a.readmore { /* CSS properties go here */ }
Καλώς ορίσατε στην μάχη της Αναζήτησης.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

                                          Πηγή  φωτό : www.sacred-texts.com

Προ ολίγων ημερών, γύρω στις δυόμισι τα ξημερώματα, το τηλέφωνο μας , άρχισε να κτυπά δαιμονισμένα. Η γυναίκα μου πετάχτηκε τρομαγμένη από τον ύπνο...... Αχ κάτι συμβαίνει στα παιδιά μας ήταν η πρώτη αντίδραση της . Στο ακουστικό, άκουσα τις φωνές ενός φιλικού ζευγαριού, νέων παιδιών, σε κατάσταση υστερίας και απόγνωσης , να μας καλούν στο σπίτι τους.  Φώναζαν για κάποιον άγνωστο εισβολέα.  Μας χώριζαν λίγα μέτρα απόσταση. Από την ορθάνοικτη πόρτα, μπήκαμε στο σπίτι . Βιαστικά και προσεκτικά,  πορευθήκαμε προς το σημείο που ακούγονταν οι αγωνιώδεις φωνές . Ω του θαύματος .  Ο νεαρός σύζυγος κραδαίνοντας μία σκούπα ήταν οχυρωμένος πίσω από την κάτωχρη νεαρή γυναίκα η  οποία με το ένα χέρι κρατούσε το σύντροφο της και με το άλλο μια παντόφλα . Απέναντι, στον τοίχο, τους κοιτούσε απορημένο  ένα μικρό Σαμιαμίδι ...... !!! Με πιάσανε γέλια. Η σύζυγος μου, απορημένη  για το ξέσπασμα  με επέπληττε  , λέγοντας μου να μην παίζω με τον φόβο. Έπιασα με κόπο το ζωάκι και με προσοχή το έβγαλα έξω από το σπίτι. Δέχθηκα τα πυρά, όλων πλέον, γιατί δεν το σκότωσα. Επί ματαίω τα λόγια μου για το τι καλό προσφέρει η παρουσία αυτών  των μικρών και ακίνδυνων ερπετών σε κάθε οικία. Όχι  δεν έπιαναν τόπο. Αντίθετα, τους εξαγρίωναν . Γυρίσαμε σπίτι , αλλά που να μας πάρει ο ύπνος .      Ο νους μου, γύρισε πολλά χρόνια πίσω στον τόπο της καρδιάς και της παντοτινής μου σκέψης,  στην γενέθλια  γη της Λαγκάδας.  Λίγο μετά το 1950, σε μια από της αξέχαστες νυχτερινές βεγγέρες, με τους άντρες να απουσιάζουν στα μακροχρόνια μπάρκα τους. Παρούσες  στην αυλή, όλες οι γυναίκες του σογιού και της γειτονιάς. Άλλες καθισμένες στα σκαλοπάτια της πόρτας ή στα καντούνια . Άλλες καθισμένες καταγής  ανακούρκουδα.  Άλλες όρθιες στην άκρη του τοίχου για να γνέθουν με τον κλώστη.  Άλλες να μπλέκουν με βελόνες και ότι άλλο φανταστεί ο νους του ανθρώπου . Όλα αυτά,  στο φως του φεγγαριού ή άλλοτε με την βοήθεια  μιας αμυδρά φωτίζουσας το χώρο γκαζόλαμπας .               Εκεί πρωτάκουσα την ιστορία που θα σας διηγηθώ. Από τότε και για πάρα πολλά χρόνια, κάθε φορά που πήγαινα στο χωριό της μάνας  μου, επιβεβαίωνα από πολλά και διάφορα χείλη τα περί του θανάτου του προπάππου μου.   
Το Κανιώρικο και το Μαμάδικο σόι

Το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα, το χωριό της «Κυδιάντας»,  υπήρξε κεφαλοχώρι του νησιού μας. Ο στόλος της, αποτελούμενος από ιστιοφόρα πλοία, ήταν από τους ποιο τρανούς σε όλη την Ελλάδα. Στο Αιγαίο μας αρμένιζαν περήφανα,  τα γνωστά ως «Λαγκαδούσικα Κότερα» καΐκια των χωριών μας. Ο ποιο τρανός καραβοκύρης  του χωριού για την εποχή που  μιλάμε ήταν  ο καπετάν Γιώργης Πούλος, γνωστότερος όμως σαν «Κανιώρος».   Παππούς της μητέρας  μου από την πλευρά της μάνας της. Κατάφερε να κουμαντάρει τρία σκάφη. Η «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» του, σύμφωνα με την παραδοχή όλων, ήταν το ταχύτερο ιστιοφόρο , ταυτόχρονα δε και το ποιο μεγάλο τρεχαντήρι που σκαρώθηκε ποτέ στην Ύδρα.                                                                

Θυμάμαι την γιαγιά μου, με δακρυσμένα τα κατάμαυρα μάτια της, να  διηγείται περιγραφικότατα τα καθέκαστα για την αιτία θανάτου του πατέρα της. Ακούστε με  προσοχή. Έξω από το μεγάλο καπετανόσπιτο της Κυδιάντας, υπήρχε ένα ‘’καλύβι ‘’ για της ανάγκες του σπιτιού και των καϊκιών. Κάθε φορά που ο καπετάν Γιώργης , ετοιμάζονταν μα φύγει για ταξίδι, έβαζε σε έναν κεσέ γάλα, έπαιρνε ένα σκαμνί και έμπαινε στο καλύβι. Απόθετε, τον κεσέ κοντά στο «Μεσοδόκι» στο πάτωμα κάθονταν στο σκαμνί και περίμενε να κάνει την εμφάνιση του το «Ζούδι του σπιτιού». Ένα τεράστιο φίδι, το οποίο σύμφωνα με τις διηγήσεις όλων, του το είχε αφήσει υπό την προστασία του ο πατέρας του όπως και εκείνου ο δικός του.  Ήταν το γούρι του σπιτιού και το γνώριζαν όλοι. . Έλεγε στην κυρά του. «Κυριακούλα, μίλησα με τον αφέντη και μόυπενε τα καλά μαντάτα. Όλα βολικά θα μούρθουνε». Λένε, πως από τον τρόπο που κουλουριάζονταν το φίδι.  Από τις κινήσεις του κεφαλιού και της γλώσσας του, έπαιρνε τους Οιωνούς για το ταξίδι.  Άφηνε πάντα εντολή, όσο καιρό απουσιάζει στα ταξίδια, η κυρά του, αποθέτει  τον κεσέ με το γάλα κοντά στο μεσοδόκι και να βγαίνει αμέσως έξω από το καλύβι. Αυτό, διαρκούσε χρόνια.  Την τελευταία φορά όμως, μετά την συνάντηση του με το φίδι, ο Μπάρμπα Κανιώρος , βγήκε συνοφρυωμένος και αμίλητος. Τον σταύρωσε ή Μανή Κυριακούλα για να της πει κάτι.  «Εν ειν τα πράματα καλά . Ανήσυχος ήταν ο φίλος μου. Ταραγμένος εν ηξέρω  ιντάπαθενε» . Σαν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, φώναξε όλο το σόι, φίλους κουμπάρους και γνωστούς να τους πει «Αντίο» και να τους φιλήσει. Πήρε  βόλτα όλο το σπίτι και τα κτήματα του. Ακούμπησε και χάιδεψε όλα τα υπάρχοντα του. Την ώρα του φευγιού αγκάλιασε όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του .Κοίταξε με νόημα και παράπονο την κυρά του και έφυγε για πρώτη φορά στη ζωή του σκυφτός και στενοχωρημένος.

                               Δημήτρης και Βασίλης Γ. Πούλου 
                                    με τις συζύγους τους Αγγελική και Θεοδώρα,                                                                          καθιστή η αδελφή τους, η γιαγιά μου Ξενιώ

Την άλλη μέρα, έφθασε από την Αμερική η Κόρη του και νονά μου, Κατερίνα με τον άνδρα της , Γιώργη Φερεντίνο Σε λίγες ημέρες,  ένας πυροβολισμός διατάραξε την απόλυτη ησυχία του χωριού. Απορημένοι όλοι βγήκαν να δουν τη συμβαίνει . Ο ήχος είχε ακουστεί  από το Πέρα χωριό. Από το Κανιώρικο σπίτι. Από ότι μου έλεγε η γιαγιά μου, Ξενιώ Μπουσσέ, αυτόπτης μάρτυρας της όλης ιστορίας,  ο πυροβολισμός, ακούστηκε από το καλύβι τους. Όλες στο σπίτι έμειναν απορημένες εκτός από τη μάνα τους. Η  Γιαγιά Κυριακούλα, καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί, τραβούσε τα μαλλιά της στριγκλίζοντας και ωρυόμενη  «Ουγού συμφορά πούπεσενε στην κεφαλή μας ». Βγήκαν όλες από το σπίτι και αντίκρισαν τρομαγμένο τον Γαμπρό τους να τους λέγει πως, σκότωσε ένα φίδι μέσα στο καλύβι. Με τρεμάμενα πόδια δρασκέλισαν την μικρή απόσταση και έντρομες είδαν το φίδι να σφαδάζει και να στριφογυρίζει  στο  ματωμένο μεσοδόκι.... !!!  Ήταν το ζουδικό του σπιτιού. Η καλή τους Τύχη. Μετά τις πρώτες στιγμές της αμηχανίας, η Μανή, άρχισε να μοιρολογά παρασέρνοντας όλες τις γυναίκες και τα παιδιά σε ομαδικό θρήνο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα ή νεύμα, μαυροφόρεσαν όλες. Το πλήρωμα του καϊκιού αποτελούσαν όλα τα σερνικά  μέλη της οικογένειας . Ο κύρης . Τέσσερεις γιοί . Γαμπρός , εγγόνια και ανίψια.  Σαν τέλειωσαν όλες οι διαδικασίες του πένθους, η Κυρά Καπετάνισσα με βαρεία πόδια και καρδιά, πήρε τον ανήφορο  για την κορυφή που οδηγούσε στις «Βίγλες». Το ψηλότερο σημείο του χωριού, πάνω από την εκκλησιά της Άγιας Αναστασιάς, από όπου αγνάντευαν το πέλαγος και τα καΐκια τους . 

                               Οι «Βίγλες» πάνω από το ναό της Άγιας Αναστασιάς

Οικείος ο χώρος για την γιαγιά Κυριακή. Εδώ ανέβαινε κάθε τόσο να δει τα φωτεινά σήματα του Καπετάν Κανιώρου, και να μάθει τον ερχομό του. Τώρα με βάρδιες περίμεναν να φανεί το σκαφίδι τους, φορτωμένο με συμφορά. Δεν υπήρχε περίπτωση αμφιβολίας. Όλες περίμεναν το κακό. Απλά δεν γνώριζαν ποιον ή ποιους είχαν να κλάψουν.  Όσο αργούσε το καΐκι να φανεί  η αγωνία μεγάλωνε . Σιγά, σιγά για συμπαράσταση ή περιέργεια οι ποιο πολλές γυναίκες του χωριού, είχαν μετακομίσει στις Βίγλες. Κάποια μέρα στο βάθος του ορίζοντα από τη μεριά του Νοτιά, φάνηκε η φιγούρα της «Ευαγγελίστριας». Φουσκωμένα τα πανιά ....Βαμμένα όμως μαύρα. ...!  Αυτό σήμανε ομαδικό σπαραγμό και θρήνο. Η φωνή με το χαμπάρι πως το «Κανιώρικο καΐκι φάνηκε με μαύρα πανιά» αντιλάλησε ως τα γκρεμνά του «Άγριου Ποταμού», στο αντίπερα χωριό της Συκιάδας ως την παραλία  της Λαγκάδας.  Με μιας, όλο  το χωριό έφθασε κοντά τους. Με ματιές ρωτούσαν χωρίς να πάρουν απάντηση .... «Άραγε ποιος ή ποιοι να είναι ; » Ώρες μετά σαν πλάκωσε η νύχτα, επέστρεψαν στο χωριό. Τώρα έπρεπε να σκεπάσουν τους καθρέπτες για να μη βλέπουν τα πρόσωπα τους. Να βάψουν μαύρα ζωνάρια στις πόρτες και τα παράθυρα. Να βάλουν μαύρα κρέπια και σιρίτια σε κουρτίνες, σεντόνια και πεσκίρια. Να κρύψουν τις φωτογραφίες. Να εξαφανίσουν κάθε χαρά και να γεμίσουν  το σπίτι θλίψη. Μετά δυο μέρες, το περήφανο σκαρί, βαμμένο με μαύρα ζωνάρια, φουντάριζε στο λιμάνι της Λαγκάδας. Άφωνοι και με αγωνία οι χωριανοί,  έβλεπαν έναν - έναν από το τσούρμο να κατεβαίνουν από το καΐκι και να παίρνουν τη θέση τους , στους πάγκους και στα κουπιά της βάρκας που θα τους έφερνε μαζί με τον πόνο τους στη στεριά. Όλοι ντυμένοι στα μαύρα. Τα «Λαγκαδούσικά κασκέτα» δεν μπορούσαν να κρύψουν την οδύνη τους. Κατέβηκαν όλοι εκτός από τον θαλασσόλυκο καραβοκύρη. Τον Κύρη και οδηγό τους. Τον καπετάν Γιώργη Πούλο , γνωστό σε όλη την Χίο σαν «Κανιώρο» και την παροιμιώδη τιμιότητα του . Λίγο αργότερα, όλο το χωριό μάθαινε  το άδοξο τέλος του . Τη μέρα που σκότωσαν το φίδι, εκείνος, είχε φάει σαλιγκάρια στην Κρήτη και ήταν Δηλητηριασμένα . Όλοι κοιτάχτηκαν και συσχέτισαν το θάνατο του καπετάνιου με αυτό του φιδιού . Του «Ζουδικού του σπιτιού», όπως λέμε στα χωριά μας.  Το «Ζουδικό» ή «Στοιχειό» ή « Σαϊτάρι»  ή  «Καλός Φύλακας του σπιτιού», των συγχρόνων Ελλήνων δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο  «Οικουρός  Όφις» των αρχαίων προγόνων μας. Δηλαδή ο  «Κτήσιος» ή «Χθόνιος  Δίας»  , αλλά με την μορφή φιδιού. Ο προστάτης του σπιτιού και της περιουσίας.  Άλλωστε ας μη ξεχνάμε πως και ο «Μειλίχιος Ζευς», μορφή φιδιού είχε. Δεν είναι τυχαίο που οι Αθηναίοι, θεωρούσαν ότι το φίδι που ζούσε στο Ερέχθειο, προστάτευε την Ακρόπολη.  Το φίδι για τους αρχαίους Έλληνες , ήταν σύμβολο Μαντείας – Γνώσης – Ιατρικής. 


                          Στο βάθος, το ερειπωμένο πλέον «Κανιώρικο» (20-7-2009)
Το «Σπιτίσιο  ή Σπιτιάτικο Φίδι», που εκπροσωπούσε το καλό. Τον «Καλό Οιωνό», για αυτό και δεν έπρεπε να σκοτώνουν αυτούς τους πιστούς φύλακες του ανθρώπου. Πιθανά αυτός και ο λόγος  που ο λαός συνέδεσε τον θάνατο του φιδιού με γρουσουζιά για το σπίτι και όλη την οικογένεια που ζούσε μέσα σε αυτό. Λίγο καιρό μετά το χαμπάρι, το ζεύγος του Γιώργη και της Κατερίνας Φερντίνου, επέστρεψαν στην Αμερική . Με το πρώτο γράμμα που έλαβαν από την ξενιτεμένη Κόρη και αδερφή τους, έμαθαν για τον θάνατο από εργατικό ατύχημα του γαμπρού τους Γιώργη . Του φταίχτη της όλης συμφοράς. Αχ αυτός ο Αθάνατος και απαράλλαχτος Ελληνισμός στα βάθη των αιώνων .            

 «στιν ον τραγδία μίμησις πράξεως σπουδαίας κα τελείας μέγεθος χούσης, δυσμέν λόγ χωρς κάστ τν εδν ν τος μορίοις, δρώντων κα ο δι παγγελίας, δι λέου κα φόβου περαίνουσα τν τν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.»                                            
Προσκυνώ το μεγαλείο των παραδόσεων σου λαέ μου ....!

Μιχάλης Γ. Καριάμης

Συνταξ. Πλοίαρχος Ε.Ν,

                    Ορφανεμένο σπίτι της Λαγκάδας (Σήμερα)
                    Ορατά, μετά από τόσα χρόνια τα σημάδια
                    του πένθους στα παραθυρόφυλλα 

Σημείωση : Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις σελίδες Νο 11 , 12 και 13, του  29 τεύχους του περιοδικού "ΔΑΦΝΗ", τον Οκτώβρη του 2013 
Όλο το περιοδικό μπορείτε να το διαβάσετε στη διεύθυνση   http://www.dafninet.gr/pdf/29.pdf


Σας Ευχαριστώ ..... !!!
Καριαμομίχαλος
 
ΤΟ ΖΟΥΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

                                          Πηγή  φωτό : www.sacred-texts.com

Προ ολίγων ημερών, γύρω στις δυόμισι τα ξημερώματα, το τηλέφωνο μας , άρχισε να κτυπά δαιμονισμένα. Η γυναίκα μου πετάχτηκε τρομαγμένη από τον ύπνο...... Αχ κάτι συμβαίνει στα παιδιά μας ήταν η πρώτη αντίδραση της . Στο ακουστικό, άκουσα τις φωνές ενός φιλικού ζευγαριού, νέων παιδιών, σε κατάσταση υστερίας και απόγνωσης , να μας καλούν στο σπίτι τους.  Φώναζαν για κάποιον άγνωστο εισβολέα.  Μας χώριζαν λίγα μέτρα απόσταση. Από την ορθάνοικτη πόρτα, μπήκαμε στο σπίτι . Βιαστικά και προσεκτικά,  πορευθήκαμε προς το σημείο που ακούγονταν οι αγωνιώδεις φωνές . Ω του θαύματος .  Ο νεαρός σύζυγος κραδαίνοντας μία σκούπα ήταν οχυρωμένος πίσω από την κάτωχρη νεαρή γυναίκα η  οποία με το ένα χέρι κρατούσε το σύντροφο της και με το άλλο μια παντόφλα . Απέναντι, στον τοίχο, τους κοιτούσε απορημένο  ένα μικρό Σαμιαμίδι ...... !!! Με πιάσανε γέλια. Η σύζυγος μου, απορημένη  για το ξέσπασμα  με επέπληττε  , λέγοντας μου να μην παίζω με τον φόβο. Έπιασα με κόπο το ζωάκι και με προσοχή το έβγαλα έξω από το σπίτι. Δέχθηκα τα πυρά, όλων πλέον, γιατί δεν το σκότωσα. Επί ματαίω τα λόγια μου για το τι καλό προσφέρει η παρουσία αυτών  των μικρών και ακίνδυνων ερπετών σε κάθε οικία. Όχι  δεν έπιαναν τόπο. Αντίθετα, τους εξαγρίωναν . Γυρίσαμε σπίτι , αλλά που να μας πάρει ο ύπνος .      Ο νους μου, γύρισε πολλά χρόνια πίσω στον τόπο της καρδιάς και της παντοτινής μου σκέψης,  στην γενέθλια  γη της Λαγκάδας.  Λίγο μετά το 1950, σε μια από της αξέχαστες νυχτερινές βεγγέρες, με τους άντρες να απουσιάζουν στα μακροχρόνια μπάρκα τους. Παρούσες  στην αυλή, όλες οι γυναίκες του σογιού και της γειτονιάς. Άλλες καθισμένες στα σκαλοπάτια της πόρτας ή στα καντούνια . Άλλες καθισμένες καταγής  ανακούρκουδα.  Άλλες όρθιες στην άκρη του τοίχου για να γνέθουν με τον κλώστη.  Άλλες να μπλέκουν με βελόνες και ότι άλλο φανταστεί ο νους του ανθρώπου . Όλα αυτά,  στο φως του φεγγαριού ή άλλοτε με την βοήθεια  μιας αμυδρά φωτίζουσας το χώρο γκαζόλαμπας .               Εκεί πρωτάκουσα την ιστορία που θα σας διηγηθώ. Από τότε και για πάρα πολλά χρόνια, κάθε φορά που πήγαινα στο χωριό της μάνας  μου, επιβεβαίωνα από πολλά και διάφορα χείλη τα περί του θανάτου του προπάππου μου.   
Το Κανιώρικο και το Μαμάδικο σόι

Το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα, το χωριό της «Κυδιάντας»,  υπήρξε κεφαλοχώρι του νησιού μας. Ο στόλος της, αποτελούμενος από ιστιοφόρα πλοία, ήταν από τους ποιο τρανούς σε όλη την Ελλάδα. Στο Αιγαίο μας αρμένιζαν περήφανα,  τα γνωστά ως «Λαγκαδούσικα Κότερα» καΐκια των χωριών μας. Ο ποιο τρανός καραβοκύρης  του χωριού για την εποχή που  μιλάμε ήταν  ο καπετάν Γιώργης Πούλος, γνωστότερος όμως σαν «Κανιώρος».   Παππούς της μητέρας  μου από την πλευρά της μάνας της. Κατάφερε να κουμαντάρει τρία σκάφη. Η «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» του, σύμφωνα με την παραδοχή όλων, ήταν το ταχύτερο ιστιοφόρο , ταυτόχρονα δε και το ποιο μεγάλο τρεχαντήρι που σκαρώθηκε ποτέ στην Ύδρα.                                                                

Θυμάμαι την γιαγιά μου, με δακρυσμένα τα κατάμαυρα μάτια της, να  διηγείται περιγραφικότατα τα καθέκαστα για την αιτία θανάτου του πατέρα της. Ακούστε με  προσοχή. Έξω από το μεγάλο καπετανόσπιτο της Κυδιάντας, υπήρχε ένα ‘’καλύβι ‘’ για της ανάγκες του σπιτιού και των καϊκιών. Κάθε φορά που ο καπετάν Γιώργης , ετοιμάζονταν μα φύγει για ταξίδι, έβαζε σε έναν κεσέ γάλα, έπαιρνε ένα σκαμνί και έμπαινε στο καλύβι. Απόθετε, τον κεσέ κοντά στο «Μεσοδόκι» στο πάτωμα κάθονταν στο σκαμνί και περίμενε να κάνει την εμφάνιση του το «Ζούδι του σπιτιού». Ένα τεράστιο φίδι, το οποίο σύμφωνα με τις διηγήσεις όλων, του το είχε αφήσει υπό την προστασία του ο πατέρας του όπως και εκείνου ο δικός του.  Ήταν το γούρι του σπιτιού και το γνώριζαν όλοι. . Έλεγε στην κυρά του. «Κυριακούλα, μίλησα με τον αφέντη και μόυπενε τα καλά μαντάτα. Όλα βολικά θα μούρθουνε». Λένε, πως από τον τρόπο που κουλουριάζονταν το φίδι.  Από τις κινήσεις του κεφαλιού και της γλώσσας του, έπαιρνε τους Οιωνούς για το ταξίδι.  Άφηνε πάντα εντολή, όσο καιρό απουσιάζει στα ταξίδια, η κυρά του, αποθέτει  τον κεσέ με το γάλα κοντά στο μεσοδόκι και να βγαίνει αμέσως έξω από το καλύβι. Αυτό, διαρκούσε χρόνια.  Την τελευταία φορά όμως, μετά την συνάντηση του με το φίδι, ο Μπάρμπα Κανιώρος , βγήκε συνοφρυωμένος και αμίλητος. Τον σταύρωσε ή Μανή Κυριακούλα για να της πει κάτι.  «Εν ειν τα πράματα καλά . Ανήσυχος ήταν ο φίλος μου. Ταραγμένος εν ηξέρω  ιντάπαθενε» . Σαν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, φώναξε όλο το σόι, φίλους κουμπάρους και γνωστούς να τους πει «Αντίο» και να τους φιλήσει. Πήρε  βόλτα όλο το σπίτι και τα κτήματα του. Ακούμπησε και χάιδεψε όλα τα υπάρχοντα του. Την ώρα του φευγιού αγκάλιασε όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του .Κοίταξε με νόημα και παράπονο την κυρά του και έφυγε για πρώτη φορά στη ζωή του σκυφτός και στενοχωρημένος.

                               Δημήτρης και Βασίλης Γ. Πούλου 
                                    με τις συζύγους τους Αγγελική και Θεοδώρα,                                                                          καθιστή η αδελφή τους, η γιαγιά μου Ξενιώ

Την άλλη μέρα, έφθασε από την Αμερική η Κόρη του και νονά μου, Κατερίνα με τον άνδρα της , Γιώργη Φερεντίνο Σε λίγες ημέρες,  ένας πυροβολισμός διατάραξε την απόλυτη ησυχία του χωριού. Απορημένοι όλοι βγήκαν να δουν τη συμβαίνει . Ο ήχος είχε ακουστεί  από το Πέρα χωριό. Από το Κανιώρικο σπίτι. Από ότι μου έλεγε η γιαγιά μου, Ξενιώ Μπουσσέ, αυτόπτης μάρτυρας της όλης ιστορίας,  ο πυροβολισμός, ακούστηκε από το καλύβι τους. Όλες στο σπίτι έμειναν απορημένες εκτός από τη μάνα τους. Η  Γιαγιά Κυριακούλα, καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί, τραβούσε τα μαλλιά της στριγκλίζοντας και ωρυόμενη  «Ουγού συμφορά πούπεσενε στην κεφαλή μας ». Βγήκαν όλες από το σπίτι και αντίκρισαν τρομαγμένο τον Γαμπρό τους να τους λέγει πως, σκότωσε ένα φίδι μέσα στο καλύβι. Με τρεμάμενα πόδια δρασκέλισαν την μικρή απόσταση και έντρομες είδαν το φίδι να σφαδάζει και να στριφογυρίζει  στο  ματωμένο μεσοδόκι.... !!!  Ήταν το ζουδικό του σπιτιού. Η καλή τους Τύχη. Μετά τις πρώτες στιγμές της αμηχανίας, η Μανή, άρχισε να μοιρολογά παρασέρνοντας όλες τις γυναίκες και τα παιδιά σε ομαδικό θρήνο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα ή νεύμα, μαυροφόρεσαν όλες. Το πλήρωμα του καϊκιού αποτελούσαν όλα τα σερνικά  μέλη της οικογένειας . Ο κύρης . Τέσσερεις γιοί . Γαμπρός , εγγόνια και ανίψια.  Σαν τέλειωσαν όλες οι διαδικασίες του πένθους, η Κυρά Καπετάνισσα με βαρεία πόδια και καρδιά, πήρε τον ανήφορο  για την κορυφή που οδηγούσε στις «Βίγλες». Το ψηλότερο σημείο του χωριού, πάνω από την εκκλησιά της Άγιας Αναστασιάς, από όπου αγνάντευαν το πέλαγος και τα καΐκια τους . 

                               Οι «Βίγλες» πάνω από το ναό της Άγιας Αναστασιάς

Οικείος ο χώρος για την γιαγιά Κυριακή. Εδώ ανέβαινε κάθε τόσο να δει τα φωτεινά σήματα του Καπετάν Κανιώρου, και να μάθει τον ερχομό του. Τώρα με βάρδιες περίμεναν να φανεί το σκαφίδι τους, φορτωμένο με συμφορά. Δεν υπήρχε περίπτωση αμφιβολίας. Όλες περίμεναν το κακό. Απλά δεν γνώριζαν ποιον ή ποιους είχαν να κλάψουν.  Όσο αργούσε το καΐκι να φανεί  η αγωνία μεγάλωνε . Σιγά, σιγά για συμπαράσταση ή περιέργεια οι ποιο πολλές γυναίκες του χωριού, είχαν μετακομίσει στις Βίγλες. Κάποια μέρα στο βάθος του ορίζοντα από τη μεριά του Νοτιά, φάνηκε η φιγούρα της «Ευαγγελίστριας». Φουσκωμένα τα πανιά ....Βαμμένα όμως μαύρα. ...!  Αυτό σήμανε ομαδικό σπαραγμό και θρήνο. Η φωνή με το χαμπάρι πως το «Κανιώρικο καΐκι φάνηκε με μαύρα πανιά» αντιλάλησε ως τα γκρεμνά του «Άγριου Ποταμού», στο αντίπερα χωριό της Συκιάδας ως την παραλία  της Λαγκάδας.  Με μιας, όλο  το χωριό έφθασε κοντά τους. Με ματιές ρωτούσαν χωρίς να πάρουν απάντηση .... «Άραγε ποιος ή ποιοι να είναι ; » Ώρες μετά σαν πλάκωσε η νύχτα, επέστρεψαν στο χωριό. Τώρα έπρεπε να σκεπάσουν τους καθρέπτες για να μη βλέπουν τα πρόσωπα τους. Να βάψουν μαύρα ζωνάρια στις πόρτες και τα παράθυρα. Να βάλουν μαύρα κρέπια και σιρίτια σε κουρτίνες, σεντόνια και πεσκίρια. Να κρύψουν τις φωτογραφίες. Να εξαφανίσουν κάθε χαρά και να γεμίσουν  το σπίτι θλίψη. Μετά δυο μέρες, το περήφανο σκαρί, βαμμένο με μαύρα ζωνάρια, φουντάριζε στο λιμάνι της Λαγκάδας. Άφωνοι και με αγωνία οι χωριανοί,  έβλεπαν έναν - έναν από το τσούρμο να κατεβαίνουν από το καΐκι και να παίρνουν τη θέση τους , στους πάγκους και στα κουπιά της βάρκας που θα τους έφερνε μαζί με τον πόνο τους στη στεριά. Όλοι ντυμένοι στα μαύρα. Τα «Λαγκαδούσικά κασκέτα» δεν μπορούσαν να κρύψουν την οδύνη τους. Κατέβηκαν όλοι εκτός από τον θαλασσόλυκο καραβοκύρη. Τον Κύρη και οδηγό τους. Τον καπετάν Γιώργη Πούλο , γνωστό σε όλη την Χίο σαν «Κανιώρο» και την παροιμιώδη τιμιότητα του . Λίγο αργότερα, όλο το χωριό μάθαινε  το άδοξο τέλος του . Τη μέρα που σκότωσαν το φίδι, εκείνος, είχε φάει σαλιγκάρια στην Κρήτη και ήταν Δηλητηριασμένα . Όλοι κοιτάχτηκαν και συσχέτισαν το θάνατο του καπετάνιου με αυτό του φιδιού . Του «Ζουδικού του σπιτιού», όπως λέμε στα χωριά μας.  Το «Ζουδικό» ή «Στοιχειό» ή « Σαϊτάρι»  ή  «Καλός Φύλακας του σπιτιού», των συγχρόνων Ελλήνων δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο  «Οικουρός  Όφις» των αρχαίων προγόνων μας. Δηλαδή ο  «Κτήσιος» ή «Χθόνιος  Δίας»  , αλλά με την μορφή φιδιού. Ο προστάτης του σπιτιού και της περιουσίας.  Άλλωστε ας μη ξεχνάμε πως και ο «Μειλίχιος Ζευς», μορφή φιδιού είχε. Δεν είναι τυχαίο που οι Αθηναίοι, θεωρούσαν ότι το φίδι που ζούσε στο Ερέχθειο, προστάτευε την Ακρόπολη.  Το φίδι για τους αρχαίους Έλληνες , ήταν σύμβολο Μαντείας – Γνώσης – Ιατρικής. 


                          Στο βάθος, το ερειπωμένο πλέον «Κανιώρικο» (20-7-2009)
Το «Σπιτίσιο  ή Σπιτιάτικο Φίδι», που εκπροσωπούσε το καλό. Τον «Καλό Οιωνό», για αυτό και δεν έπρεπε να σκοτώνουν αυτούς τους πιστούς φύλακες του ανθρώπου. Πιθανά αυτός και ο λόγος  που ο λαός συνέδεσε τον θάνατο του φιδιού με γρουσουζιά για το σπίτι και όλη την οικογένεια που ζούσε μέσα σε αυτό. Λίγο καιρό μετά το χαμπάρι, το ζεύγος του Γιώργη και της Κατερίνας Φερντίνου, επέστρεψαν στην Αμερική . Με το πρώτο γράμμα που έλαβαν από την ξενιτεμένη Κόρη και αδερφή τους, έμαθαν για τον θάνατο από εργατικό ατύχημα του γαμπρού τους Γιώργη . Του φταίχτη της όλης συμφοράς. Αχ αυτός ο Αθάνατος και απαράλλαχτος Ελληνισμός στα βάθη των αιώνων .            

 «στιν ον τραγδία μίμησις πράξεως σπουδαίας κα τελείας μέγεθος χούσης, δυσμέν λόγ χωρς κάστ τν εδν ν τος μορίοις, δρώντων κα ο δι παγγελίας, δι λέου κα φόβου περαίνουσα τν τν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.»                                            
Προσκυνώ το μεγαλείο των παραδόσεων σου λαέ μου ....!

Μιχάλης Γ. Καριάμης

Συνταξ. Πλοίαρχος Ε.Ν,

                    Ορφανεμένο σπίτι της Λαγκάδας (Σήμερα)
                    Ορατά, μετά από τόσα χρόνια τα σημάδια
                    του πένθους στα παραθυρόφυλλα 

Σημείωση : Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις σελίδες Νο 11 , 12 και 13, του  29 τεύχους του περιοδικού "ΔΑΦΝΗ", τον Οκτώβρη του 2013 
Όλο το περιοδικό μπορείτε να το διαβάσετε στη διεύθυνση   http://www.dafninet.gr/pdf/29.pdf


Σας Ευχαριστώ ..... !!!
Καριαμομίχαλος
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου