέλλον, στην ολομέλεια του ΣτΕ, εφόσον θα δημιουργηθούν ουσιώδεις παρενέργειες στην λειτουργία του πολιτεύματος, να επανατοποθετήσει το ζήτημα, κατά τρόπον σύμφωνο προς την νομική ορθοδοξία.
Βελισσάριος Κ. Καράκωστας
Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.
http://www.kostasbeys.gr/ 


Ακολουθεί σχόλιο Δικαστικού αντιπροσώπου από forum :

" Τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον ......, αντιπροσωπεύουν μόνο μέρος της αλήθειας.
Παρά το γεγονός ότι δεν δηλώνει την ιδιότητά του, μπορώ να διακινδυνεύσω την άποψη ότι δεν είναι νομικός και εξ αυτού του λόγου, δεν χειρίζεται ορθά το σοβαρό θέμα με το οποίο καταπιάνεται, ειδικά μάλιστα αν δεν έχει εκ της ιδιότητος αυτής, συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία ως δικαστικός αντιπρόσωπος.
Εγώ λοιπόν χωρίς να αναλωθώ σε νομικίστικες λεπτομέρειες που κουράζουν, διαβεβαιώ τους αναγνώστες ότι σύμφωνα με την παγια εκλογική νομοθεσία, ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΔΕΝ ΠΡΟΣΜΕΤΡΑΤΑΙ ΣΤΑ ΕΓΚΥΡΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ, (όπως άλλωστε και το άκυρο) άρα όχι μόνο αντίδραση δεν εκφράζει, αλλά μια τέλεια φούσκα!
Να δώσω ένα παράδειγμα. Αν υποθέσουμε ότι ψηφίζουν 100, από τους οποίους οι 50 έχουν ψηφίσει λευκό (και οι υπόλοιποι 50 κόμματα) , η ποσοστιαία αναλογία επί τοις εκατό, θα βγει με το υπόλοιπο 50 των έγκυρων ψηφοδελτίων και όχι συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο των πραγματικά ψηφισάντων (100)! Αυτό γίνεται προφανώς γιατί οι κρατούντες, δεν θέλουν να εκφράζεται σε ποσοστό η δυσαρέσκεια του κόσμου μέσω του λευκού και του άκυρου, γι' αυτό δεν τις προσμετρούν και ως έγκυρες ψήφους!
Αυτό όμως, απέχει πολύ από το να λέμε, όπως ο ανωτέρω, ότι δήθεν αν το 51% ψηφίσει λευκό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να διαλύσει τη βουλή κλπ κλπ. Ούτε οφείλει να τη διαλύσει, ούτε τίποτα αφού αφενός δεν έχει δικαίωμα από το παρόν Σύνταγμα, αφετέρου δεν πρόκειται ποτέ να μάθει το 51% των λευκών, αφού είπαμε, αυτά δεν προσμετρούνται στις έγκυρες ψήφους. Θυμίζω μάλιστα, ότι στην Αμερική, το σύνολο της αποχής, των λευκών και των ακύρων ξεπερνούν το 50% και πολλές φορές αγγίζουν το 60%, χωρίς ποτέ να τίθεται συνταγματικό ζήτημα νομιμοποίησης της λαικής εντολής, η οποία κανονικά εκπροσωπείται από τη μειοψηφία. Αν αυτό είναι δημοκρατία, αυτό είναι άλλο καπέλο, αλλά να μην λέμε και ό,τι θέλουμε..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου