a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Η τραπεζική Απάτη

Αποκαλύπτουμε την ... τραπεζική απάτη

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Στην αίτηση ανακοπής της πράξης βεβαίωσης του φόρου ΕΕΤΗΔΕ, και στην αντίστοιχη αίτηση προσφυγής, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:

Ι)  Ότι, παρ’ όλο που το δικαστήριο θα υποχρεωθεί να αποδεχθεί την αντισυνταγματικότητα του εν λόγω φόρου, θα υποχρεωθεί από το κράτος να τονίσει, όπως συνέβη πέρυσι στο ΣτΕ, την αναγκαιότητα επιβολής αυτού του φόρου λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών και του γεγονότος ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Πρέπει λοιπόν να καταρριφθεί το επιχείρημα ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, συγκεντρώνοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Κατ’ αρχήν πρέπει να ταυτιστεί η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, με την «θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι δεν είναι δυνατόν, η θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας, να μην ταυτίζεται με την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, και δεν είναι επίσης δυνατόν, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, να μην επιβάλλεται στην Πολιτεία από τις βασικές διατάξεις του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, το δημόσιο συμφέρον, είναι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου», και όχι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Αφού οριστεί το δημόσιο συμφέρον, και αποδειχθεί ότι ο εν λόγω φόρος δεν το εξυπηρετεί, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν εξυπηρετεί ούτε το οικονομικό συμφέρον της χώρας μας για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι ο εξής: Η υπερφορολόγηση των ακινήτων μειώνει την αποδοτικότητά τους ως επένδυση, και προκαλεί κατρακύλισμα της εμπορικής τους αξίας (πέρα από αυτό που ήδη έχει προκαλέσει η οικονομική κρίση). Οι τράπεζες όταν δανείζουν γιά στεγαστικά και άλλα δάνεια, απαιτούν ακίνητα του δανειζόμενου για εξασφάλιση…
Η κατάρρευση των τιμών των ακινήτων μειώνει αντίστοιχα και την αξία αυτών των εξασφαλίσεων! Δηλαδή αυξάνει αντίστοιχα τις επισφάλειες των τραπεζών. Αυτά τα αντίστοιχα ανοίγματα θα τα καλύψει το Δημόσιο και οι Έλληνες φορολογούμενοι κατά την επικείμενη ολοκλήρωση της επανακεφαλαιοποίησης των Ελληνικών τραπεζών !
Δηλαδή περισσότερο θα μας κοστίσει (και θα αυξήσει το εθνικό μας χρέος) η αύξηση των επισφαλειών των τραπεζών (κατά την ανακεφαλαίωσή τους), από τα έσοδα της υπερφορολόγησης!

ΙΙ)  Ότι ο φόρος ακινήτων, ορίζεται από το νόμο ως «φόρος κεφαλαίου», και κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι επιβάλλεται νόμιμα και σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος, θα πρέπει να προσδιοριστεί «το είδος της περιουσίας», το εισόδημα που απορρέει από αυτήν και οι δαπάνες στα οποία αναφέρεται.
Σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, τα κύρια είδη της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων είναι δύο:
1.      Η περιουσία με την ευρεία οικονομική έννοια, που ορίζεται ως «κεφάλαιο» δυνάμενο να εκμεταλλευτεί με οιονδήποτε τρόπο, και κατά συνέπεια να υποθηκευθεί, να μεταπωληθεί, ή να μετατραπεί σε άλλο είδος περιουσίας με στόχο το οικονομικό όφελος.
2.      Η περιουσία που σύμφωνα με το κληρονομικό δίκαιο του αστικού μας κώδικα, (άρθρα 1923-1941) και σύμφωνα με το Εθιμικό Δίκαιο των Ελλήνων ορίζεται ως «καταπίστευμα». Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με το άρθρο 1 του Αστικού μας Κώδικα, Πηγές Δικαίου αποτελούν οι νόμοι και τα έθιμα. Και πως οι κανόνες του δικαίου, δεν περιλαμβάνονται μόνον στους νόμους αλλά και στα έθιμα.

Επιβάλλεται λοιπόν να διευκρινιστεί, ότι το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, ορίζεται ως καταπίστευμα παρά ως κεφάλαιο με τη σύγχρονη οικονομική έννοια. Δηλαδή ως είδος περιουσίας που μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας με τη δέσμευση να παραδοθεί στους απογόνους σε άρτια κατάσταση. Αυτό ισχύει τόσο για το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής περιουσίας όσο και για το σύνολο της Εθνικής, η οποία επίσης μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας με τη δέσμευση να την παραδώσουμε ακέραια στους απογόνους. Παρ’ όλο λοιπόν, που το εθιμικό δίκαιο, ως άγραφος νόμος δεν μπορεί να υπερισχύει του γραπτού, ορίζεται από τον αστικό μας κώδικα ότι αποτελεί πηγή δικαίου και έχει ισχυρή συμπληρωματική λειτουργία. Για το λόγο αυτόν, ο άγραφος νόμος των Ελλήνων για τη διάκριση της ακίνητης περιουσίας σε «κεφάλαιο» με την ευρεία οικονομική έννοια και σε καταπίστευμα πρέπει να ληφθεί υπόψη δρώντας συμπληρωματικά, αναγκάζοντας τη νομοθετική εξουσία να λάβει υπόψη την εν λόγω διάκριση.

Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Αστικού Κώδικα, «Η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγματα, ρυθμίζονται από το δίκαιο της Πολιτείας όπου βρίσκονται». Κατά συνέπεια και από το εθιμικό δίκαιο των Ελλήνων, που ειδικά σε τούτη την περίπτωση, πρέπει να υπερισχύει έναντι του Ευρωπαϊκού και του Αγγλικού Δικαίου. Επειδή, το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής και το σύνολο της Εθνικής μας περιουσίας περιήλθε στην κατοχή μας ως προϊόν μιας κληρονομικής σχέσης με τους προγόνους μας, οι οποίοι μας το κληροδότησαν ως καταπίστευμα, με τη δέσμευση δηλαδή να το παραδώσουμε ακέραιο στους απογόνους μας, πρέπει να γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 του Αστικού Κώδικα, το είδος αυτό της περιουσίας μας «διέπεται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε.»  Κατά συνέπεια ακόμη και αν εμείς δηλώσουμε μη Έλληνες, το είδος της περιουσίας μας, ιδιωτικής και εθνικής που αποκτήσαμε ως καταπίστευμα, διέπεται από το Δίκαιο των προγόνων μας.

Βάσει αυτών, το είδος της περιουσίας που ορίζεται ως «καταπίστευμα», θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο φορολόγησης από το είδος που ορίζεται ως «κεφάλαιο» με τη σύγχρονη οικονομική έννοια. Διότι το καταπίστευμα, σύμφωνα με τα άρθρα 1923-1941 του Αστικού Κώδικα, δεν ανήκει στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη αλλά στους κληρονόμους του, στους οποίους «υποχρεούται να το παραδώσει στην κατάσταση που θα πρέπει να βρίσκεται ύστερα από τακτική διαχείριση».
Επομένως, ενώ το «κεφάλαιο», με τη σύγχρονη οικονομική έννοια, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο επένδυσης που μπορεί να αποκτήσει στη διάρκεια του χρόνου μια υπεραξία ικανή να ρευστοποιηθεί κατά τη μεταπώλησή του, η δυνατότητα ρευστοποίησης της αξίας ή της ενδεχόμενης υπεραξίας του καταπιστεύματος καθίσταται αδύνατη, εξ’ αιτίας των όρων που διέπουν το συγκεκριμένο είδος περιουσίας. Για το λόγο αυτόν, το καταπίστευμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «είδος περιουσίας» που αποφέρει εισόδημα αυτό καθ’ εαυτό, πέραν του ενδεχόμενου εισοδήματος από εκμετάλλευση, το οποίο όμως ήδη φορολογείται ως εισόδημα.
Επομένως το είδος της περιουσίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, δεν μπορεί να φορολογηθεί αυτό καθ’ εαυτό, και αξίωση φορολόγησης μπορεί να έχει το κράτος μόνον από το εισόδημα που ενδεχομένως προκύπτει από την εκμετάλλευσή του.
Στις περιπτώσεις λοιπόν που κατοικία, οικόπεδο ή αγροτική έκταση ορίζεται ως καταπίστευμα, το κράτος δεν μπορεί να αξιώσει δικαίωμα φορολόγησης, καθώς αυτό δεν ανήκει στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη του κατά την παρούσα φάση, αλλά στους κληρονόμους του. Αντίθετα μάλιστα ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης μπορεί να αξιώσει φορολογικές απαλλαγές, λόγω των εξόδων που υποχρεούται να κάνει, για να παραδώσει το καταπίστευμα στους απογόνους του σε άρτια κατάσταση, η οποία απαιτεί «τακτική διαχείριση». Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η προς φορολόγηση περιουσία δεν αποκτήθηκε από τους προγόνους αλλά αγοράστηκε από τον ιδιοκτήτη του με την προϋπόθεση να παραδοθεί στους απογόνους και κατά συνέπεια ορίζεται από αυτόν ως καταπίστευμα και όχι ως κεφάλαιο προς εκμετάλλευση.

Η αιτιολογία ότι, η κατοικία επιφέρει «εισόδημα από ιδιοκατοίκηση», καταρρίπτεται στην περίπτωση που αυτή ορίζεται ως καταπίστευμα, λόγω των δεσμεύσεων που προκύπτουν από το ιδιαίτερο αυτό είδος ιδιοκτησίας. Διότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης κατοικεί εντός της, όχι μόνον ως ένοικος αλλά και ως εργαζόμενος σε αυτήν, εξ’ αιτίας των υποχρεώσεων που τον δεσμεύουν να την διατηρεί σε κατάσταση άρτια, γεγονός που απαιτεί «τακτική διαχείριση». Ενώ η περιουσία ως κεφάλαιο με την ευρεία οικονομική έννοια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οιονδήποτε επενδυτικό τρόπο, επομένως να κατεδαφιστεί, να μεταπωληθεί, να υποθηκευθεί, να ανταλλαχθεί κλπ, το καταπίστευμα αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο είδος περιουσίας που πρέπει να διαφυλάσσεται σε κατάσταση άρτια με κάθε τίμημα, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό είναι υψηλότερο από το εισόδημα που αποφέρει.
Η κατοχή μιας κατοικίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, δεν αποτελεί κεφάλαιο με την ευρεία οικονομική έννοια, που καθιστά τον ιδιοκτήτη ελεύθερο να την εκμεταλλευτεί με όποιον τρόπο επιθυμεί, αλλά αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο είδος περιουσίας που καθιστά τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη δέσμιό της, κατά συνέπεια η ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί επιλογή αλλά υποχρέωση διότι ως γνωστόν, κατοικία που δεν κατοικείται με την πάροδο του χρόνου καταστρέφεται. Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς ιδιοκτησίας, είναι ο κύριος λόγος που πολλοί συνέλληνες μένουν δεμένοι με τον τόπο τους, ειδικά στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, ενώ διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν μεταναστεύσει στις μεγάλες πόλεις και στο εξωτερικό, προς εξεύρεση μιας καλύτερης τύχης. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στο ιδιαίτερο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς, που δένει τους πολίτες με τη Γη τους, οφείλεται η επιβίωση της χώρας μας μες στους αιώνες, και για το λόγο αυτόν αντί να τιμωρείται με φορολογία πρέπει να επιδοτηθεί.

ΙΙΙ) Ένα τρίτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, και μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον αφού οριστεί τα είδος της προς φορολόγηση περιουσίας ως καταπίστευμα, είναι το γεγονός ότι ο όγκος των φόρων σε συνάρτηση με την δραματική μείωση του εισοδήματος, θα εξαναγκάσει πολλούς Έλληνες πολίτες να υποθηκεύσουν ή και να εκποιήσουν μέρος ή και όλη την ακίνητη περιουσία τους που ορίζουν ως καταπίστευμα, λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι με τον εν λόγω φόρο ακίνητης περιουσίας που δεν ανταποκρίνεται στην φοροδοτική ικανότητα πολλών Ελλήνων, το κράτος δεν στοχεύει στην είσπραξη χρημάτων αλλά στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας, με στόχο να υποθηκεύσει και αυτήν μετά την υποθήκευση της Εθνικής, προς εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων και της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Το γεγονός αυτό παραβιάζει ένα πλήθος άρθρων του Συντάγματος που προστατεύουν την περιουσία, που απαγορεύουν την γενική δήμευσή της, που προστατεύουν τη ζωή, την εργασία, την αξιοπρέπεια κλπ… Πέραν αυτών όμως όταν προς επικείμενη κατάσχεση βρίσκεται το είδος της ακίνητης περιουσίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, προσβάλλεται η αξία του φερόμενου ως ιδιοκτήτη της με τον χειρότερο τρόπο, διότι η αξία της ζωής του είναι άμεσα συνδεδεμένη (σύμφωνα με το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο) με την ικανότητά του να παραδώσει στους απογόνους του το καταπίστευμα. Επειδή, σύμφωνα με το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο, η αξία της ζωής ταυτίζεται με το νόημά της περισσότερο απ’ όσο  με τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης, και επειδή το νόημα της ζωής των Ελλήνων συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα παράδοσης στους απογόνους τόσο της ιδιωτικής όσο και της Εθνικής περιουσίας, το ενδεχόμενη κατάσχεσής της για οιονδήποτε λόγο, προσβάλλει την αξία της ζωής των Ελλήνων με τον πλέον επώδυνο τρόπο, κατά παράβαση άρθρων του συντάγματός μας και των διεθνών κανόνων δικαίου.

ΑΛΚΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 
Η ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΩΣ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑ (ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ)

Στην αίτηση ανακοπής της πράξης βεβαίωσης του φόρου ΕΕΤΗΔΕ, και στην αντίστοιχη αίτηση προσφυγής, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής:

Ι)  Ότι, παρ’ όλο που το δικαστήριο θα υποχρεωθεί να αποδεχθεί την αντισυνταγματικότητα του εν λόγω φόρου, θα υποχρεωθεί από το κράτος να τονίσει, όπως συνέβη πέρυσι στο ΣτΕ, την αναγκαιότητα επιβολής αυτού του φόρου λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών και του γεγονότος ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Πρέπει λοιπόν να καταρριφθεί το επιχείρημα ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, συγκεντρώνοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Κατ’ αρχήν πρέπει να ταυτιστεί η έννοια του δημοσίου συμφέροντος, με την «θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Διότι δεν είναι δυνατόν, η θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας, να μην ταυτίζεται με την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, και δεν είναι επίσης δυνατόν, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, να μην επιβάλλεται στην Πολιτεία από τις βασικές διατάξεις του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, το δημόσιο συμφέρον, είναι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου», και όχι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Αφού οριστεί το δημόσιο συμφέρον, και αποδειχθεί ότι ο εν λόγω φόρος δεν το εξυπηρετεί, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν εξυπηρετεί ούτε το οικονομικό συμφέρον της χώρας μας για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι ο εξής: Η υπερφορολόγηση των ακινήτων μειώνει την αποδοτικότητά τους ως επένδυση, και προκαλεί κατρακύλισμα της εμπορικής τους αξίας (πέρα από αυτό που ήδη έχει προκαλέσει η οικονομική κρίση). Οι τράπεζες όταν δανείζουν γιά στεγαστικά και άλλα δάνεια, απαιτούν ακίνητα του δανειζόμενου για εξασφάλιση…
Η κατάρρευση των τιμών των ακινήτων μειώνει αντίστοιχα και την αξία αυτών των εξασφαλίσεων! Δηλαδή αυξάνει αντίστοιχα τις επισφάλειες των τραπεζών. Αυτά τα αντίστοιχα ανοίγματα θα τα καλύψει το Δημόσιο και οι Έλληνες φορολογούμενοι κατά την επικείμενη ολοκλήρωση της επανακεφαλαιοποίησης των Ελληνικών τραπεζών !
Δηλαδή περισσότερο θα μας κοστίσει (και θα αυξήσει το εθνικό μας χρέος) η αύξηση των επισφαλειών των τραπεζών (κατά την ανακεφαλαίωσή τους), από τα έσοδα της υπερφορολόγησης!

ΙΙ)  Ότι ο φόρος ακινήτων, ορίζεται από το νόμο ως «φόρος κεφαλαίου», και κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι επιβάλλεται νόμιμα και σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος, θα πρέπει να προσδιοριστεί «το είδος της περιουσίας», το εισόδημα που απορρέει από αυτήν και οι δαπάνες στα οποία αναφέρεται.
Σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, τα κύρια είδη της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων είναι δύο:
1.      Η περιουσία με την ευρεία οικονομική έννοια, που ορίζεται ως «κεφάλαιο» δυνάμενο να εκμεταλλευτεί με οιονδήποτε τρόπο, και κατά συνέπεια να υποθηκευθεί, να μεταπωληθεί, ή να μετατραπεί σε άλλο είδος περιουσίας με στόχο το οικονομικό όφελος.
2.      Η περιουσία που σύμφωνα με το κληρονομικό δίκαιο του αστικού μας κώδικα, (άρθρα 1923-1941) και σύμφωνα με το Εθιμικό Δίκαιο των Ελλήνων ορίζεται ως «καταπίστευμα». Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με το άρθρο 1 του Αστικού μας Κώδικα, Πηγές Δικαίου αποτελούν οι νόμοι και τα έθιμα. Και πως οι κανόνες του δικαίου, δεν περιλαμβάνονται μόνον στους νόμους αλλά και στα έθιμα.

Επιβάλλεται λοιπόν να διευκρινιστεί, ότι το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων, σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, ορίζεται ως καταπίστευμα παρά ως κεφάλαιο με τη σύγχρονη οικονομική έννοια. Δηλαδή ως είδος περιουσίας που μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας με τη δέσμευση να παραδοθεί στους απογόνους σε άρτια κατάσταση. Αυτό ισχύει τόσο για το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής περιουσίας όσο και για το σύνολο της Εθνικής, η οποία επίσης μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας με τη δέσμευση να την παραδώσουμε ακέραια στους απογόνους. Παρ’ όλο λοιπόν, που το εθιμικό δίκαιο, ως άγραφος νόμος δεν μπορεί να υπερισχύει του γραπτού, ορίζεται από τον αστικό μας κώδικα ότι αποτελεί πηγή δικαίου και έχει ισχυρή συμπληρωματική λειτουργία. Για το λόγο αυτόν, ο άγραφος νόμος των Ελλήνων για τη διάκριση της ακίνητης περιουσίας σε «κεφάλαιο» με την ευρεία οικονομική έννοια και σε καταπίστευμα πρέπει να ληφθεί υπόψη δρώντας συμπληρωματικά, αναγκάζοντας τη νομοθετική εξουσία να λάβει υπόψη την εν λόγω διάκριση.

Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Αστικού Κώδικα, «Η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγματα, ρυθμίζονται από το δίκαιο της Πολιτείας όπου βρίσκονται». Κατά συνέπεια και από το εθιμικό δίκαιο των Ελλήνων, που ειδικά σε τούτη την περίπτωση, πρέπει να υπερισχύει έναντι του Ευρωπαϊκού και του Αγγλικού Δικαίου. Επειδή, το μεγαλύτερο μέρος της ιδιωτικής και το σύνολο της Εθνικής μας περιουσίας περιήλθε στην κατοχή μας ως προϊόν μιας κληρονομικής σχέσης με τους προγόνους μας, οι οποίοι μας το κληροδότησαν ως καταπίστευμα, με τη δέσμευση δηλαδή να το παραδώσουμε ακέραιο στους απογόνους μας, πρέπει να γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 28 του Αστικού Κώδικα, το είδος αυτό της περιουσίας μας «διέπεται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε.»  Κατά συνέπεια ακόμη και αν εμείς δηλώσουμε μη Έλληνες, το είδος της περιουσίας μας, ιδιωτικής και εθνικής που αποκτήσαμε ως καταπίστευμα, διέπεται από το Δίκαιο των προγόνων μας.

Βάσει αυτών, το είδος της περιουσίας που ορίζεται ως «καταπίστευμα», θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με διαφορετικό τρόπο φορολόγησης από το είδος που ορίζεται ως «κεφάλαιο» με τη σύγχρονη οικονομική έννοια. Διότι το καταπίστευμα, σύμφωνα με τα άρθρα 1923-1941 του Αστικού Κώδικα, δεν ανήκει στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη αλλά στους κληρονόμους του, στους οποίους «υποχρεούται να το παραδώσει στην κατάσταση που θα πρέπει να βρίσκεται ύστερα από τακτική διαχείριση».
Επομένως, ενώ το «κεφάλαιο», με τη σύγχρονη οικονομική έννοια, αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο επένδυσης που μπορεί να αποκτήσει στη διάρκεια του χρόνου μια υπεραξία ικανή να ρευστοποιηθεί κατά τη μεταπώλησή του, η δυνατότητα ρευστοποίησης της αξίας ή της ενδεχόμενης υπεραξίας του καταπιστεύματος καθίσταται αδύνατη, εξ’ αιτίας των όρων που διέπουν το συγκεκριμένο είδος περιουσίας. Για το λόγο αυτόν, το καταπίστευμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «είδος περιουσίας» που αποφέρει εισόδημα αυτό καθ’ εαυτό, πέραν του ενδεχόμενου εισοδήματος από εκμετάλλευση, το οποίο όμως ήδη φορολογείται ως εισόδημα.
Επομένως το είδος της περιουσίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, δεν μπορεί να φορολογηθεί αυτό καθ’ εαυτό, και αξίωση φορολόγησης μπορεί να έχει το κράτος μόνον από το εισόδημα που ενδεχομένως προκύπτει από την εκμετάλλευσή του.
Στις περιπτώσεις λοιπόν που κατοικία, οικόπεδο ή αγροτική έκταση ορίζεται ως καταπίστευμα, το κράτος δεν μπορεί να αξιώσει δικαίωμα φορολόγησης, καθώς αυτό δεν ανήκει στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη του κατά την παρούσα φάση, αλλά στους κληρονόμους του. Αντίθετα μάλιστα ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης μπορεί να αξιώσει φορολογικές απαλλαγές, λόγω των εξόδων που υποχρεούται να κάνει, για να παραδώσει το καταπίστευμα στους απογόνους του σε άρτια κατάσταση, η οποία απαιτεί «τακτική διαχείριση». Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η προς φορολόγηση περιουσία δεν αποκτήθηκε από τους προγόνους αλλά αγοράστηκε από τον ιδιοκτήτη του με την προϋπόθεση να παραδοθεί στους απογόνους και κατά συνέπεια ορίζεται από αυτόν ως καταπίστευμα και όχι ως κεφάλαιο προς εκμετάλλευση.

Η αιτιολογία ότι, η κατοικία επιφέρει «εισόδημα από ιδιοκατοίκηση», καταρρίπτεται στην περίπτωση που αυτή ορίζεται ως καταπίστευμα, λόγω των δεσμεύσεων που προκύπτουν από το ιδιαίτερο αυτό είδος ιδιοκτησίας. Διότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης κατοικεί εντός της, όχι μόνον ως ένοικος αλλά και ως εργαζόμενος σε αυτήν, εξ’ αιτίας των υποχρεώσεων που τον δεσμεύουν να την διατηρεί σε κατάσταση άρτια, γεγονός που απαιτεί «τακτική διαχείριση». Ενώ η περιουσία ως κεφάλαιο με την ευρεία οικονομική έννοια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με οιονδήποτε επενδυτικό τρόπο, επομένως να κατεδαφιστεί, να μεταπωληθεί, να υποθηκευθεί, να ανταλλαχθεί κλπ, το καταπίστευμα αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο είδος περιουσίας που πρέπει να διαφυλάσσεται σε κατάσταση άρτια με κάθε τίμημα, ακόμη και στην περίπτωση που αυτό είναι υψηλότερο από το εισόδημα που αποφέρει.
Η κατοχή μιας κατοικίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, δεν αποτελεί κεφάλαιο με την ευρεία οικονομική έννοια, που καθιστά τον ιδιοκτήτη ελεύθερο να την εκμεταλλευτεί με όποιον τρόπο επιθυμεί, αλλά αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο είδος περιουσίας που καθιστά τον φερόμενο ως ιδιοκτήτη δέσμιό της, κατά συνέπεια η ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί επιλογή αλλά υποχρέωση διότι ως γνωστόν, κατοικία που δεν κατοικείται με την πάροδο του χρόνου καταστρέφεται. Το ιδιαίτερο αυτό καθεστώς ιδιοκτησίας, είναι ο κύριος λόγος που πολλοί συνέλληνες μένουν δεμένοι με τον τόπο τους, ειδικά στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, ενώ διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν μεταναστεύσει στις μεγάλες πόλεις και στο εξωτερικό, προς εξεύρεση μιας καλύτερης τύχης. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στο ιδιαίτερο αυτό ιδιοκτησιακό καθεστώς, που δένει τους πολίτες με τη Γη τους, οφείλεται η επιβίωση της χώρας μας μες στους αιώνες, και για το λόγο αυτόν αντί να τιμωρείται με φορολογία πρέπει να επιδοτηθεί.

ΙΙΙ) Ένα τρίτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, και μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον αφού οριστεί τα είδος της προς φορολόγηση περιουσίας ως καταπίστευμα, είναι το γεγονός ότι ο όγκος των φόρων σε συνάρτηση με την δραματική μείωση του εισοδήματος, θα εξαναγκάσει πολλούς Έλληνες πολίτες να υποθηκεύσουν ή και να εκποιήσουν μέρος ή και όλη την ακίνητη περιουσία τους που ορίζουν ως καταπίστευμα, λόγω της αδυναμίας τους να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι με τον εν λόγω φόρο ακίνητης περιουσίας που δεν ανταποκρίνεται στην φοροδοτική ικανότητα πολλών Ελλήνων, το κράτος δεν στοχεύει στην είσπραξη χρημάτων αλλά στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας, με στόχο να υποθηκεύσει και αυτήν μετά την υποθήκευση της Εθνικής, προς εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων και της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Το γεγονός αυτό παραβιάζει ένα πλήθος άρθρων του Συντάγματος που προστατεύουν την περιουσία, που απαγορεύουν την γενική δήμευσή της, που προστατεύουν τη ζωή, την εργασία, την αξιοπρέπεια κλπ… Πέραν αυτών όμως όταν προς επικείμενη κατάσχεση βρίσκεται το είδος της ακίνητης περιουσίας που ορίζεται ως καταπίστευμα, προσβάλλεται η αξία του φερόμενου ως ιδιοκτήτη της με τον χειρότερο τρόπο, διότι η αξία της ζωής του είναι άμεσα συνδεδεμένη (σύμφωνα με το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο) με την ικανότητά του να παραδώσει στους απογόνους του το καταπίστευμα. Επειδή, σύμφωνα με το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο, η αξία της ζωής ταυτίζεται με το νόημά της περισσότερο απ’ όσο  με τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης, και επειδή το νόημα της ζωής των Ελλήνων συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα παράδοσης στους απογόνους τόσο της ιδιωτικής όσο και της Εθνικής περιουσίας, το ενδεχόμενη κατάσχεσής της για οιονδήποτε λόγο, προσβάλλει την αξία της ζωής των Ελλήνων με τον πλέον επώδυνο τρόπο, κατά παράβαση άρθρων του συντάγματός μας και των διεθνών κανόνων δικαίου.

ΑΛΚΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου