a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Η τραπεζική Απάτη

Αποκαλύπτουμε την ... τραπεζική απάτη

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Ο Διογένης βλέποντας κάποιον να δείχνει ερωτευµένος µε µια πλούσια γριά, είπε:«Σ’ αυτήν δεν κάρφωσε τα µάτια του, αλλά τα δόντια του». Κάποια άλλη στιγµή ζητούσε ελεηµοσύνη από ένα άγαλµα κι όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, εκείνος απάντησε «εξασκούµαι στο να µην απογοητεύοµαι από την αναισθησία των ανθρώπων». Και κάποτε ζητώντας βοήθεια από κάποιον του είπε: «Αν έδωσες σε άλλον, δώσε και σε µένα. Αν δεν έδωσες σε κανέναν, τότε άρχισε από µένα. Οταν δε ένας φαλακρός άρχισε να τον βρίζει ο ∆ιογένης του είπε: «∆εν σου ανταποδίδω τις βρισιές,αλλά θα ήθελα να πω ένα “µπράβο” στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

Ενας πατέρας ζήτησε απότον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε ως αµοιβή 500 δραχµές και ο πατέρας άρχισε τα παζάρια θεωρώντας το ποσό υπερβολικό. «Με τόσα χρήµατα θα µπορούσα να αγοράσω ένα ζώο» είπε. «Αγόρασε», του απάντησε ο Αρίστιππος. «Ετσι θα έχεις δύο». Και όταν κάποιος του είπε ότι η Λαΐδα _ η γνωστή εταίρα _ δεν τον αγαπά αλλά προσποιείται εκείνος του αποκρίθηκε: «Ούτε το κρασί ή το ψάρι µε αγαπούν, εγώ όµως τα απολαµβάνω».

Κάποιος κλώτσησε  τον Σωκράτη, χωρίς ο τελευταίος να αντιδράσει. Οι σύντροφοί του ταράχτηκαν καιτον ρώτησαν πώς ανέχεται, άπραγος, µια τέτοια συµπεριφορά κι εκείνος τους απάντησε: «Αν µε κλωτσούσε γάιδαρος µήπως θα έπρεπε να του ανταποδώσω την κλωτσιά;». Κι όταν ρωτήθηκε αν είναι καλό να παντρεύεται κανείς ή όχι απάντησε «ό,τι από τα δυο κι αν κάνει κάποιος, θα µετανιώσει». 

Κάποιος ταξιδιώτης ρώτησε έναν µάντη πώς είναι η οικογένειά του. Ο µάντης απάντησε «όλοι καλά, το ίδιο κι ο πατέρας σου». Ο ταξιδιώτης επισήµανε πως οπατέρας του έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Και ο µάντης του είπε: «Μιλάµε για τον πραγµατικό σου πατέρα...». 

Κι όταν ένας µισογύνης έβαλε πάνω σε µια ασπίδα τη νεκρή _ αλλά γλωσσού και καβγατζού όσο ζούσε _ σύζυγό του για να την πάει στο νεκροταφείο, οι φίλοι του αναρωτήθηκαν για την επιλογή της ασπίδας. Κι εκείνος απεφάνθη: «Της άρεσαν οι µάχες».

Ρώτησε κάποιος έναν ανόητο δάσκαλο: «Πώς λεγόταν η µητέρα του Πριάµου;». Ο δάσκαλος βρέθηκε σε δυσκολία, αλλά έδωσε την απάντηση: «Εµείς πάντως, για να την τιµήσουµε, την λέµε κυρία».

Ενας φλύαρος κουρέας ρώτησε τον βασιλιά Αρχέλαο «πώς θέλεις να σε κουρέψω;» και ο βασιλιάς του απάντησε: «Σιωπηλός». 

Ο Μέγας Αλέξανδρος πάλι έστειλε στον αθηναίο πολιτικό Φωκίωνα 100 τάλαντα ως δώρο. Ο Φωκίωνας αναρωτήθηκε για ποιον λόγο ο στρατηλάτης τον επέλεξε από όλους τους συµπολίτες του. Οι απεσταλµένοι απάντησαν «διότι µόνο εσένα θεωρεί έντιµο». Κι εκείνος αρνήθηκε το δώρο λέγοντας «ας µε αφήσει λοιπόν να είµαι και να φαίνοµαι έντιµος». 

Μια άλλη µέρα ο Φωκίωνας διαφωνούσε όπως συνήθιζε άλλωστε µε όλους πάνω σε πολιτικά θέµατα. Εκείνη τη φορά όµως, όταν µίλησε στην Εκκλησία του ∆ήµου, όλοι ασπάστηκαν τις ιδέες του. Απορηµένος γύρισε προς τους φίλους του και τους ρώτησε: «Μήπως είπα σήµερα κάποια ανοησία, χωρίς να το καταλάβω;». 

Καθώς ο Θαλής βάδιζε παρατηρώντας τις θέσεις των αστέρων, έπεσε σε έναν λάκκο. Μια γριά, που είδε το γεγονός, τον ειρωνεύτηκε λέγοντας «δεν µπορείς να δεις αυτά που βρίσκονται µπροστά στα πόδια σου και νοµίζεις ότι θα µπορέσεις να µάθεις αυτά που βρίσκονται στον ουρανό;». 
ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ο Διογένης βλέποντας κάποιον να δείχνει ερωτευµένος µε µια πλούσια γριά, είπε:«Σ’ αυτήν δεν κάρφωσε τα µάτια του, αλλά τα δόντια του». Κάποια άλλη στιγµή ζητούσε ελεηµοσύνη από ένα άγαλµα κι όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, εκείνος απάντησε «εξασκούµαι στο να µην απογοητεύοµαι από την αναισθησία των ανθρώπων». Και κάποτε ζητώντας βοήθεια από κάποιον του είπε: «Αν έδωσες σε άλλον, δώσε και σε µένα. Αν δεν έδωσες σε κανέναν, τότε άρχισε από µένα. Οταν δε ένας φαλακρός άρχισε να τον βρίζει ο ∆ιογένης του είπε: «∆εν σου ανταποδίδω τις βρισιές,αλλά θα ήθελα να πω ένα “µπράβο” στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

Ενας πατέρας ζήτησε απότον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε ως αµοιβή 500 δραχµές και ο πατέρας άρχισε τα παζάρια θεωρώντας το ποσό υπερβολικό. «Με τόσα χρήµατα θα µπορούσα να αγοράσω ένα ζώο» είπε. «Αγόρασε», του απάντησε ο Αρίστιππος. «Ετσι θα έχεις δύο». Και όταν κάποιος του είπε ότι η Λαΐδα _ η γνωστή εταίρα _ δεν τον αγαπά αλλά προσποιείται εκείνος του αποκρίθηκε: «Ούτε το κρασί ή το ψάρι µε αγαπούν, εγώ όµως τα απολαµβάνω».

Κάποιος κλώτσησε  τον Σωκράτη, χωρίς ο τελευταίος να αντιδράσει. Οι σύντροφοί του ταράχτηκαν καιτον ρώτησαν πώς ανέχεται, άπραγος, µια τέτοια συµπεριφορά κι εκείνος τους απάντησε: «Αν µε κλωτσούσε γάιδαρος µήπως θα έπρεπε να του ανταποδώσω την κλωτσιά;». Κι όταν ρωτήθηκε αν είναι καλό να παντρεύεται κανείς ή όχι απάντησε «ό,τι από τα δυο κι αν κάνει κάποιος, θα µετανιώσει». 

Κάποιος ταξιδιώτης ρώτησε έναν µάντη πώς είναι η οικογένειά του. Ο µάντης απάντησε «όλοι καλά, το ίδιο κι ο πατέρας σου». Ο ταξιδιώτης επισήµανε πως οπατέρας του έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Και ο µάντης του είπε: «Μιλάµε για τον πραγµατικό σου πατέρα...». 

Κι όταν ένας µισογύνης έβαλε πάνω σε µια ασπίδα τη νεκρή _ αλλά γλωσσού και καβγατζού όσο ζούσε _ σύζυγό του για να την πάει στο νεκροταφείο, οι φίλοι του αναρωτήθηκαν για την επιλογή της ασπίδας. Κι εκείνος απεφάνθη: «Της άρεσαν οι µάχες».

Ρώτησε κάποιος έναν ανόητο δάσκαλο: «Πώς λεγόταν η µητέρα του Πριάµου;». Ο δάσκαλος βρέθηκε σε δυσκολία, αλλά έδωσε την απάντηση: «Εµείς πάντως, για να την τιµήσουµε, την λέµε κυρία».

Ενας φλύαρος κουρέας ρώτησε τον βασιλιά Αρχέλαο «πώς θέλεις να σε κουρέψω;» και ο βασιλιάς του απάντησε: «Σιωπηλός». 

Ο Μέγας Αλέξανδρος πάλι έστειλε στον αθηναίο πολιτικό Φωκίωνα 100 τάλαντα ως δώρο. Ο Φωκίωνας αναρωτήθηκε για ποιον λόγο ο στρατηλάτης τον επέλεξε από όλους τους συµπολίτες του. Οι απεσταλµένοι απάντησαν «διότι µόνο εσένα θεωρεί έντιµο». Κι εκείνος αρνήθηκε το δώρο λέγοντας «ας µε αφήσει λοιπόν να είµαι και να φαίνοµαι έντιµος». 

Μια άλλη µέρα ο Φωκίωνας διαφωνούσε όπως συνήθιζε άλλωστε µε όλους πάνω σε πολιτικά θέµατα. Εκείνη τη φορά όµως, όταν µίλησε στην Εκκλησία του ∆ήµου, όλοι ασπάστηκαν τις ιδέες του. Απορηµένος γύρισε προς τους φίλους του και τους ρώτησε: «Μήπως είπα σήµερα κάποια ανοησία, χωρίς να το καταλάβω;». 

Καθώς ο Θαλής βάδιζε παρατηρώντας τις θέσεις των αστέρων, έπεσε σε έναν λάκκο. Μια γριά, που είδε το γεγονός, τον ειρωνεύτηκε λέγοντας «δεν µπορείς να δεις αυτά που βρίσκονται µπροστά στα πόδια σου και νοµίζεις ότι θα µπορέσεις να µάθεις αυτά που βρίσκονται στον ουρανό;». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου